Για τους Εμπρηστές της Ρ. Ο. Κουόν

Ρ. Ο. Κουόν, Οι εμπρηστές, μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Δώμα, Αθήνα 2021.

Η Ρ. Ο. Κουόν –τα αρχικά αντιστοιχούν στο αγγλικό της όνομα Reese και το κορεάτικο Okyong – γεννήθηκε στη Σεούλ της Νότιας Κορέας και μετανάστευσε με την οικογένειά της στις ΗΠΑ σε ηλικία τριών ετών. Όπως έχει πει κατ’ επανάληψη η ίδια, αν και μεγάλωσε μέσα σε ένα βαθιά θρησκευόμενο περιβάλλον, κάποια στιγμή βίωσε την απώλεια της πίστης. Το πρώτο της μυθιστόρημα, Οι εμπρηστές, αποτυπώνει μέσα από μια πολυφωνική αφήγηση, την αναμέτρηση τόσο με την επουλωτική πληρότητα και τη νοηματοδότηση της ύπαρξης που προσφέρει η θρησκευτική πίστη, όσο και με το τραύμα της απομάγευσης, με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ένας θρησκευόμενος όταν χάνει την πίστη του.

Η μυθιστορηματική πλοκή αναπτύσσεται μέσα από την οπτική γωνία των τριών πρωταγωνιστών: της χαρισματικής και θελκτικής Φοίβης, που κουβαλά την ενοχή του θανάτου της μητέρας της (η οποία σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα ενώ οδηγούσε η Φοίβη), του φιλόδοξου συμφοιτητή και ερωτευμένου μαζί της Γουίλ, που αν και ζούσε μια ζωή αφιερωμένη στον Θεό έχασε την πίστη του, και του Τζων Λιλ, αρχηγού της θρησκευτικής σέχτας στην οποία εντάσσεται η Φοίβη. Στους δύο πρώτους χρησιμοποιείται πρωτοπρόσωπη αφήγηση –πολύ έξυπνη και όμορφη υφολογικά οριοθέτηση της προσωποκεντρικής θεώρησης των πραγμάτων που δεν ταυτίζεται με το αλάθητο αλλά με την επώδυνη αναζήτηση της αλήθειας– ενώ οι σκέψεις του Τζων Λιλ αποδίδονται μέσω μιας τριτοπρόσωπης αφήγησης και ενός πλάγιου λόγου, που αναδεικνύουν αφηγηματικά τη σταθερότητα των απόψεών του ως αρχηγού της σέχτας.

Σε μία συνέντευξη που έδωσε τον Ιούλιο του 2018, στο περιοδικό The Atlantic[1]A writer’s fixation on sound», The Atlantic, 24.7.2018., η Ρ. Ο. Κουόν εξήγησε ότι ένας από τους λόγους που χρειάστηκε δέκα χρόνια για να ολοκληρώσει τους Εμπρηστές ήταν η εμμονή της για την επίτευξη μιας μουσικής ρυθμικότητας που θα εξασφάλιζε η κατάλληλη επιλογή και τοποθέτηση των λέξεων σε κάθε παράγραφο. Παραθέτει μάλιστα στη συνέντευξη αυτή και ένα απόσπασμα από μια επιστολή της Ίντιθ Γουόρτον, στο οποίο η Αμερικανίδα συγγραφέας μιλά για την απόλαυση που προσφέρει σε έναν αναγνώστη το άκουσμα μιας καλογραμμένης και ρυθμικά αρμονικής φράσης ενός λογοτεχνικού έργου. Έχοντας το συγκεκριμένο απόσπασμα ως συγγραφικό μότο, η Κουόν κατορθώνει όχι απλώς να το υλοποιήσει αλλά να γράψει ένα μυθιστόρημα, του οποίου οι γλωσσικές αρετές (η ευστοχία στην επιλογή των λέξεων, το συναισθηματικό αποτύπωμα των φράσεων και η συνήχηση του γλωσσικού ρυθμού και των αφηγηματικών δεδομένων) προκαλούν μια αισθητική συγκίνηση στον αναγνώστη, που τον μαγεύει από την πρώτη σελίδα του έργου μέχρι την τελευταία. Γι’ αυτό και δεν μοιάζει καθόλου πλαστή η αναφορά της σε μια άλλη συνέντευξη[2]«We ’re all unreliable narrators: Talking with R. O. Kwon», The Rumpus, 18.7.2018. ότι δούλευε επί δύο χρόνια τις είκοσι πρώτες σελίδες του έργου, προκειμένου να βρει την εκφραστική δυναμική και τον αφηγηματικό ρυθμό που αναζητούσε. Οι οποίες είκοσι σελίδες, ειρήσθω εν παρόδω, δημοσιεύτηκαν ως αυτόνομο διήγημα και δεν αξιοποιήθηκαν στην τελική μορφή του έργου, γιατί δεν ταίριαζαν με την αφηγηματική ταυτότητα που αποφάσισε τελικά να προσδώσει.

