© Eric Bénier-Bürcke

Ντίνος Σιώτης

Γνωριμίες. Αναμνήσεις με ποιητές της γενιάς του ’70 από το 1969 έως το 1979

Το 1963 ο Σεφέρης πήρε το Νόμπελ Ποίησης και εγώ πήρα την ποίηση στα σοβαρά. Ήμουν στο δεύτερο έτος της Νομικής Αθηνών και έγραφα από δεκατεσσάρων ετών διάφορες ποιητικές σαχλαμάρες. Παράλληλα εργαζόμουν σε δικηγορικό γραφείο, στη βιβλιοθήκη του οποίου είδα μια μέρα τα ποιήματα του Σεφέρη. Χρήματα δεν υπήρχαν να το αγοράσω οπότε δανείστηκα το βιβλίο. Μαγεύτηκα. Άρχισα να γράφω στο στιλ του Σεφέρη. Δεν ήξερα πού με πάνε τα τέσσερα. Μετά κάποιος με δάνεισε τους Προσανατολισμούς του Ελύτη (έκδοση Γαλαξίας). Αλλά το 1965 κάτι κοσμογονικό συνέβη: Από το βιβλιοπωλείο της Εστίας στη Σταδίου αγόρασα με δικά μου χρήματα τη Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, την οποία δάνεισα στον Κωνσταντίνο Αλαβάνο, ο οποίος με δάνεισε το δικό του Άξιον Εστί. Έτσι γινόταν τότε. Στην Τήνο, το καλοκαίρι του 1965. Δανείζαμε βιβλία ο ένας τον άλλον. Αποτέλεσμα, τον Αύγουστο του 1965 να έχω γράψει διακόσια πενήντα ποιήματα, που ήταν ένας αχταρμάς των ποιητών που διάβαζα. Όμως εκείνη τη χρονιά φάνηκε πως μερικά από αυτά που έγραφα «κάτι έλεγαν». Δεν ήξερα κανέναν ποιητή. Το 1969 είχα αρκετά ποιήματα που «κάτι έλεγαν» και ο Θανάσης Νέτας με παρότρυνε να βγάλω την πρώτη μου συλλογή. Χρήματα δεν είχα, οπότε ανέλαβε ο ίδιος την χρηματοδότηση που ήταν χίλιες δραχμές, ένα ολοστρόγγυλο χιλιάρικο. Έτσι βγήκε η Απόπειρα, με εξώφυλλο του Θανάση Νέτα, από τις εκδόσεις Ιωλκός, στο τυπογραφείο τους, σε υπόγειο επί της Ιπποκράτους.

Είχε γίνει το βάπτισμα του πυρός: είχα βγάλει μια συλλογή; Μισοβαπτίζομαι (και νιώθω εν μέρει) ποιητής. Μια δυο βδομάδες μετά την έκδοση της Απόπειρας, τον Δεκέμβριο του 1969, δημοσιεύονται στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος κριτικές του Στέλιου Αρτεμάκη για τη συλλογή μου και για την επίσης πρώτη συλλογή του Λευτέρη Πούλιου Ποίηση, ιδιωτική έκδοση. Το ίδιο βράδυ της ημέρας που δημοσιεύονται δίπλα δίπλα οι δύο κριτικές, είμαι σε μια μπουάτ στην Πλάκα. Μπαίνει ένας χίπης με μακριά μαλλιά και γένια κι ένα ταγάρι, και πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι πουλώντας το βιβλίο του. Ήταν ο Λευτέρης Πούλιος. Του συστήθηκα. Είχε διαβάσει στην εφημερίδα τις κριτικές του Στέλιου Αρτεμάκη για τα πρώτα μας βιβλία. Μου φαίνεται ότι αγόρασα το βιβλίο του, ένδειξη ποιητικής συμπαράστασης. Και λίγες μέρες αργότερα, μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, μου τηλεφωνεί ο Μπούλης ο Φραγκόπουλος να με καλέσει στο σπίτι του, σε χριστουγεννιάτικη μάζωξη, να γνωρίσω μερικούς συγγραφείς. «Ίσως είναι και ο Σεφέρης», μου είπε. Ασφαλώς και πήγα. Θα έβρισκα ποτέ μου άλλη ευκαιρία να γνωρίσω τον Σεφέρη; Ήταν πολύς κόσμος εκεί, ο Παύλος Ζάννας, ο Ρόδης Ρούφος, η Καίη Τσιτσέλη, ο Αλέξανδρος Αργυρίου, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Μένης Κουμανταρέας, ο Γιώργος Καρύδης, ο Μόραλης. Στο βάθος είδα τον Σεφέρη να κάθεται σε μία πολυθρόνα. «Έλα να σε συστήσω», μου λέει ο Φραγκόπουλος. Πλησίασα διστακτικά. Του έδωσα το χέρι μου. Μου έτεινε το δικό του χωρίς να με κοιτάζει. Πήγα να πω δυο λόγια αλλά έρχεται η Αθηνά Καλιανέση. Μας διακόπτει. Κάτι ψιθυρίζει στον Σεφέρη και χάνεται η ευκαιρία να του απευθυνθώ.

