Βασίλης Ντόβρος

Γλυκό συκαλάκι, ως αισθητική απόλαυση μίας σύγχρονης παράδοσης

Η θεία μου η Βούλα μένει στην επαρχία της Εύβοιας σε ένα σπίτι που το έφτιαξαν οι γονείς της λίγο πριν γεννηθεί το 1957: ένας ορθογώνιος όγκος διαστάσεων 4 επί 13 με 2,80 μέτρα ύψος, χωρισμένος εσωτερικά σε τρία μέρη, με την τουαλέτα να βρίσκεται εκτός αυτού. Τα κύρια υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν για τους τοίχους πλίθες από πηλό με επικάλυψη πηλοσοβά και ασβεστοσοβά, ξύλινη στέγη με βυζαντινά κεραμίδια, ξύλινα παράθυρα και ελαφρύ μπετόν με μωσαϊκό στο πάτωμα. Η κατασκευή του διήρκησε περίπου 6 μήνες και έγινε με τη συμβολή 2-3 πολυτεχνιτών, τη γειτονιά και τους ίδιους τους γονείς, ιδιαίτερα για την παραγωγή των πλίθων επί τόπου, αλλά και τη διευκόλυνση όλων των συμπληρωματικών διαδικασιών του εργοταξίου, όπως αγορά-κουβάλημα υλικών, δημιουργία λάσπης κ.ά. Το σπίτι οικοδομήθηκε οργανικά από τον τόπο, την οικονομία και τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, αποτελώντας μία αδιάψευστη μαρτυρία της εποχής δημιουργίας του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μεγάλωσε η θεία αναπτύσσοντας μία βιωματική σχέση με τον χώρο, όπου η κάθε ιδιαιτερότητα ενσωματωνόταν στις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Γιατί στην πραγματικότητα της παραδόθηκε ένα οικοδόμημα στατικά επισφαλές, αμόνωτο, χωρίς σύγχρονες προδιαγραφές λειτουργικότητας, ύψους, αερισμού και κλιματισμού, ενώ σύμφωνα με τον νεότερο Οικοδομικό, Στατικό και Κτιριολογικό κανονισμό δεν θα μπορούσε ποτέ νόμιμα να κτιστεί. Και όχι μόνο της θείας Βούλας, αλλά και του Μανωλιού στα Σφακιά, του Λαυρέντη στο Πήλιο, του Ταξιάρχη στη Λέσβο, της Μαρουσώς στη Νάξο.

Η θεία θέλει μετά από 65 χρόνια να ανακαινίσει το σπίτι: να αντικαταστήσει τη στέγη και τα παράθυρα, καθώς έχουν σπάσει τα κεραμίδα και σαπίσει κάποια ξύλα, να συνδέσει την τουαλέτα-μπάνιο με το υπόλοιπο σπίτι, να μονώσει τους τοίχους, να αλλάξει-βελτιώσει τη διαρρύθμιση κάνοντας προσθήκη όγκου, να βάλει κλιματισμό, νέο εξοπλισμό –κουζίνα και είδη υγιεινής. Έρχεται να εκσυγχρονίσει οικονομικά ό,τι της έχει παραδοθεί με στόχο να βελτιώσει τις συνθήκες της καθημερινής της διαβίωσης σε όλα τα επίπεδα. Επιχειρεί σχεδόν με τον ίδιο τρόπο των γονιών της, ενώ ταυτόχρονα συμμορφώνεται και με όλους τους νομικούς-οικοδομικούς περιορισμούς: 4-5 τεχνίτες, συμμετοχή γειτονιάς, οικονομικά πιστοποιημένα υλικά, συμμετοχή της ίδιας. Το αποτέλεσμα που παραδίδει στα παιδιά της είναι μία ενιαία θερμοπρόσοψη με ακρυλική πάστα, λευκά παράθυρα από pvc, επικάλυψη στέγης από θερμομονωτικά πάνελ με σχέδιο κεραμιδιών, κλιματιστικές μονάδες αναρτημένες, μόνωση της πλάκας δαπέδου και καινούργια πλακάκια πάνω στο μωσαϊκό. Όλη η διαδικασία και το αποτέλεσμα έρχεται να συμπυκνώσει τη σύγχρονη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα σε κτισμένο περιβάλλον, με την ίδια πρόθεση και αφετηρία του χρήστη που θέλει να βελτιώσει-επεκτείνει τον ζωτικό του χώρο.

Κατά την επίσκεψή μου στο ανακαινισμένο κτίριο της θείας και ενώ μου διηγούνταν το πόσο ευχαριστημένη είναι πλέον με το σπίτι της, δεν μπορούσα να μη φέρω στο μυαλό μου την προγενέστερη μορφή με τις πλούσιες υφές και την φυσική πατίνα του χρόνου μπροστά στην αποστειρωμένη σύγχρονη εκδοχή του. Ταυτόχρονα αναδύθηκε αβίαστα το ερώτημα για το αν πήγε κάτι λάθος στη διαδικασία ή αν η αρνητική διάθεσή μου βασίζεται κυρίως σε αισθητικές αδυναμίες που θα μπορούσε να εξαλείψει η παρουσία ενός αρχιτέκτονα.

Ωστόσο, πριν εκφράσω ως Αρχιτέκτονας κάποιες σκέψεις στο παραπάνω ερώτημα του κτισμένου χώρου, το ουσιαστικό ζήτημα εντοπίζεται σε ένα ευρύτερο θέμα, δηλαδή στη σχέση κυρίως μεταξύ Παράδοσης και σύγχρονου τρόπου ζωής, και ειδικότερα το πώς συζητείται και κατανοείται η έννοια της παράδοσης μέσα από δύο βασικούς παραμέτρους.

1. Η ζώσα πραγματικότητα ως συνειδητή συνέχεια της παραδιδόμενης κατάστασης ή ως δυναμική εξέλιξη-αναδιαμόρφωση του παρόντος προς ένα προσδοκώμενο μέλλον

Η έννοια της συνειδητής διατήρησης της παράδοσης είναι μία νέα σχετικά συνθήκη στην ανθρώπινη ιστορία και εμφανίζεται κατά το τέλος 19ου – αρχές 20ού αιώνα. Πριν από αυτό κοινωνικά-φιλοσοφικά δεν υπήρχε η συνειδητή αντίληψη του κοινωνικού υποκειμένου που ενώ βελτιώνει την καθημερινή του συνθήκη, ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει-αναδείξει αυτό που του έχει παραδοθεί. Για την ακρίβεια, εξέλισσε το παρελθόν μέσα από τους μετασχηματισμούς της κοινότητας, χωρίς ποτέ συνειδητά να “στοχάζεται” τη διατήρηση ενός παρελθόντος εάν δεν τον εξυπηρετούσε. Η συνειδητοποίηση αυτή προκάλεσε τη διαφοροποίηση και «διχοτόμηση» ανάμεσα στην πράξη ως αυτονόητη βελτίωση της καθημερινότητας και την κριτική αυτής ως προς το πώς επηρεάζει-αλλοιώνει το παραδιδόμενο παρελθόν. Πλέον οποιαδήποτε πράξη είναι μία συνειδητή συνέχεια ή ρήξη με την παράδοση, και άρα μία άμεση ή έμμεση δήλωση συμβολικά και υλικά για το πώς κάποιος θέλει να διαμορφώσει το άμεσο περιβάλλον του σε σχέση με το παρελθόν.

2. Ο προσδιορισμός της έννοιας της παράδοσης και της συζήτησης γύρω από αυτήν μέσω της οπτικής των «ειδικών» –αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων, λαογράφων κ.τ.λ.– σε διαφοροποίηση από τη δράση των κοινωνικών υποκειμένων για επιβίωση.

Η θεωρητική αναγωγή των ειδικών της έννοιας της «παράδοσης» και της υποχρεωτικής διατήρησης χαρακτηριστικών της που συχνά τα εντοπίζουν ως φόρμα και αισθητική, αποκόπτει πολλές φορές το κοινωνικό σώμα σε αυτούς που μιλάνε και θέλουν να διατηρήσουν την παράδοση θεωρητικά, και σε αυτούς που ζουν μέσα σε αυτήν βιώνοντας με εντελώς διαφορετικό τρόπο τις προκλήσεις και του περιορισμούς της. Ειδικότερα η ανάγνωση και ο εντοπισμός της παράδοσης σε τυπολογικά στοιχεία που πάση θυσία πρέπει να διατηρηθούν, αποκόπτει τα στοιχεία αυτά από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που τα δημιούργησαν και η ευλαβική συντήρησή τους δημιουργεί συνθήκες «εγκλωβισμού» στη ζώσα εξέλιξη, σύγχρονη διαβίωση των κοινωνικών υποκειμένων. Η δε μίμηση με κάθε κόστος των αποφασισμένων ως απαράβατων παραδοσιακών γνωρισμάτων, δημιουργεί ψευδείς μορφές –τύπους χωρίς συναφή σχέση περιεχομένου και όψης, λειτουργίας και μορφής. Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών είναι η αποξένωση των κοινωνιών από τη ζώσα πραγματικότητα είτε με τον εγκλωβισμό της σε παρωχημένα πρότυπα, είτε με την αναγκαστική μετατροπή της παράδοσης σε τουριστικό προϊόν-αισθητικό αντικείμενο προς περιορισμένη χρονικά απόλαυση ενός φαντασιακού παραδοσιακού τόπου, μίας ετεροτοπίας.

Μέσα στους παραπάνω προβληματισμούς, η Αρχιτεκτονική έρχεται από την πλευρά του «ειδικού» να συνομιλήσει με τους χρήστες μέσα σε ένα νομικό πλαίσιο, προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις σύγχρονες ανάγκες διαβίωσης, έχοντας ως παρακαταθήκη ό,τι της έχει παραδοθεί από το παρελθόν. Σε αυτή την συνθήκη ανάλογα τις ιδιαιτερότητες του κτισμένου και φυσικού περιβάλλοντος, όσο και τα ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, διακρίνονται τέσσερις κυρίως στρατηγικές κατευθύνσεις σχεδιασμού-σύνθεσης για οποιαδήποτε νέα κατασκευή, προσθήκη, ανακαίνιση:

α. Μίμηση:

Η διαδικασία της μίμησης υλικών, μορφών, τυπολογιών, συμβολισμών, πραγματοποιείται είτε λόγω νομοθετικής ρύθμισης είτε εθελούσια, υιοθετώντας αισθητικά κυρίως στοιχεία. Κινείται συχνά στο φάσμα μιας σκηνογραφικής προσέγγισης όπου σύγχρονες κατασκευές και υλικά μιμούνται παλιές μορφές-τυπολογίες, χωρίς ωστόσο την ουσιαστική σύνδεση τους. Η συνειδητή διάρρηξη μεταξύ μορφής και περιεχομένου, συντελείται συχνά αναγκαστικά στο πλαίσιο ενός αυστηρού νομοθετικού πλαισίου και οδηγεί πολλές φορές στη δημιουργία ενός προκαθορισμένου συμβολικά και αισθητικά χώρου-προϊόντος.

β. Ερμηνεία:

Η πρόθεση του σχεδιασμού να ερμηνεύσει με σύγχρονους όρους σημαντικά τυπολογικά, μορφολογικά, κατασκευαστικά και σημειολογικά στοιχεία της παράδοσης. Η διαδικασία της ερμηνείας είναι μία συνειδητή αναζήτηση ενεργής σχέσης μεταξύ της παρελθούσας και της παρούσας εποχής διαμέσου ενός δημιουργικού μετασχηματισμού επιμέρους στοιχείων σε οικοδόμημα. Ο συσχετισμός μπορεί να γίνει τόσο σε διανοητικό όσο και σε υλικό επίπεδο, τόσο στη μορφή όσο και στη σημασία της, καθώς και στις επιμέρους κοινωνικές-οικονομικές και παραγωγικές διαδικασίες διαμόρφωσης του κτισμένου περιβάλλοντος.

γ. Μαρτυρία εποχής:

Η προσπάθεια σχεδιασμού και υλοποίησής του αποκλειστικά μέσα από τα δεδομένα της σύγχρονης εποχής. Συστήνεται μία συνειδητή ή ενστικτώδης διαδικασία κατανόησης των τρεχουσών κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών, όπου με την αρωγή της διαθέσιμης εφαρμοσμένης τεχνολογίας κατασκευής και του νομοθετικού πλαισίου, μετουσιώνεται σε κτισμένο περιβάλλον, χωρίς αυτό να επιδιώκει τον άμεσο διάλογο με ό,τι έχει παραδοθεί. Ωστόσο ο Κωνσταντινίδης σημειώνει το εξής παράδοξο: «…παράδοση, δηλαδή να κρατάει κανείς την παράδοση, σημαίνει να είναι ο κάθε άνθρωπος στην εποχή του και με τα έργα του σύγχρονος και προοδευτικός.» (Κωνσταντινίδης Α., σελ. 335)

δ. Παράδειγμα μέλλοντος:

Η επιδίωξη της αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας να θεμελιώσει το μελλοντικό παράδειγμα οικοδόμησης μέσα από την υλοποίηση έργων στο μεταίχμιο εφαρμοσμένης πρακτικής και τεχνολογικών πειραματισμών. Η «avant garde» αρχιτεκτονική κατά την αναζήτηση του νέου παραδείγματος κινείται συνήθως πέρα από το καθιερωμένο πλαίσιο διαλόγου μεταξύ παράδοσης και σύγχρονης εποχής, καθώς προσπαθεί να συστήσει ένα νέο ιδεολογικό περιβάλλον ανάπτυξής της.

Με τη συνοπτική περιγραφή των παραπάνω στρατηγικών επέμβασης δεν θα ήθελα να προβώ σε κάποια αξιολόγηση, καθώς η διατύπωση μιας ιδεολογικής θέσης που υιοθετεί αποκλειστικά μία στρατηγική και την υλοποιεί, είναι ιδιαίτερα δύσκολη και εύκολα υποπίπτει σε αντιφάσεις. Όλες οι κατευθύνσεις ανάλογα τον τόπο-τοπίο, τις κοινωνικές δυναμικές, την οικονομική δυνατότητα και το νομοθετικό πλαίσιο, μπορούν να ακολουθηθούν περιστασιακά δίνοντας ένα αξιόλογο αρχιτεκτονικό αποτέλεσμα. Η συνέπεια αρχιτεκτονικής πρόθεσης, διαδικασίας και υλοποίησης του σχεδιασμού κρίνεται στο σύνθετο πλαίσιο-πρόβλημα που καλείται να ανταποκριθεί, και στο τελικό αποτέλεσμα που δικαιώνει τις επιμέρους παραμέτρους-στρατηγικές.

Και η αρχιτεκτονική «χωρίς αρχιτέκτονες» της θείας Βούλας, πώς εντάσσεται στα παραπάνω ζητήματα; Σίγουρα αποτελεί την πιο «ειλικρινή» μαρτυρία και αποτύπωση των κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων μαζί με την τρέχουσα διαθέσιμη κατασκευαστική πρακτική σε κτισμένο περιβάλλον-οικοδόμημα, ακολουθώντας ενστικτωδώς την τρίτη στρατηγική κατεύθυνση. Και όσο αν αισθάνομαι μία πικρία για τη χαμένη ευκαιρία αισθητικής βελτίωσης των ίδιων αποφάσεων-υλικών επιλογών ακόμη και μέσα στο στενό οικονομικό πλαίσιο που είχε τεθεί, ευτυχώς γλυκαίνομαι με το συκαλάκι που μου προσφέρει η θεία στο φιλόξενο ανακαινισμένο καθιστικό της.

Βιβλιογραφικές αναφορές:

Κωνσταντινίδης Α. (2017). Για την Αρχιτεκτονική. Δημοσιεύματα σε εφημερίδες, σε περιοδικά και σε βιβλία 1940-1982. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,

⸙⸙⸙

[Ο Βασίλης Ντόβρος είναι Αρχιτέκτονας Μηχανικός ΑΠΘ, Επίκουρος Καθηγητής Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού και Αρχιτεκτονικής Τοπίου Πανεπιστημίου Κρήτης.]

Κύλιση στην κορυφή