Αν και θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ένας συγγραφέας που βρέθηκε στην αντίπερα όχθη από τη θρησκευτική περιχαράκωση, θα στεκόταν με απόλυτες θέσεις απέναντι στο φαινόμενο της πίστης, ο τρόπος εκδίπλωσης των σχολίων και των αποριών των πρωταγωνιστών του έργου φανερώνει ότι ο βασικός στόχος της Κουόν δεν είναι η καταδίκη αλλά η κατανόηση, όπως καθίσταται εμφανές ήδη από το πρώτο κεφάλαιο. Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον Γουίλ να αφηγείται την τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών από τα μέλη της σέχτας του Τζων Λιλ, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η Φοίβη, σε ένα νοσοκομείο στο οποίο γίνονταν εκτρώσεις, και τη συνακόλουθη καταστροφική έκρηξη. Το γεγονός ότι ο αναγνώστης γνωρίζει από την αρχή πού θα οδηγήσει η εμπλοκή της Φοίβης, επιτρέπει στην Κουόν να εστιάσει στην ψυχογράφηση των χαρακτήρων, στα κίνητρα, τις ανασφάλειές τους και την αγωνιώδη προσπάθεια να κατανοήσουν τη ζωή τους. O μόνος τρόπος για να καταλάβεις κάποιον, μοιάζει να λέει η Κουόν, είναι να τον ακούσεις. Και το να μάθεις να ακούς είναι μια πράξη γενναιοδωρίας, όπως φαίνεται από τα λόγια του Γουίλ:

«Εδώ είναι που αρχίζω να δυσκολεύομαι, Φοίβη. Κτήρια γκρεμίστηκαν. Άνθρωποι πέθαναν. Κάποτε μου είπες ότι δεν είχα προσπαθήσει καν να καταλάβω. Ωραία λοιπόν, τώρα είμαι εδώ και προσπαθώ.»

Ένα από τα στοιχεία που μου έκαναν εντύπωση διαβάζοντας το έργο της Κουόν είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η σχέση των χαρακτήρων με το φαινόμενο της πίστης. Μολονότι γνωρίζεις ότι είναι αποτρόπαια η καταληκτική τρομοκρατική ενέργεια της σέχτας του Τζων Λιλ, η αφήγηση δεν αναλώνεται στο να αντιμετωπίζει τις συνέπειες του θρησκευτικού φανατισμού ως κάτι καταδικαστέο (που αυτονόητα είναι), αλλά στον ρόλο της θρησκείας ως πνευματικού τόπου σύνδεσης του πραγματικού και του συμβολικού. Ο Τζων Λιλ είχε βρει τον σκοπό της ζωής του μένοντας στην Κίνα και βοηθώντας Βορειοκορεάτες να διαφύγουν στη Σεούλ. Κάποια στιγμή συλλαμβάνεται και υφίσταται βασανιστήρια σε ένα γκουλάγκ, όπου αντικρίζει ένα παιδί να υμνεί τον μεγάλο ηγέτη, ενώ πεθαίνει από φρικτούς πόνους λόγω κατάγματος στη σπονδυλική στήλη, και συνειδητοποιεί ότι «μερικοί άνθρωποι έχουν ανάγκη κάποιον να τους οδηγεί. Μέσα κι έξω από το γκουλάγκ, διψούσανε για πίστη. Φαντάσου, όμως, ο τύραννος να ήταν όντως τόσο δίκαιος όσο πίστευαν οι οπαδοί του. Φαντάσου πόσα υπέροχα πράγματα θα είχε καταφέρει αν τους αγαπούσε… αν… και τότε φυτεύτηκε μέσα του ο σπόρος της ιδέας». Ο Γουίλ στρέφεται στη θρησκεία όταν η μητέρα του αρρωσταίνει, υπηρετεί ιδανικά τον ρόλο του προσηλυτιστή, μέχρι που καταρρέουν τα πάντα μέσα του, τα ερωτήματα και οι απορίες που κατέπνιγε τον συνθλίβουν, χάνει «το νοερό σύμπαν στο οποίο κατοικούσε κάποτε: εύτακτο, ήρεμο. Πίστευα ότι δεν θα πεθάνω είχε πει. Αυτό είναι ένα από τα οφέλη που σου προσφέρει η πίστη. Πίστευα ότι θα ζούσα για πάντα, μαζί με όλους όσους αγαπούσα». Ο έρωτάς του για τη Φοίβη δεν είναι παρά η αναζήτηση μιας καινούργιας πίστης, απτής, ανθρώπινης, με όλες τις αβεβαιότητες που συνεπάγεται μία ερωτική σχέση, αλλά πάνω από όλα αληθινής. Η Φοίβη, ταλαντούχα πιανίστρια, συνειδητοποιεί, παίζοντας μία σπουδή του αγαπημένου της συνθέτη, τη μυστικιστική έκσταση που μπορεί να βιώσει ένας μουσικός, αλλά σταματά να ασχολείται με το πιάνο όταν ακούει μια εκτέλεση του ίδιου έργου που νιώθει ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει. Καταρρέει όλο το νόημα που είχε προσδώσει στη ζωή της και οι ενοχές της για τον θάνατο της μητέρας της επιτείνουν το αίσθημα κενού, που αποζητά απεγνωσμένα να αναπληρώσει. «Ένας μεγάλος σωρός μοναξιά έχει μαζευτεί μέσα μου»[3]Γιόζεφ Ροτ, Hotel Savoy, μτφρ, Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2009, σ. 146., γράφει ο Γιόζεφ Ροτ στο υπέροχο Hotel Savoy, και η φράση αυτή νιώθω ότι συνοψίζει ιδανικά τη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων του έργου.

«Ο άνεμος σαλεύει πίσω μου, είπε η Φοίβη. Ακούω τα σκουπίδια που πάνε πέρα-δώθε˙ ξαφνικά διαπιστώνω ότι ακούω ένα ανάλαφρο βήμα, σχεδόν το αναγνωρίζω. Περιμένω όσο το δυνατόν περισσότερο, προτού κοιτάξω πίσω –δεν θέλω να διαλυθεί η ελπίδα. Η αλήθεια είναι ότι πιστεύω ακόμα πως, αν περιμένω αρκετά, η μητέρα μου θα επιστρέψει. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν έχω χάσει την ικανότητα να θέλω, αλλά ίσως φταίει απλώς ότι αυτό που αποζητώ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, δεν είναι πια διαθέσιμο.»

