Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Αγιάν Χίρσι Άλι

Γιατί είμαι τώρα Χριστιανή

Μετάφραση: Κώστας Δούσης

Το 2002 ανακάλυψα μια διάλεξη του 1927 του Μπέρτραντ Ράσελ, με τίτλο «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός». Δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό, καθώς διάβαζα το κείμενο, ότι μια μέρα, σχεδόν έναν αιώνα αφότου το ανέγνωσε στο παράρτημα της National Secular Society στο Νότιο Λονδίνο, θα αναγκαζόμουν να γράψω ένα δοκίμιο με τον ακριβώς αντίθετο τίτλο.

Την προηγούμενη χρονιά είχα δημοσίως καταδικάσει τις τρομοκρατικές επιθέσεις των 19 ανδρών που είχαν αρπάξει επιβατικά αεροσκάφη και τα έριξαν στους δίδυμους πύργους στη Νέα Υόρκη. Το είχαν κάνει στο όνομα της θρησκείας μου, του Ισλάμ. Ήμουν μουσουλμάνα τότε, αν και χωρίς να ασκώ ενεργά την πίστη μου. Εάν ειλικρινώς καταδίκαζα τις πράξεις τους, τότε πού με οδηγούσε αυτό; Η βασική αρχή που δικαιολογούσε τις επιθέσεις ήταν τελικά θρησκευτική: η ιδέα της Τζιχάντ ή του Ιερού Πολέμου κατά των απίστων. Ήταν δυνατόν για μένα, όπως και για πολλά μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας, απλώς να αποστασιοποιηθώ από την πράξη και τα φρικτά αποτελέσματά της;

Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί επιφανείς ηγέτες στη Δύση –πολιτικοί, μελετητές, δημοσιογράφοι και άλλοι ειδικοί– που επέμεναν ότι οι τρομοκράτες υποκινούνταν από λόγους διαφορετικούς από εκείνους που είχαν διατυπώσει τόσο ξεκάθαρα οι ίδιοι και ο ηγέτης τους Οσάμα Μπιν Λάντεν. Το Ισλάμ, λοιπόν, είχε άλλοθι.

Αυτή η δικαιολογία δεν ήταν μόνο συγκαταβατική απέναντι στους μουσουλμάνους. Έδωσε επίσης σε πολλούς Δυτικούς την ευκαιρία να καταφύγουν στην άρνηση. Το να κατηγορούμε τα λάθη της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ ήταν πιο εύκολο απ’ το να σκεφτούμε την πιθανότητα να βρεθούμε αντιμέτωποι με έναν θρησκευτικό πόλεμο. Έχουμε δει μια παρόμοια τάση τις τελευταίες πέντε εβδομάδες, καθώς εκατομμύρια άνθρωποι, συμπονετικοί έναντι των δεινών της Γάζας, προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου ως δικαιολογημένη απάντηση στις πολιτικές της ισραηλινής κυβέρνησης.

Όταν διάβασα τη διάλεξη του Russell, διαπίστωσα πως η γνωστική μου ασυμφωνία μετριαζόταν. Ήταν μια ανακούφιση το να υιοθετήσω μια στάση σκεπτικιστική απέναντι στο θρησκευτικό δόγμα, να απορρίψω την πίστη μου στον Θεό και να δηλώσω ότι δεν υπήρχε μια τέτοια οντότητα. Το καλύτερο απ’ όλα, μπορούσα πλέον ν’ απορρίψω την ύπαρξη της κόλασης και τον κίνδυνο της αιώνιας τιμωρίας.

Ο ισχυρισμός του Russell ότι η θρησκεία βασίζεται κυρίως στον φόβο, είχε απήχηση πάνω μου. Είχα ζήσει για πάρα πολύ καιρό με τον τρόμο όλων των φρικιαστικών τιμωριών που με περίμεναν. Ενώ είχα εγκαταλείψει όλους τους λογικούς λόγους για να πιστέψω στον Θεό, αυτός ο παράλογος φόβος της φωτιάς της κόλασης παρέμενε. Το συμπέρασμα του Ράσελ ήρθε έτσι σαν ένα είδος ανακούφισης: «Όταν πεθάνω, θα σαπίσω».

Για να καταλάβετε γιατί έγινα άθεη πριν από 20 χρόνια, πρέπει πρώτα να καταλάβετε το είδος μουσουλμάνας που ήμουν. Ήμουν έφηβη όταν η Μουσουλμανική Αδελφότητα διείσδυσε στην κοινότητά μου, στο Ναϊρόμπι της Κένυας το 1985. Δεν νομίζω ότι είχα καταλάβει καν τη θρησκευτική πρακτική πριν από την έλευση της Αδελφότητας. Είχα αντέξει τα τελετουργικά των καθαρμών, τις προσευχές και τη νηστεία ως κουραστικά και άσκοπα.

Οι ιεροκήρυκες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας τα άλλαξαν όλα. Διατύπωσαν μια κατεύθυνση: το σωστό μονοπάτι. Έναν σκοπό: να εργαστούμε για την είσοδό μας στον παράδεισο του Αλλάχ μετά θάνατον. Μια μέθοδο: το εγχειρίδιο οδηγιών του Προφήτη για τα πρέπει και τα μη –το χαλάλ [σ.τ.μ. «επιτρεπτό»] και το χαράμ [σ.τ.μ. «απαγορευμένο»]. Ως λεπτομερές συμπλήρωμα του Κορανίου, το Χαντίθ εξήγησε πώς να κατανοήσουμε στην πράξη τη διαφορά μεταξύ του σωστού και του λάθους, του καλού και του κακού, του Θεού και του διαβόλου.

Οι ιεροκήρυκες της Αδελφότητας δεν άφησαν τίποτα στη φαντασία. Μας έδωσαν επιλογή. Προσπαθήστε να ζήσετε σύμφωνα με το εγχειρίδιο του Προφήτη και να δρέψετε τις ένδοξες ανταμοιβές στο επέκεινα. Σε αυτή τη γη, εν τω μεταξύ, το μεγαλύτερο δυνατό επίτευγμα ήταν να πεθάνεις ως μάρτυρας για χάρη του Αλλάχ.

Η εναλλακτική επιλογή, το να ενδώσεις στις τρυφές του κόσμου, σήμαινε να κερδίσεις την οργή του Αλλάχ και να καταδικαστείς σε μια αιώνια ζωή στη φωτιά της κόλασης. Μερικές από τις «κοσμικές απολαύσεις» που αποδοκίμαζαν περιελάμβαναν την ανάγνωση μυθιστορημάτων, την ακρόαση μουσικής, τον χορό και το να πηγαίνω στον κινηματογράφο –όλα αυτά που ντρεπόμουν να παραδεχτώ ότι τα λάτρευα.

Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ήταν η ικανότητά τους να μεταμορφώνουν εμένα και την εφηβική παρέα μου από παθητικούς πιστούς σε ακτιβιστές, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν λέγαμε απλώς κουβέντες ή προσευχόμασταν για κάτι: κάναμε πράγματα. Ως κορίτσια φορέσαμε μπούρκα κι απαρνηθήκαμε τη δυτική μόδα και το μακιγιάζ. Τα αγόρια καλλιέργησαν τις τρίχες του προσώπου τους στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Φορούσαν το λευκό σαν φόρεμα ρούχο που φοριέται στις αραβικές χώρες ή κόντυναν το παντελόνι τους πάνω απ’ τον αστράγαλο. Λειτουργούσαμε ομαδικά και προσφέραμε εθελοντικά τις φιλανθρωπικές υπηρεσίες μας σε φτωχούς, ηλικιωμένους, ανάπηρους και αδύναμους. Παροτρύναμε φίλους μουσουλμάνους να προσευχηθούν και απαιτήσαμε από τους μη μουσουλμάνους ν’ ασπαστούν το Ισλάμ.

Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων ισλαμικής μελέτης, μοιραστήκαμε με τον επικεφαλής ιεροκήρυκα τις ανησυχίες μας. Για παράδειγμα, τι θα έπρεπε να κάνουμε με τους φίλους που αγαπούσαμε και τους νιώθαμε κοντινούς, αλλά είχαν αρνηθεί ν’ αποδεχτούν την πρόσκληση στην πίστη; Ως απάντηση, μας υπενθύμισαν επανειλημμένα τη σαφήνεια των οδηγιών του Προφήτη. Μας είπαν με τη μέγιστη βεβαιότητα ότι δεν μπορούμε να είμαστε πιστοί στον Αλλάχ και στον Μωάμεθ, διατηρώντας παράλληλα φιλίες και εμπιστοσύνη με τους άπιστους. Αν απέρριπταν ρητά την πρόσκλησή μας στο Ισλάμ, έπρεπε να τους μισούμε και να τους καταριόμαστε.

Εδώ, ξεχωριστό μίσος επιφυλάχθηκε για ένα υποσύνολο απίστων: τον Εβραίο. Καταριόμασταν τους Εβραίους πολλές φορές μες στην ημέρα και εκφράζαμε φρίκη, αποτροπιασμό και οργή για τη λιτανεία των αδικημάτων που φέρεται να είχαν διαπράξει. Ο Εβραίος είχε προδώσει τον Προφήτη μας. Είχε καταλάβει το Ιερό Τζαμί στην Ιερουσαλήμ. Εξακολουθούσε να διαδίδει τη διαφθορά της καρδιάς, του μυαλού και της ψυχής.

Μπορείτε λοιπόν να καταλάβετε γιατί, σε κάποιον που είχε περάσει από μια τέτοια θρησκευτική εκπαίδευση, ο αθεϊσμός φαινόταν τόσο ελκυστικός. Ο Μπέρτραντ Ράσελ πρόσφερε μια απλή, μηδενικού κόστους απόδραση από μια αφόρητη ζωή αυτο-εκμηδένισης και παρενόχλησης των άλλων ανθρώπων. Για εκείνον δεν υπήρχε κανένα πιστευτό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού. Η θρησκεία, υποστήριζε ο Ράσελ, είχε τις ρίζες της στον φόβο: «Ο φόβος είναι η βάση του όλου πράγματος –φόβος για το μυστηριώδες, φόβος για την ήττα, φόβος θανάτου».

Ως άθεη, νόμιζα ότι θα έχανα αυτόν τον φόβο. Βρήκα επίσης έναν εντελώς νέο κύκλο φίλων, τόσο διαφορετικό από τους ιεροκήρυκες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όσο περισσότερο χρόνο περνούσα μαζί τους –άτομα όπως ο Κρίστοφερ Χίτσενς και ο Ρίτσαρντ Ντόκινς– τόσο πιο βέβαιη ένιωθα ότι είχα κάνει τη σωστή επιλογή. Γιατί οι άθεοι ήταν έξυπνοι. Είχαν επίσης μεγάλη πλάκα.

Λοιπόν, τι άλλαξε; Γιατί αυτοαποκαλούμαι τώρα Χριστιανή;

Μέρος της απάντησης είναι παγκόσμιο. Ο δυτικός πολιτισμός απειλείται από τρεις διαφορετικές αλλά συγγενικές δυνάμεις: την αναβίωση του αυταρχισμού των μεγάλων δυνάμεων και του επεκτατισμού με τις μορφές του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος και της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν∙ την άνοδο του παγκόσμιου ισλαμισμού, που απειλεί να κινητοποιήσει έναν τεράστιο πληθυσμό εναντίον της Δύσης∙ και την ιογενή εξάπλωση της woke ιδεολογίας, η οποία κατατρώει την ηθική ευρωστία της επόμενης γενιάς.

Προσπαθούμε ν’ αναχαιτίσουμε αυτές τις απειλές με σύγχρονα, κοσμικά [secular] εργαλεία: στρατιωτικές, οικονομικές, διπλωματικές και τεχνολογικές προσπάθειες για να κατατροπώσουμε, να δωροδοκήσουμε, να πείσουμε, να κατευνάσουμε ή να επιτηρήσουμε. Κι όμως, σε κάθε νέο γύρο σύγκρουσης, βρισκόμαστε να χάνουμε έδαφος. Είτε ξεμένουμε από χρήματα, με το εθνικό μας χρέος σε δεκάδες τρισεκατομμύρια δολάρια, είτε χάνουμε το προβάδισμά μας στον τεχνολογικό αγώνα με την Κίνα.

Όμως δεν μπορούμε να πολεμήσουμε αυτές τις τρομερές δυνάμεις αν δεν απαντήσουμε στο ερώτημα: τι είναι αυτό που μας ενώνει; Η απάντηση ότι «ο Θεός πέθανε!» φαίνεται ανεπαρκής. Το ίδιο και η προσπάθεια εξεύρεσης παρηγοριάς στη «βασισμένη σε κανόνες φιλελεύθερη διεθνή τάξη». Η μόνη αξιόπιστη απάντηση, πιστεύω, βρίσκεται στην επιθυμία μας να διατηρήσουμε την κληρονομιά της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης.

Αυτή η κληρονομιά αποτελείται από ένα περίτεχνο σύνολο ιδεών και θεσμών, σχεδιασμένων για να προστατεύουν την ανθρώπινη ζωή, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια –από το εθνικό κράτος και το κράτος δικαίου έως τους θεσμούς της επιστήμης, της υγείας και της εκπαίδευσης. Όπως έχει δείξει ο Tom Holland στο θαυμάσιο βιβλίο του Κυριαρχία [Dominion], κάθε είδους φαινομενικά κοσμικές ελευθερίες –της αγοράς, της συνείδησης και του τύπου– βρίσκουν τις ρίζες τους στον Χριστιανισμό.

Και έτσι συνειδητοποίησα ότι ο Ράσελ και οι άθεοι φίλοι μου δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν το δάσος από τα δέντρα. Το δάσος είναι ο πολιτισμός που θεμελιώθηκε πάνω στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση∙ είναι η ιστορία της Δύσης, απ’ άκρη σ’ άκρη. Η κριτική του Russell στις αντιφάσεις του χριστιανικού δόγματος είναι σοβαρή, αλλά είναι επίσης πολύ στενή σε έκταση.

Για παράδειγμα, έδωσε τη διάλεξή του σε μιαν αίθουσα γεμάτη (πρώην ή τουλάχιστον αμφιβάλλοντες) Χριστιανούς σε μια χριστιανική χώρα. Σκεφτείτε πόσο μοναδικό ήταν αυτό πριν από σχεδόν έναν αιώνα και πόσο σπάνιο εξακολουθεί να είναι στους μη δυτικούς πολιτισμούς. Θα μπορούσε ένας μουσουλμάνος φιλόσοφος να σταθεί μπροστά σε οποιοδήποτε ακροατήριο σε μια μουσουλμανική χώρα –τότε ή τώρα– και να δώσει μια διάλεξη με τίτλο «Γιατί δεν είμαι μουσουλμάνος»; Στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα βιβλίο με αυτόν τον τίτλο, γραμμένο από έναν πρώην μουσουλμάνο. Όμως ο συγγραφέας το δημοσίευσε στην Αμερική με το ψευδώνυμο Ibn Warraq. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο να γίνει διαφορετικά.

Για μένα, αυτή η ελευθερία συνείδησης και λόγου είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του δυτικού πολιτισμού. Δεν προκύπτει με φυσικό τρόπο στην ανθρωπότητα. Είναι προϊόν συζητήσεων αιώνων μέσα στις εβραϊκές και χριστιανικές κοινότητες. Αυτές οι συζητήσεις προώθησαν την επιστήμη και τη λογική, μείωσαν τη σκληρότητα, κατέστειλαν τις δεισιδαιμονίες και οικοδόμησαν θεσμούς για να διατάξουν και να προστατεύσουν τη ζωή, ενώ εγγυήθηκαν την ελευθερία σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Σε αντίθεση με το Ισλάμ, ο Χριστιανισμός υπερκέρασε το δογματικό του στάδιο. Γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο ότι η διδασκαλία του Χριστού δεν σήμαινε μόνο έναν περιορισμένο ρόλο για τη θρησκεία ως κάτι ξεχωριστό από την πολιτική. Σήμαινε επίσης συμπόνια για τον αμαρτωλό και ταπεινότητα για τον πιστό.

Ωστόσο, δεν θα ήμουν ειλικρινής αν απέδιδα την προσκόλλησή μου στον Χριστιανισμό αποκλειστικά στη συνειδητοποίηση ότι ο αθεϊσμός είναι πολύ αδύναμο και διχαστικό δόγμα για να μας οχυρώσει ενάντια στους απειλητικούς μας εχθρούς. Έχω επίσης στραφεί στον Χριστιανισμό γιατί τελικά βρήκα τη ζωή χωρίς καμία πνευματική παρηγοριά ανυπόφορη –στην πραγματικότητα, σχεδόν αυτοκαταστροφική. Ο αθεϊσμός απέτυχε να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ποιο είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής;

Ο Ράσελ και άλλοι ακτιβιστές άθεοι πίστευαν ότι με την απόρριψη του Θεού θα μπαίναμε σε μια εποχή ορθολογισμού και ευφυούς ανθρωπισμού. Αλλά η «τρύπα του Θεού» –το κενό που αφήνει η υποχώρηση της Εκκλησίας– έχει απλώς γεμίσει από ένα συνονθύλευμα παράλογων παραθρησκευτικών δογμάτων. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος όπου οι σύγχρονες λατρείες λεηλατούν τις ασπόνδυλες μάζες, προσφέροντάς τους ψευδείς λόγους ύπαρξης και δράσης –κυρίως συμμετέχοντας σ’ ένα επιδεικτικό θέατρο αρετής για λογαριασμό μιας θυματοποιημένης μειονότητας ή του δήθεν καταδικασμένου πλανήτη μας. Η ρήση που συχνά αποδίδεται στον G.K. Chesterton έχει μετατραπεί σε προφητεία: «Όταν οι άνθρωποι επιλέγουν να μην πιστεύουν στον Θεό, δεν είναι ότι δεν πιστεύουν πια σε τίποτα, τότε γίνονται πλέον ικανοί να πιστεύουν σε οτιδήποτε».

Μέσα σ’ αυτό το μηδενιστικό κενό, η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας γίνεται πολιτισμική. Δεν μπορούμε ν’ αντικρούσουμε την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν αν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε στους πληθυσμούς μας για ποιο λόγο είναι σημαντικό να το κάνουμε. Δεν μπορούμε να πολεμήσουμε την woke ιδεολογία εάν δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε τον πολιτισμό που προτίθεται να καταστρέψει. Και δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον ισλαμισμό με καθαρά κοσμικά εργαλεία. Για να κερδίσουμε τις καρδιές και το μυαλό των μουσουλμάνων εδώ στη Δύση, πρέπει να τους προσφέρουμε κάτι περισσότερο από βιντεάκια στο TikTok.

Το μάθημα που πήρα από τη θητεία μου στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ήταν η δύναμη μιας ενοποιητικής αφήγησης, ριζωμένης στα θεμελιώδη κείμενα του Ισλάμ προκειμένου να προσελκύσει, να δεσμεύσει και να κινητοποιήσει τις μουσουλμανικές μάζες. Αν δεν προσφέρουμε κάτι τόσο ουσιαστικό, φοβάμαι ότι η διάβρωση του πολιτισμού μας θα συνεχιστεί. Και ευτυχώς, δεν υπάρχει λόγος να αναζητήσουμε κάποια new age παρασκευάσματα φαρμακευτικής αγωγής και συνειδητότητας. Ο Χριστιανισμός τα έχει όλα.

Γι’ αυτό δεν θεωρώ τον εαυτό μου πλέον μουσουλμάνα αποστάτρια, αλλά μια έκπτωτη άθεη. Φυσικά, έχω ακόμα πολλά να μάθω για τον Χριστιανισμό. Κάθε Κυριακή ανακαλύπτω και περισσότερα στην εκκλησία. Αλλά έχω αναγνωρίσει, στο δικό μου μακρύ ταξίδι μέσα σε μια έρημο φόβου και αμφιβολίας για τον εαυτό μου, ότι υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος διαχείρισης των προκλήσεων της ύπαρξης από ό,τι έχει να προσφέρει είτε το Ισλάμ είτε η απιστία.

⸙⸙⸙

[Το άρθρο της Σομαλής, ολλανδο-αμερικανής ακτιβίστριας, συγγραφέως και πολιτικού δημοσιεύτηκε στις 11.11.2023 εδώ.]

Κύλιση στην κορυφή