Το 1970 άρχισα να γνωρίζω ποιητές συνομήλικους ή σχεδόν συνομήλικους. O Κίμων Φράιερ πέρασε από το τυπογραφείο των εκδόσεων Ιωλκός, είδε το βιβλίο μου, το αγόρασε, ζήτησε το τηλέφωνό μου και μου τηλεφώνησε. Με κάλεσε σπίτι του να γνωριστούμε. Εκεί ένα βράδυ γνώρισα τον Βασίλη Στεριάδη, την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ και τη Νανά Ησαΐα. Τις δύο κυρίες τις ήξερα, γιατί είχα πάει σε μια βραδιά που είχε γίνει στη ΧΑΝ επί της Ακαδημίας. Μου είπαν πού να στείλω το βιβλίο μου. Θυμάμαι: Ηλίας Σιμόπουλος, Τάκης Σινόπουλος, Μάρκος Αυγέρης, Έλλη Αλεξίου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μηνάς Δημάκης, Γιάννης Κουτσοχέρας, Τάσος Λειβαδίτης και μερικοί ακόμη. Θυμάμαι: είχα πάει στο σπίτι του Μηνά Δημάκη στο Ψυχικό ή στη Φιλοθέη και του το έδωσα. Είχα πάει και στο σπίτι του ζεύγους Μάρκου Αυγέρη – Έλλης Αλεξίου, οι οποίοι ήταν πολύ ζεστοί και μου είπαν να πάω ξανά. Πρέπει να είχα πάει αρκετές φορές, Κυριακές απόγευμα πήγαινα, έμεναν στην Ασκληπιού ή σε κάποιον παράλληλο, κάπου ψηλά, κοντά στην Αλεξάνδρας. Μου είχαν δώσει και δύο σημειώματα, ένα ο καθένας, με πολύ ευμενή σχόλια για το πρώτο μου βιβλίο.

Εκείνη την εποχή έκανα παρέα με τον συντοπίτη μου Κώστα Μαυρουδή, ο οποίος δεν είχε μεν βγάλει βιβλίο ακόμη, όμως ασχολούνταν σοβαρά με την ποίηση και έδειχνε ότι είχε τσαγανό. (Παρένθεση: ένα μεσημέρι ενός καλοκαιριού το 1976 ή το 1978, κατέβαινα τη Σόλωνος. Βλέπω μπροστά μου να ανεβαίνουν τη Σόλωνος ο Μαυρουδής με τον Κατσαρό. Σταματάμε. Ο Μαυρουδής με συστήνει στον Κατσαρό: «Είναι ο Ντίνος Σιώτης που μένει στο Σαν Φρανσίσκο». Και ο Κατσαρός προς εμένα: «Είναι πράγματι σαν Φρανσίσκο;». Με μικρό σίγμα. Κόκαλο εγώ). Επίσης ο Μαυρουδής με σύστησε στον Δημήτρη Ποταμίτη, στον Δημήτρη Ιατρόπουλο και στη Βερονίκη Δαλακούρα. Ο Ιατρόπουλος με σύστησε στον Κώστα Κινδύνη και τον Χρήστο Κωστόπουλο. Απ’ τον Χρήστο Κωστόπουλο γνώρισα τη Μαρία Λαϊνά. Ο Στεριάδης στον Γιάννη Κοντό. Ο Κοντός στον Κώστα Παπαγεωργίου. Ο Αλέκος Φλωράκης, που τον ήξερα από την Τήνο, στον Στέφανο Μπεκατώρο. Ο Μπεκατώρος στον Κώστα Σοφιανό, την Έλενα Στριγγάρη, τον Κωστή Τριανταφύλλου και στον Τάκη Σπηλιάκο. Στη συνέχεια, σε διάφορες συνάξεις σε πατάρια ζαχαροπλαστείων αλλά και στο ιστορικό Ντόλτσε επί της Σκουφά, γνωρίζω τον Θανάση Νιάρχο, τον Μιχάλη Μήτρα, τη Νατάσα Χατζιδάκι, την Τζένη Μαστοράκη, τον Χρήστο Βαλαναβίδη, τον Γιάννη Κακουλίδη, τον Φώντα Κονδύλη. Στο περιοδικό Λωτός του Σπηλιάκου ο Στεριάδης γράφει για την πρώτη μου συλλογή. Στο βιβλιοπωλείο «Ηνίοχος» των Κοντού, Νιάρχου και Φλωράκη, σε ένα από τα ταξίδια μου από την Καλιφόρνια, γνωρίζω τον Αναστάση Βιστωνίτη και τον Γιώργο Μαρκόπουλο. Στου Μπόκολα το 1973 γνώρισα τον Γιώργο Χρονά. Με ελάχιστους από όλους αυτούς τους ποιητές σύνηψα ισχυρή φιλία.

Θα πρέπει να τονίσω ότι ζυμώσεις ποιητικές γίνονταν και στις μπουάτ της Πλάκας, όπου εκείνη την εποχή, 1963-1971, εκτός από ποιητές, γνώρισα και πολλούς τραγουδιστές και μουσικούς, από Γιώργο Ζωγράφο, Πετρούλα Σαλπέα, Βάσω Μεσηνέζη και Μιχάλη Βιολάρη έως Βασίλη Τενίδη, Λίνο Κόκοτο, Γιάννη Αργύρη, Λάκη Παππά, Δημήτρη Μητροπάνο, Γιάννη Σπανό, Κώστα Χατζή και άλλους ων ουκ έστιν αριθμός. Αυτή η όσμωση ποιητών και μουσικών είχε μία αύρα ποιητική, συλλογική, ακόμη και συντροφική που έξυνε το θυμικό, διότι είχε ως κοινό παρονομαστή τον αντίπαλο, που ήταν η χούντα των συνταγματαρχών. Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, γυρίζαμε στα σπίτια μας με τον Γιώργο Ζωγράφο, ο οποίος τα έτσουζε συχνά, και περνώντας έξω από το κτίριο της Βουλής, κοιτάζει τον χωροφύλακα-φρουρό και του φωνάζει στη μούρη: «Τι όμορφο κτίριο, κρίμα που είναι άδειο, τι ντροπή…». Ο χωροφύλακας ήρθε κοντά μας με άσχημες διαθέσεις, αλλά πρόλαβα και σταμάτησα ένα ταξί και το σκάσαμε.

Το 1971 φεύγω για Αμερική. Στην Ελλάδα έρχομαι κάθε δυο χρόνια. Ο Κοντός αναλάμβανε να οργανώνει νυχτερινή έξοδο μετά φαγητού σε μια ταβέρνα κοντά στον «Μαγικό Αυλό» στο Παγκράτι, ενώ η Ρουκ αναλάμβανε μια άλλη έξοδο μετά φαγητού στου Φώντα, ένα ταβερνείο γωνία Μαυρομιχάλη και Βουλγαροκτόνου. Διαφορετική η σύνθεση της παρέας ποιητών κάθε φορά, διότι έπρεπε να τηρούνται οι ισορροπίες, με οτιδήποτε σήμαινε αυτό. Εκεί ανταλλάσσαμε βιβλία και διευθύνσεις, χτίζοντας σχέσεις ποιητικές. Εδώ ας τονίσω ότι έχω μεταφράσει στα αγγλικά πολλούς ποιητές της γενιάς μου, μεταφράσεις που δημοσιεύθηκαν σε αμερικανικά περιοδικά και ανθολογίες στην Αμερική. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τις πρώτες συλλογές των ποιητών της γενιάς του ’70, τουλάχιστον των είκοσι ένα ποιητών που συμπεριλαμβάνονται στον τόμο Η νέα γενιά – ποιητική ανθολογία 65 – 70 (Κέδρος, 1971) των Στέφανου Μπεκατώρου και Αλέκου Φλωράκη, θα διαπιστώσει ότι σχεδόν όλες μοσχομυρίζουν Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Εμπειρίκο. Με αυτήν τη σειρά. Επόμενο ήταν. Τα πρώτα μας βήματα τα κάναμε στους δρόμους που χάραξαν αυτοί οι τέσσερις μέγιστοι ποιητές μας. Εμείς προσθέσαμε την ειρωνεία και τον ωμό ρεαλισμό, διανθισμένο με τη συγκρουσιακή άρνηση στην άνεση του λυρισμού…

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή