Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης, Νώε, Κίχλη, Αθήνα 2024.
Σε ένα υπαρξιακά συναρπαστικό έργο με πνευματικό τρόπο γραφής, ο Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης απεικονίζει μία μελλοντική δυστοπία κατακλυσμού, κυρίως όπως βιώνεται εσωτερικά από τον ήρωα σε ένα μετα-αστικό τοπίο. Δεν ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος στο έργο, γεγονός που μάλλον υποδηλώνει ότι βρισκόμαστε σε μια αποκαλυπτική στιγμή κρίσης της ανθρωπότητας. Ο σκύλος του ήρωα ονομάζεται «Παρασκευάς», οπότε έχουμε σύνδεση της βιβλικής αφηγήσεως για τον Νώε με την ιστορία του Ντάνιελ Ντεφόε Ροβινσώνας Κρούσος, η οποία θεωρείται εμβληματική για την περιγραφή της ψυχολογίας ενός αποικιοκράτη. Υπάρχει ενδεχομένως η αναφορά σε μία οικολογική καταστροφή, η οποία οφείλεται στη ληστρική εξάντληση των φυσικών πόρων του πλανήτη, καθώς και στη συναφή υπερθέρμανση και στο λιώσιμο των πάγων, από ένα πνεύμα νεο-αποικιοκρατίας. Μόνο που ο άνθρωπος, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διάλυση της φύσης, είναι ο ίδιος και αυτός που καλείται ως Νώε να εγκιβωτίσει τους πολιτισμικούς θησαυρούς που αναδεικνύουν το νόημα της ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας. Ο καταστροφέας είναι και ένας Οδυσσέας οὔτις, που αρχίζει μια νέα αντίστροφη περιπέτεια αυτογνωσίας διά του μηδενισμού.
Η κιβωτός του σύγχρονου Νώε περιλαμβάνει τη δυτική νεωτερικότητα με χαρακτηριστικά σημεία την Αναγέννηση (αναφορές στον Λεονάρντο ντα Βίντσι, τον Γεώργιο Πλήθωνα, τις χαρτογραφήσεις του Αμέρικο Βεσπούτσι) και τον Διαφωτισμό (αναφορές στον Ντ’ Αλαμπέρ, στο επαναστατικό πνεύμα του Ροβεσπιέρου), αλλά και την πρόσληψη της αρχαιότητας. Υπάρχει ένας διάλογος του ήρωα με τον σκύλο, ο οποίος δεν μπορεί να απαντήσει διά του λόγου, θυμίζοντας ανάλογα δίδυμα ηρώων του Σάμιουελ Μπέκετ σε αποκαλυπτικά τοπία. Η αφήγηση αυτή έχει ταυτοχρόνως στοιχεία εσχατολογικά και πρωτολογικά, κάτι που είναι πολύ σύνηθες σήμερα, όχι μόνο στους λογοτέχνες, αλλά και στους αφηγητές διά της (εκλαϊκευμένης) ανθρωπολογίας. Η ιστορία που αφηγείται ο Νώε αρχίζει μοναχικά από τις πρώτες ομάδες πρωτογόνων και κινδυνεύσει να τελειώσει με παρόμοιο τρόπο μέσα από τη διάλυση των κοινωνιών που φέρνει η μη επίγνωση της αυτοδιάλυσης, ενώ υπάρχει αναφορά και στην έκθεση στο βλέμμα μιας ριζικής ετερότητας, ενδεχομένως και εξωγήινης.
Στο έργο είναι παρόντες και οι αρχαιοελληνικοί μύθοι, όχι μόνο ο προφανής του Δευκαλίωνα και της Πύρρας που είναι η ελληνική εκδοχή της βιβλικής διήγησης, αλλά και ο Οιδίπους που συμβολίζει γενικά τον διά της πατροκτονίας και της αιμομιξίας αυτοπαραγόμενο άνθρωπο, που ως causa sui κατά την έκφραση του Σπινόζα, προβαίνει στην ύβρη να προσπαθήσει να ακυρώσει την εν γένει ετερότητα, για να φτάσει εντέλει στον εσωτερικό φωτισμό της σοφίας, παραδόξως τη στιγμή κατά την οποία τυφλώνεται. Παρομοίως, υπαινίσσεται ίσως ο συγγραφέας, σε μια παρόμοια τύφλωση βρίσκεται σήμερα η ανθρωπότητα με έναν κατακλυσμό οποιουδήποτε είδους ως πιθανή αφύπνιση. Η νουβέλα αναζητεί έναν εσχατολογικό ανθρωπισμό, θυμίζοντας ενίοτε ανάλογα εγχειρήματα του Κόρμακ ΜακΚάρθυ. Κυριαρχούν επίσης ως θεματική ο θάνατος των αθώων, όπως και στη Βίβλο, καθώς μία μεγάλη οικολογική καταστροφή έχει ως θύματα κυρίως τους ανήμπορους, λ.χ. βρέφη, αλλά και τα πανταχού παρόντα σκουπίδια που δημιουργούν το δικό τους μετα-βιομηχανικό τοπίο, ανακαλώντας τη θεματοποίηση του απορρίμματος στον Υπόγειο Κόσμο του Ντον Ντελίλο. Η πνευματικότητα της γραφής του Παναγιώτη Χατζημωϋσιάδη έγκειται κυρίως στο πώς δείχνει ότι η συντέλεια μπορεί να είναι και σοφία, όπως ο αντιήρωας ένας ήρωας και το τέλος μια αρχή, κατά έναν τρόπο που συναιρεί τον ελληνικό μύθο του Προμηθέως με τον βιβλικό για την ειρήνη μετά την καταστροφή.

