Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Διονύσιος Σκλήρης

Για τον Νικόλαο Ασπρούλη

Νικόλαος Ασπρούλης,
Το Μυστήριο του Χριστού και το Μυστήριο της Εκκλησίας. Γεώργιος Φλωρόσφκυ και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο γύρω από τη θεολογική μεθοδολογία,
Sebastian Press και Εκδοτική Δημητριάδος,
Βόλος 2023.

Το έργο του Νικόλαου Ασπρούλη χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να αποδοθεί ένας αυστηρός επιστημονικός χαρακτήρας στη σπουδή της Θεολογίας, ο οποίος όμως παράλληλα με την ακραιφνή συστηματικότητά του, θα σέβεται και τον ιδιάζοντα ρόλο της χριστιανικής ιδιαίτερα Θεολογίας ως μιας ερμηνευτικής σπουδής, βασιζόμενης σε μια ιδιαίτερη σχέση με τη Γραφή και την παράδοση. Δεύτερος συναφής πόλος της σκέψης του είναι η επικαιροποίηση της Θεολογίας στην ύστερη νεωτερικότητα και δη στην Πολιτική Θεολογία και σε μια Θεολογία της Δημιουργίας με οικολογικό ενδιαφέρον. Σε αυτό εμπνέεται από τους δύο μείζονες Ορθόδοξους ερμηνευτικούς θεολόγους του περασμένου αιώνα, τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, πλην με έναν τρόπο κριτικό που συνάδει με μια μεγαλύτερη ακόμη μεταφορά του πνεύματός τους στο ιστορικό παρόν του 21ού αιώνα. Ως προς την Πολιτική Θεολογία είναι λ.χ. χαρακτηριστικό το πώς η έμφαση στη Θεία Ευχαριστία, ως έναν τόπο συναθροίσεως όλων των προσώπων χωρίς απολύτως καμία διάκριση, μπορεί να οδηγήσει σε μια Πολιτική Θεολογία της συμπερίληψης και της ανθρώπινης καθολικότητας, όπου αίρεται κάθε είδος ρατσισμού, σεξισμού, ταξικής διάκρισης και αποκλεισμού κ.ο.κ. και τα μοναδικά και ανεπανάληπτα ανθρώπινα πρόσωπα αθλούνται σε μία πνευματική αλληλο-ενοίκηση, ήτοι σε μια ακραία ενσυναίσθηση ή, κατά τη θεολογική ορολογία, αλληλοπεριχώρηση. Το όραμα αυτό, πέρα από το θεολογικό του βάθος, είναι πολιτικώς επίκαιρο για τη συνύπαρξη ετεροτήτων σε μία συμπεριληπτική δημοκρατία, η οποία δεν αποκλείει αλλά οικοδομεί ολοένα μεγαλύτερες συνθέσεις του κοινωνικού σώματος, χωρίς οι επιμέρους κοινότητες να είναι στεγανές και ακοινώνητες μεταξύ τους.          

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, που αποτελεί εμπλουτισμένη μορφή διεξοδικότατης Διδακτορικής Διατριβής, ο Νικόλαος Ασπρούλης μας εισάγει στο σημαντικότατο ερώτημα του ποια είναι η θεολογική μεθοδολογία, δηλαδή πόθεν αφορμώμενοι ομιλούμε ως θεολόγοι. Η θεολογία εννοείται από τον Ν. Ασπρούλη ως μια ερμηνευτική επιστήμη ως προς την αλήθεια που αποκαλύπτεται, καταγράφεται και αποθηκεύεται στην αποστολική και εκκλησιαστική πίστη, αλλά και βιώνεται ως πρόγευση της εσχατολογικής βασιλείας του Θεού. Μέρος της ερμηνευτικής σπουδής είναι και η ανεύρεση της πλέον κατάλληλης μεθόδου, δηλαδή της διαμόρφωσης προϋποθέσεων και του προσδιορισμού κριτηρίων για τη συνάντηση με την αλήθεια, αλλά και για την πρόσληψη και επικαιροποίησή της. Διότι η ερμηνευτική προσέγγιση της θεολογίας σημαίνει έναν διαρκή διάλογο με το ιστορικό παρόν, αναβιώνοντας το παρελθόν ενόψει του μελλοντικού οράματος της Εκκλησίας. Ο Ν. Ασπρούλης αποφεύγει μια θεολογία της επαναλήψεως και της φαντασιωτικής μεγαλομανίας και εκδέχεται την Εκκλησία ως μια κοινωνία καθ’ οδόν, η οποία ερμηνεύει την αλήθεια της μέσα στην εκάστοτε συνάφεια, εν προκειμένω αυτή της ύστερης νεωτερικότητας, αλλά χωρίς να αντλεί αποκλειστικώς από τον κόσμο το νόημά της, καθώς το θεμέλιο είναι ο Σταυρωθείς και Αναστάς Χριστός και το θεμελιούμενο η Εκκλησία. Μια χριστιανική συστηματική θεολογία έχει ως θεμέλιό της την αυτο-αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ, το οποίο σημαίνει ότι την ερμηνευτική πρωτοβουλία την έχει ο Τριαδικός Θεός, ο Οποίος είναι το υποκείμενο της θεολογικής πρότασης. Η αποκάλυψη, όμως, έχει ως πλαίσιο την ιστορική συνθήκη, ώστε να υπάρχει πραγματική συνέργεια και διάλογος μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Αναζητώντας ένα πρόσφορο ερμηνευτικό μοντέλο, ο Νίκος Ασπρούλης φέρνει σε διάλογο δύο κορυφαίους ερμηνευτές της Ορθόδοξης πίστεως κατά τον τελευταίο αιώνα, ήτοι τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκι και τον μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου (Ζηζιούλα).

Ως προς τη μεθοδολογία του μητροπολίτη Περγάμου, ο Ν. Ασπρούλης παρατηρεί τη σύνθεση Πνευματολογίας και Χριστολογίας κατά την οποία το γεγονός του Χριστού συνίσταται οντολογικώς από το Άγιο Πνεύμα τόσο με την εκ Παρθένου και Πνεύματος Αγίου γέννησίν Του, όσο και με τη βιβλική έννοια του Μεσσία που είναι κεχρισμένος υπό του Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα είναι κατά τους Πατέρες το Πρόσωπο που «τελειεί» τη Θεία Οικονομία και αυτό, κατά τον Ιωάννη Ζηζιούλα, σημαίνει ότι συνιστά την εσχατολογική ταυτότητα του Χριστού, με αποτέλεσμα τα έσχατα να καθίστανται η αρχή της Εκκλησίας. Αυτός είναι και ο χαρακτήρας της επικλήσεως στη Θεία Λειτουργία, που σημαίνει εισβολή των εσχάτων μέσα στην Ιστορία και ερμηνεία του παρελθόντος από το μέλλον. Ο Χριστός δεν είναι απλώς ένα ιστορικό άτομο, είναι Αυτός που εξασφαλίζει την καθολικότητα της ανθρωπότητας, αλλά αυτό είναι ένα εσχατολογικό συμβάν του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή κάτι που έρχεται από το μέλλον. Η Εκκλησία οφείλει το είναι της στη Βασιλεία του Θεού, η οποία είναι ήδη παρούσα μέσα στην Ιστορία. Το ότι το Άγιο Πνεύμα συνιστά τον Χριστό σημαίνει ότι ο Ένας Χριστός δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τους πολλούς, με αποτέλεσμα ο Χριστός να έχει μια καθολική ανθρώπινη φύση, όντας μια συλλογική προσωπικότητα, η οποία ενσωματώνει τα πολλά ανθρώπινα πρόσωπα. Ταυτοχρόνως, η Εκκλησία ως πνευματολογική και χριστολογική πραγματικότητα έχει σημασία για όλη την κτίση, γεγονός που έχει πολύ μεγάλο ρόλο, δεδομένης της σοβούσας οικολογικής κρίσεως.

Ο Θεός γνωρίζεται όχι απλώς μέσα στην Ιστορία της Σωτηρίας, όπως στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, αλλά ειδικότερα στην ευχαριστία και δη ως μια διυποκειμενική εμπειρία. Ο Ασπρούλης κάνει εδώ τη λεπτή κριτική μήπως ελλοχεύει ένας νέου είδους υπερβατολογικός ιδεαλισμός, καθώς τα συγκεκριμένα γεγονότα της Ιστορίας της Σωτηρίας, λ.χ. η Γέννηση, η Βάπτιση, η Μεταμόρφωση, η Σταύρωση κ.ο.κ., χάνουν τον μοναδικό εφ’ άπαξ σωτηριώδη χαρακτήρα τους και γίνονται αντιληπτά μόνο στην προοπτική μιας εσχατολογικής πρόσληψής τους με τρόπο που χάνεται η αξία της συγκεκριμένης ιστορικότητας. Παρομοίως και ο πλήρης διαχωρισμός της καθαυτό Θεολογίας της Αγίας Τριάδας από τη Θεολογία του έργου της Αγίας Τριάδας μέσα στον κόσμο έχει τον κίνδυνο να δούμε τον Θεό όχι μόνο ως ανεξάρτητο από την Ιστορία, αλλά και ως αμέτοχο σε αυτήν ως προς το Ίδιο Του το είναι, με αποτέλεσμα και πάλι ένα είδος ανιστορικότητας. Η ριζική αυτή διάκριση από τον Ζηζιούλα μεταξύ της καθαυτό Θεολογίας της Αγίας Τριάδας και του σχεδίου της Θείας Οικονομίας για τον κόσμο βασίζεται σε μία ρηξικέλευθη ερμηνεία της εκ του μηδενός δημιουργίας της κτίσεως, η οποία τονίζει τη μη φυσική συνέχεια του Θεού ως προς τον κόσμο και την ανεξαρτησία Του ως προς αυτόν, με την προσωπική ελευθερία να είναι αυτή που γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στο κτιστό και στο άκτιστο που, από φυσική άποψη, έχουν αβυσσαλέα διαφορά. Προκύπτει εδώ η διερώτηση από τον Ασπρούλη, μήπως ένας παρόμοιος τονισμός της ασυνέχειας μεταξύ Θεού και κόσμου, όχι μόνο ως προς τη φύση, αλλά και ως προς την αποκάλυψη του Θεού μέσα στον κόσμο, οδηγεί εντέλει σε μία μη εξήγηση του κόσμου από τον Θεό και άρα σε μία οντολογική γνωσιολογική εκκρεμότητα του κόσμου, η οποία εντέλει υπονομεύει μια θεολογία της δημιουργίας με όλες τις οικολογικές της διαστάσεις.

Ο Ασπρούλης βεβαίως τονίζει ότι στη σκέψη του Ζηζιούλα η Ιστορία υπερτιμάται, υπό την έννοια ότι η δημιουργημένη φύση εκλαμβάνεται βασικά ως Ιστορία ή ως ένα πεδίο της Ιστορίας και της ιστορικής ελευθερίας και με αυτήν την έννοια ο Μητροπολίτης Περγάμου είναι αναντίρρητα ένας ρηξικέλευθος επανερμηνευτής των Πατέρων σε ένα νεωτερικό πλαίσιο, ακολουθώντας με πρωτότυπο τρόπο τη θεολογική χειρονομία του δασκάλου του, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Ωστόσο, ο Ζηζιούλας διορθώνει ό,τι αντιλαμβάνεται ως μια υπερβολικά γραμμική θεώρηση της Ιστορίας σε προδρόμους του, όπως ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, και γι’ αυτό επιμένει στην Ευχαριστία ως έναν τόπο εισβολής των εσχάτων μέσα στην Ιστορία και ως προλήψεως της εσχατολογικής Βασιλείας. Με άλλα λόγια, τα έσχατα δεν είναι απλώς το τελευταίο επεισόδιο μιας γραμμικής Ιστορίας της Σωτηρίας, αλλά κάτι που ενυπάρχει στην Ιστορία εξαρχής ως τελικό αίτιο και ως ερμηνεία της. O Ζηζιούλας συμπληρώνει στον δάσκαλό του π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ τη λειτουργική διάσταση του χρόνου, ανοίγοντας μια ίσως υπερβολικά γραμμική κατανόηση της χρονικότητας στη διαλεκτική Ιστορίας και εσχάτων. Ο Ασπρούλης διερωτάται πάντως μήπως εντέλει η εσχατολογία καταπίνει την Ιστορία και δεν διατηρείται όντως η αντινομία σε αυτή τη διαλεκτική, που σημαίνει και μια σωτηριολογική ετερότητα μεταξύ τους, η οποία διασφαλίζει και τον πραγματικό χαρακτήρα της ανθρώπινης συνέργειας. Το βασικό πρόβλημα είναι αν εξαφανίζεται εντελώς ό,τι δεν προσληφθεί από τα έσχατα, αλλά επίσης και αν ένα ιστορικό γεγονός έχει μια δική του αυτόνομη αξία πέρα από το πώς θα προσληφθεί και αναληφθεί από το μέλλον.

Εν κατακλείδι, βασικά στοιχεία για μια ιδιαζόντως θεολογική μεθοδολογία που προτείνει ο Νίκος Ασπρούλης είναι: α) Η αυτοαποκάλυψη του Θεού στους αντίποδες μιας υπερβολικά ανθρωπομονιστικής νατουραλιστικής και νοησιαρχικής φιλοσοφίας περί Θεού, η οποία θα εξαφάνιζε τον θείο πόλο του Θεανθρώπινου διαλόγου. Στη γνήσια Θεολογία ο Θεός είναι υποκείμενο και όχι αντικείμενο. β) Συναφώς, μια θεολογική θεώρηση του κόσμου βλέπει την κτίση «μέσα από τα μάτια του Χριστού», ο Οποίος αποτελεί τον τελικό σκοπό για τον οποίο έχουν δημιουργηθεί όλα τα όντα. γ) Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει υποτίμηση της Ιστορίας, αλλά, κατά τον Ασπρούλη, μια έμφαση στη σωτηριώδη ετερότητα των μοναδικών και άπαξ γεγονότων συμβάντων της Ιστορίας της Σωτηρίας διά του Χριστού, κατά τρόπο που η Ιστορία να μην εξαχνώνεται στην εσχατολογία. δ) Ισχύει πάντως μία ασύμμετρη σχέση κατά την οποία ο Χριστός είναι το θεμέλιο και η Εκκλησία είναι το θεμελιούμενο της Θεολογίας. Η Εκκλησία δεν εικονίζει απευθείας αυτοματικά και μηχανιστικά την Αγία Τριάδα, αλλά μόνο διά του Μυστηρίου του Χριστού. Αυτό αποτελεί μία βασική συνεισφορά του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ο οποίος τονίζει ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Ζώντος Χριστού και όχι μια ανεξάρτητη εικόνα της Αγίας Τριάδας. Και στον Ιωάννη Ζηζιούλα, παρόλο που μπορεί ενίοτε να δίνεται η εντύπωση ενός απευθείας εικονισμού της Αγίας Τριάδας από την Εκκλησία, υπάρχει, ωστόσο, ένας έντονος Χριστοκεντρισμός, κατά τον οποίο η Εκκλησία μας εισάγει κατεξοχήν στο μυστήριο της υιοθεσίας, όπου γινόμαστε κατά χάριν υιοί, αναφερόμενοι στον Πατέρα εν Πνεύματι. Μόνο διά του Χριστού αποτυπώνονται στην Εκκλησία προσωπικές δομές της θείας αγάπης, όπως η σχέση Ενός και Πολλών και ο εν γένει προσωπικός τρόπος υπάρξεως. Με παρόμοιους τρόπους, ακολουθώντας με κριτική αλλά και αγαπητική διάθεση τους μεγάλους δασκάλους, ο Νικόλαος Ασπρούλης μας ανοίγει τον δρόμο για το πώς θα κατανοήσουμε στη θεολογία ως γνωσιολογική οδό την αγάπη, η οποία μας κάνει να μπορούμε να γνωρίσουμε, ακριβώς μέσα από τη νίκη του θανάτου και της οντολογικής και γνωσιολογικής ισοπέδωσης που αυτός φέρνει.

Κύλιση στην κορυφή