Θανάσης Θ. Νιάρχος, Αντικλείδι, Πρόλογος: Σωτήρης Δημητρίου, Πέτρος Ευθυμίου. Επίμετρο: Μένης Κουμανταρέας, Αλέξανδρος Αργυρίου, Οδός Πανός, Αθήνα 2025.
Στην εισαγωγή αυτού του κειμένου θα χρησιμοποιήσω κι’ εγώ ένα αντικλείδι για να μπω στους χώρους τέχνης του Θανάση Νιάρχου.
Οι αίθουσες του είναι πολλές γιατί ο Θανάσης είναι συγγραφέας ιδιαίτερος, σημαντικός, αλλά και πολυφωνικός. Έχει με τη γραφή του περιπλανηθεί σ’ όλους τους λογοτεχνικούς τομείς: ποίηση, δοκίμιο, πεζά, κριτικά κείμενα, ημερολόγια, ακόμα και δημοσιογραφικά κείμενα.
Το Αντικλείδι είναι χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της δημοσιογραφικής κατηγορίας, καθώς περιλαμβάνει κείμενά του που δημοσιεύτηκαν τη δεκαετία 2020-2025 στην οικεία στήλη του στην εφημερίδα Τα Νέα. Ο ίδιος ομαδοποιεί τα κείμενά του σε ενότητες: Της επικοινωνίας, Εκ του συστάδην, Της Πολιτικής, Της Εποχής, Πρόσωπα (για σημαντικές προσωπικότητες) και, βέβαια, Για τη γλώσσα και τις λέξεις.
Γι’ αυτή τη γλώσσα και τις λέξεις του Θανάση Νιάρχου θα μιλήσω στο σύντομο κείμενό μου.
Θα επιθυμούσα όμως πρώτα μια μουσική εισαγωγή.
Και μια και το πρώτο του ποιητικό βιβλίο του 1970 είχε τίτλο «24 νυχτερινά τραγούδια», φανταστείτε ότι ακούμε ένα από τα «Νυχτερινά» του Chopin.
ΜΟΥΣΙΚΗ
Διαβάζω ένα απόσπασμα από κείμενο του Νιάρχου.
«Μην ξεχνάμε πως οι λέξεις είναι πολιτισμός. Ακόμη και μια λέξη που εκφράζει μια απεχθή ή μισητή έννοια, αφού έχει μορφοποιήσει κάτι που υπάρχει, του έχει δώσει υπόσταση, ώστε να μας γίνει γνωστό και να μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Πόσο μάλλον μια λέξη που από συστάσεώς της, ως έννοια, αποδίδει κάτι υψηλό, ευγενικό, σαν ιδεώδες ας πούμε».
Και αλλού:
«Μια επιφυλλίδα δεν μπορεί να έχει άμεσα πολιτικό χαρακτήρα, μπορεί όμως να τον αποκτά όταν η πολιτική συναρτάται με θέματα μιας επώδυνης και εξειδικευμένης ειδικής τάξεως και προπαντός με θέματα που άπτονται όχι απλώς άμεσα, αλλά δίνουν στις λέξεις το ιδιαίτερό τους βάρος και αναδεικνύουν τη γλώσσα σε όργανο επικοινωνίας και διαφώτισης και όχι συσκότισης και ασυνεννοησίας».
ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΑΜΑΤΑ
Ναι: όποιο κι αν είναι το θέμα του –πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό–, ο Νιάρχος πρωτ’ απ’ όλα διαχειρίζεται τις λέξεις.
Είναι ασφαλώς, όπως εύστοχα γράφει ο Σωτήρης Δημητρίου στον πρόλογο, «δημόσιος παρατηρητής», αλλά και, παράλληλα, παρατηρητής των λέξεων και της γλώσσας. Η γοητεία της γραφής προέχει. Δεν είναι μόνο σχολιαστής, αλλά και στοχαστής!
Θα παραθέσω αμέσως κάποιες παρατηρήσεις μου για τα κείμενα στο Αντικλείδι, πέρα ασφαλώς από την αναγνωστική απόλαυση που προσφέρουν.
- Η γραφή του είναι πλούσια, πληθωρική, χωρίς όμως να χάνει ποτέ την αμεσότητα και το ξεκάθαρο νόημα.
- Η γραφή του είναι πυκνή αλλά η θέση του ξεκάθαρη, κι έτσι η ορθότητα των απόψεων συνοδεύεται από άψογο στυλ.
- Η αντίληψή του για τον χαρακτήρα που πρέπει να έχει ένα δημοσιογραφικό κείμενο είναι σαφής, όπως και ο χρονισμός στον σχολιασμό.
Διαβάζω από άλλο κείμενό του.
«Υπάρχει μια “επικαιρότητα” που αν προλάβεις και τη σχολιάσεις αυθημερόν, έχει καλώς. Διαφορετικά μοιάζει σαν να ανακινείς ένα ξεθυμασμένο υλικό για λόγους όχι τόσο κολακευτικούς για σένα που το επιχειρείς. Αλλά υπάρχει και μια “επικαιρότητα” που ο σχολιασμός της παραμένει εξίσου απαιτητός όπως μάλιστα γίνεται ακόμη περισσότερο διαφωτιστικός, αν και έχει μεσολαβήσει ένα σημαντικό χρονικό διάστημα όσον αφορά το σχολιαζόμενο περιστατικό».
- Αριστοτεχνικά συνδυάζει το καίριο σχόλιο με το στοχασμό, και την θλιμμένη παρατήρηση με το καυστικό χιούμορ.
Η ακρίβεια του σχολιασμού, συνδυασμένη με το ευφυολόγημα και το χιούμορ, είναι χαρακτηριστική σ’ ένα απόσπασμα από το κείμενό του «Δύο γλώσσες». Διαβάζω:
«Μακάρι να ήταν μόνο δύο, δυστυχώς είναι πάρα πολλές οι “γλώσσες” που χρησιμοποιεί ένας και μόνος άνθρωπος. Άλλη είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιήσεις όταν σε καλέσει ο προϊστάμενος της Εφορίας για να διευθετήσεις λογής εκκρεμότητές σου, άλλη είναι η γλώσσα αν συμβεί να σου πιάσει την κουβέντα ο ιερέας στο σχόλασμα της θείας λειτουργίας, σαφέστατα μια τρίτη γλώσσα θα μπει σε λειτουργία όταν στην «ουρά» ενός λεωφορείου θα σε σπρώξουν ώστε για ελάχιστα εκατοστά να βρεθεί κανείς πλησιέστερα στην πόρτα».
Και πιο κάτω…
«Μια πρώτη συνέπεια αυτής της φαινομενικής πολυμέρειας της γλώσσας, αν και στην πραγματικότητα συνιστά μια κατάφωρη παραβίαση των δυνατοτήτων της, είναι να πιστεύουμε πως υπάρχουν δύο γλώσσες, μια επίσημη και μια ανεπίσημη. Η επίσημη είναι για να τη χρησιμοποιούμε όταν μιλούμε για το τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει προς το καλύτερο ο κόσμος, όταν μιλούμε για αξίες και ιδανικά, και η ανεπίσημη όταν για παράδειγμα πηγαίνουμε στην τράπεζα να σηκώσουμε χρήματα από τον λογαριασμό μας, ή να αγοράσουμε καρότα στη λαϊκή. Μια δεύτερη, ακόμα δραματικότερη, συνέπεια είναι να χρησιμοποιούμε την ανεπίσημη γλώσσα ως ιδιοκτήτες της και την επίσημη ως ενοικιαστές της που δεν μας χρεώνει, ή δεν μας δεσμεύει σε τίποτε απολύτως ο τρόπος που τη χρησιμοποιούμε».
Συνεχίζω τις παρατηρήσεις μου:
- Συχνά ο Νιάρχος επιλέγει θέματα απλά, καθημερινά, και με βαθύ τρόπο σχολιάζει το ελαφρό ή και το φαινομενικά ασήμαντο, ή απλώς το αναδεικνύει και το αφήνει να «εκτεθεί» μόνο του.
- Σχολιάζει συνήθως την επικαιρότητα, αλλά και το περασμένο ή το μελλούμενο σαν δεξιοτέχνης διαχειριστής του χρόνου.
- Άλλοτε πάλι καταθέτει προσχηματικές ερωτήσεις, ενώ πραγματεύεται ήδη τις εύστοχες απαντήσεις. Κάποτε μια ερώτηση περικλείει και την απάντηση και αυτό προϋποθέτει μεγάλη δεξιοτεχνία.
Θα μπορούσα πολλά άλλα να προσθέσω, καθώς κάθε κείμενό του ερεθίζει, προκαλεί, συνεγείρει, αλλά δεν θέλω να μακρηγορήσω.
Θα πω πάντως επιλογικά πως ο Θανάσης Νιάρχος με το Αντικλείδι του άνοιξε όλες τις πόρτες: της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας, της αμεσότητας, της κομψότητας, του στυλ, του στοχασμού, του χιούμορ και, φαρδιά-πλατιά, της απόλαυσης του αναγνώστη.
Αν έβαλα στην αρχή μια άηχη μουσική, θα την ξαναβάλω τώρα στον επίλογο, γιατί στον Νιάρχο, ακόμα και η δημοσιογραφική γραφή έχει τη μελωδία της λογοτεχνίας. Το Ντο, το Ρε, το Μι, το Φα, το Σολ, το Σι δεν αποτελούν νότες, αλλά συλλαβές των λέξεών του και συμβάλλουν στη μουσικότητα και τη ροή των κειμένων του.
Ακούστε ένα κείμενό του:
Η ΙΔΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ
«Τελικά, όλοι οι άνθρωποι ή θα έπρεπε να μην θυμούνται, ή να θυμόμαστε όλοι μόνον τα βασικά. Και το τριαντάφυλλο που μύρισε ο καθένας να είναι ίδιο με το τριαντάφυλλο που έχουν μυρίσει όλοι οι άλλοι. Να μην αισθάνεται κανείς πως τα εκατομμύρια των εικόνων που έχει ζήσει και έχουν παραχωθεί μέσα του, να είναι, μετά τον θάνατό του, σαν να μην έχουν υπάρξει. Το τρομερό δεν είναι ότι πεθαίνουμε. Είναι ότι δεν υπάρχει ούτε ένας για να του κληροδοτήσουμε τη μόνη πραγματικά περιουσία που στοιχίζει η απώλειά της: τις αναμνήσεις μας».
ΦΙΝΑΛΕ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Αυτός είναι ο Νιάρχος, αυτό είναι το Αντικλείδι του.
⸙⸙⸙
[Το κείμενο δημοσιεύεται όπως διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, που πραγματοποιήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2025 στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη.]