Η ηχοχρωματική αρτιότητα της παραπάνω παραγράφου, δείγμα της εξαιρετικής μεταφραστικής δουλειάς της Παλμύρας Ισμυρίδου, απηχεί συγχρόνως τη βαθιά γνώση από την πλευρά της Κουόν του έργου της Βιρτζίνια Γουλφ, στα κείμενα της οποίας, όπως έχει πει, επανερχόταν συχνά κατά τη συγγραφή των Εμπρηστών. Εκτός όμως από την κατασκευαστική δεξιοτεχνία στην απόδοση των φωτοσκιάσεων της συνειδησιακής ροής των προσώπων, πολλές φορές κατά την ανάγνωση του μυθιστορήματος ένιωθα ότι άκουγα και αυτόν τον σιωπηλό αγώνα νοηματοδότησης της πίστης ως συνεκτικού αρμού της ανθρώπινης ζωής, που αφουγκράζεται όποιος διαβάζει το έργο της Μέριλιν Ρόμπινσον (και χάρηκα όταν διαπίστωσα αργότερα την αναγνωστική οικειότητά της με το έργο της σπουδαίας Αμερικανίδας πεζογράφου). Το ζήτημα της πίστης, δηλαδή, στο έργο της Κουόν τίθεται πρωτίστως ως πνευματική αναζήτηση, ως έκφραση της αναμέτρησης του κάθε ανθρώπου με τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, και λιγότερο ως μεταφυσική απάντηση σε αυτά. Με αυτόν τον τρόπο ορίζει και η ίδια η Ρόμπινσον το θεωρητικό υπόβαθρο του μυθιστορηματικού της έργου, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα της συνέντευξη[4]«Ο άνθρωπος είναι κατ΄ουσίαν πνεύμα», εφ. Η Καθημερινή, 28.5.2012 . που έδωσε στην εφημερίδα Καθημερινή λίγες μέρες πριν από τη διάλεξή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τον Μάιο του 2012:

«Νομίζω πως οι άνθρωποι είναι κατ’ ουσίαν πνευματικοί. Είτε συνειδητά είτε όχι, βρίσκονται σε συνομιλία με τον εαυτό τους γύρω από θεμελιώδη πράγματα –τον έρωτα, τον θάνατο, το νόημα. Όλα αυτά συνήθως προσλαμβάνουν τόσο συγκεκριμένη και άμεση μορφή, που μπορεί και να μη ληφθεί ποτέ υπ’ όψιν το γεγονός ότι μετέχουν αυτών των μεγάλων αφαιρέσεων. Αλλά σε αυτήν ακριβώς τη μορφή είναι που τα πράγματα γίνονται καθαρά και επιτακτικά… Δεν είμαι βέβαιη ότι αποδέχομαι τη διάκριση μεταξύ θρησκευόμενου και μη. Για μένα, το ερώτημα είναι ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι παίρνουν τις ζωές τους στα σοβαρά και τις ζουν με περίσκεψη. Η τυπική θρησκεία μπορεί να τροφοδοτήσει αυτό το είδος της σοβαρότητας αλλά δεν το κάνει πάντοτε. Καμιά φορά μοιάζει να γίνεται άκαμπτη απέναντι στο αίσθημα και στον στοχασμό».

Αυτό που κατορθώνει η Κουόν, χάρη στο φιλοσοφικά οριοθετημένο αφηγηματικό της σύμπαν και στη γλωσσική της μαεστρία, είναι να συνθέσει ένα λογοτεχνικό έργο βαθιά ανθρώπινο και αληθινό, με μια συναισθηματική ένταση που πηγάζει από τη στοχαστική ενσυναίσθηση και την ειλικρινή συγγραφική αναμέτρηση με την απώλεια και τη ματαίωση. Η λυτρωτική αναζήτηση της πίστης καθρεφτίζει την ανάγκη των χαρακτήρων του μυθιστορήματος –την ανάγκη κάθε ανθρώπου– να κατανοήσει τη ζωή για να μπορέσει να την αντέξει. Οι λύπες, οι δυσκολίες και οι αποτυχίες μάς βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε το προνόμιο της ύπαρξης στον βαθμό που μας ωθούν να διαχειριστούμε τα μεγάλα διλήμματα και δράματα που κρύβει ο καθένας μας μέσα του. Τα επώδυνα φορτία της μνήμης δεν επιδέχονται απλουστεύσεις. Πρέπει να περάσουν δια πυρός και σιδήρου για να γίνουν νόημα και πίστη. Όλοι μας είμαστε επιζήσαντες, μοιάζει να λέει η Κουόν, που προσπαθούμε να γίνουμε ζώντες. Και η ομορφιά του έργου της έγκειται κυρίως στο ότι σε φέρνει αντιμέτωπο «με το ερώτημα που κάθε μυθιστόρημα προσπαθεί ουσιαστικά να απαντήσει: Αξίζει να ζεις;»[5]Nicholson Baker, «The Art of Fiction», No. 212, The Paris Review..

Υποσημειώσεις[+]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή