Ιουλίτα Ηλιοπούλου

Γλώσσα και Ποίηση.

Επτά αμφίδρομες σκέψεις

1- Τι μας οδηγεί στη γραφή, στον ρητό λόγο, αν όχι η ένστικτη ανάγκη να γνωρίσουμε, διατυπώνοντάς το, το ψυχικά υπαρκτό κι όμως άρρητο…

Να μεταβάλλουμε αυτό το άγνωστο σε αντικείμενο της ακοής και της όρασης μας. Όσο μάλιστα επιδίδεται κανείς στη γραφή, τόσο μοιάζει να διαπιστώνει και να ορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο ίδιος υπάρχει και κατοικεί. Πλαίσιο που το απαρτίζουν οι υπαρξιακές δομές και πολλά συναισθηματικά έρματα. Έρματα που τα αφαιρείς για μια στιγμή. Τη στιγμή που διαλέγεις και φορτίζεις τις λέξεις πέραν του αντικειμενικού τους σημασιολογικού βάρους. Αυτές παραμένουν, ωστόσο, στέρεες, πλήρεις έλλογου περιεχομένου να αντιστέκονται στην ανοίκεια οικειοποίηση που επιχειρείς.

Κάποιες φορές χάνουν την ευσταθή τους ισορροπία και επιπλέουν πάνω σε ένα δάκρυ, πάνω σε μια κραυγή χαράς. Η υπέρτατη μορφή συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας, κατά τον Ρίτσαρντς, είναι η ποίηση ή αλλάζοντας λίγο τον λόγο του, η υπέρτατη γλώσσα είναι η ποίηση, η γλώσσα που είναι τόσο υποκειμενικά φορτισμένη –«με λογισμό και μ’ όνειρο», με νου και πάθος– ώστε ταυτόχρονα να γίνεται αντιληπτή, απτή και ορατή, καταληπτή απ’ όλους.

Μεγάλο στοίχημα που το επέτυχαν, ωστόσο, λίγοι γράφοντες.

2- Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ στο δοκίμιο του «Η γλώσσα στην ποίηση του Γκέοργκ Τράκλ» γράφει: «Η συνομιλία της νόησης με την ποίηση επιδιώκει την ουσίωση της γλώσσας,για να ξαναμάθουν οι θνητοί να κατοικούν μέσα στη γλώσσα».

Να κατοικήσουμε μέσα στη γλώσσα, μια πρόταση που ηχεί παράξενα μέσα στη διαρκή χρήση της ομιλούσας γλώσσας, χρήση που προσδίδει την ψευδαίσθηση της κατάκτησης, από μέρους μας, αυτού του πολύτροπου ζωντανού οργανισμού που είναι το γλωσσικό σύστημα. Δουλεύουμε, ωστόσο, με έναν κώδικα που ολοένα ζητάμε να τον υποτάξουμε και ολοένα μας υποτάσσει, τη στιγμή που μετατρέπουμε σε λέξη ή που εκχωρούμε σε έναρθρο λόγο κάτι απ’ το μη λεγόμενο της ψυχής ή από το εναγώνιο των αισθημάτων μας.

Με αποκλίσεις, με παραβιάσεις, με αυθαίρετους συσχετισμούς ζητάμε να χαράξουμε τη δική μας ευθεία, να διαμορφώσουμε μίαν ιδιαίτερη ποιητική γραμματική. Που θα πει, να καθρεφτίσουμε το βλέμμα μας στο καθαρό ή αλλιώς στο προδοτικό γυαλί της φράσης, που είτε το θέλουμε είτε όχι δεν παύει να αποτελεί την πλέον διάφανη κατοικία μας.

3- Αν η ποίηση κατέγραφε απλώς μια σκέψη μας –όσο καίρια κι αν ήταν–, η διαδικασία θα ήταν απλή. Συμβαίνει όμως η σκέψη να παράγεται, να μορφοποιείται, να εξελίσσεται και να βρίσκει την τελική της ανάπτυξη μέσα στη γλωσσική της διατύπωση. Η γλωσσική επεξεργασία στην ποίηση δεν συνιστά τόσο μιαν επιπρόσθετη πρακτική –που θα είχε το όνομα γλωσσική μετουσίωση των νοημάτων– όσο αποτελεί μια δραστική κινητοποίηση της ίδιας της νοητικής ενέργειας, προς την κατεύθυνση που επιτρέπει η δομή της γλώσσας. «Οι λέξεις είναι γεγονότα ικανά να απελευθερώνουν μάλλον, παρά να φυλακίζουν το πνεύμα», έγραφε ο Πιέρ Ρεβερντύ.

4- Το τελικό προϊόν που παράγει ο ποιητής είναι γλώσσα. Γιατί στην ποιητική έκφραση δεν αποτελεί η γλώσσα μόνον τον υλικό φορέα, αλλά και αυτά τούτα τα νοητικά και συναισθηματικά σημαινόμενα που, προκειμένου να γίνουν μεταδοτά, μετατρέπονται σε λεκτική ύλη, σε έλλογη κατασκευή, σε ηχοποιητική ατμόσφαιρα, σε ρυθμό, σε αισθητική αλχημεία .Η συνδυαστική ικανότητα της γλώσσας αποτελεί συχνά και το ορατό αντίκρισμα της συνδυαστικής φαντασίας του γράφοντος. Μια νέα γλωσσική δομή, δυνητικά τουλάχιστον, μπορεί να προκαλεί τη δομή της τρέχουσας πραγματικότητας, να υπονομεύει την ασφάλειά της, να δημιουργεί ρωγμές στη συμβατική τάξη, αφού διασαλεύει για λίγο την αντιληπτική λογική μας. Ανασημασιολογεί ο ποιητικός λόγος, μετασχηματίζει, που θα πει εναποθέτει μέσα μας προσδοκίες.

5- Η ποίηση, απ’ τη φύση της, ζητά να διευθετήσει αλλιώς τα δεδομένα. Χρησιμοποιώντας έναν φθαρμένο από την επικοινωνιακή χρήση κώδικα, χωρίς να ακυρώνει, τουναντίον, εντείνοντας την επικοινωνία, ζητά να υπερβεί τη συμβατική ομιλία, προτείνοντας νέες συνάφειες, αρμονίες νέες και αντιθέσεις. Η αποδόμηση της ορθόδοξης σύνταξης, η συνειδητή αποσπασματικότητα του λόγου, το παιχνίδι των αποκλίσεων και των αιφνιδιασμών δεν είναι παρά στρατηγικές που εφαρμόζει κανείς για μια πρώτη κατάκτηση της γλωσσικής του ενηλικίωσης ή, καλύτερα, της ελευθερίας. Δεν είναι παρά στρατηγικές διαφοροποίησης του εγώ, εναντίωσης στην καθεστηκυία τάξη, διεύρυνσης των προσωπικών ορίων.

Άλλωστε, «τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου», κατά τον Βιτγκενστάιν.

6- «Αλλά πώς με τι / Γίνεται τρόπο να φανερωθεί το “μη λεγόμενον”», ρωτά ο Ελύτης. Το άρρητο, το άλεκτο αποτελεί το πρώτο και έσχατο ζητούμενο της γλώσσας. Χωρίς κατ’ ανάγκη να συνιστά μεταφυσικό αίτημα, είναι αυτό που προσδιορίζει το λεχθέν, αυτό που οδηγεί ολόκληρη την ψυχική ενέργεια, έτσι ώστε να μετατρέπεται σε διανοητική διαδικασία και να αισθητοποιείται με διαφορετικό τρόπο από ποίημα σε ποίημα.

Ο αγώνας αυτός για να λεχθεί το μη λεγόμενο μπορεί και να ονομαστεί ποίηση, μια διαρκής και αρχέγονη αναζήτηση (του εαυτού μας) μέσα στη γλώσσα, προκειμένου να προσλάβουμε το πέραν αυτής και να το καταστήσουμε μεταδοτό.

7- Τα κόκαλα που τσακίζει η γλώσσα, τα συναντάμε στα ράκη της γραφής μας, ολισθαίνοντας, από διανοητική αυταρέσκεια ή και από πεζολογική αδιαφορία, στο δάπεδο ενός σημαίνοντος, που δεν του δώσαμε την δέουσα σημασία. Κι ύστερα; Είναι το θέμα, η λεπτή κλωστή του αφηγήματος, ο τόνος του συναισθήματος που συνέχει το όλον (και πολλές φορές το «απαραίτητο» έρεβος). Είναι, είναι, είναι ο νους! Απαντάμε. Νους, συχνά, θα έλεγα, στεγνός από μουσική, που θα πει από αισθήσεις. Είμαστε, εντέλει, όλοι εμείς οι γράφοντες, αναμένοντας, ούτε καν το κοινό, αλλά την επιβράβευση του métier, την αποδοχή –τον έπαινο ενίοτε–, ερήμην της τέχνης, της αισθητικής, ακόμη και των όποιων αξιών κηρύττουμε, ερήμην του ίδιου του αναγνώστη. Υπερβάλλω, το ξέρω, άλλωστε αρκετές οι εξαιρέσεις για να δίνουν μια ζωτική ανάσα. Έτσι κι αλλιώς στην υπερβολή κρύβεται συχνά η αφύπνισή μας μπροστά στο κάτι σημαντικό που θέλουμε ν’ αγνοούμε, υπηρετώντας το παρ’ όλα αυτά, χρήστες ακαταπόνητοι, μα όχι κι εραστές, αυτού που μας υπερβαίνει, αυτού που ονομάζουμε γλώσσα.

Η γλώσσα, λοιπόν, η αντανάκλαση των γνώσεων ή της μνήμης μας, σχεδόν το ίδιο είναι, η γλώσσα η προδοτική των αισθημάτων μας, της ηθικής μας συχνά, της αισθητικής μας πάντα. Γιατί τι άλλο είναι η ποιητική γραφή από μια αποκάλυψη, «από το να σχεδιάζεις μια πόρτα σε έναν αδιαπέραστο τοίχο και να την ανοίγεις!», κατά τον ποιητή της πεζογραφίας Christian Bobin.

Κύλιση στην κορυφή