[Το 2003 ο Δημήτρης Ελευθεράκης (1978-2020) ήταν 25 ετών, είχε ήδη κάνει αίσθηση με τα δημοσιευμένα πρωτοσέλιδα ποιήματά του στη Νέα Εστία (1998) και είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή (Το καθαυτό χειρόγραφο, Γαβριηλίδης 2001). Την επόμενη χρονιά θα κυκλοφορούσε το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο (Προσωρινή μετάθεση, Γαβριηλίδης 2004). Από το Εδιμβούργο που κάνει το μεταπτυχιακό του μου στέλνει αυτό το γράμμα, στο οποίο αποτυπώνονται οι λογοτεχνικές και κυρίως οι φιλολογικές του αναζητήσεις εκείνη την περίοδο, η αγάπη του στον Παπατσώνη και τον Εγγονόπουλο, οι επιρροές του από το περιβάλλον των σπουδών του, οι υπό διαμόρφωση ποιητικές του απόψεις, τα πολιτικά του ενδιαφέροντα, αλλά και η βαθειά ανάγκη του για επικοινωνία. Η επιστολή δημοσιεύεται αυτούσια, με την αφαίρεση μίας μόνο φράσης που αναφέρεται σε προσωπικά ζητήματα, με σκοπό να μην ξεχαστεί αυτός ο τόσο καλός ποιητής της γενιάς μας. – Δημήτρης Αγγελής]
Εδιμβούργο, 20/01/03
Αγαπητέ (εν πατρίδι) αδελφέ,
Το μέσον της αλληλογραφίας μου είναι αρκετά ανοίκειο, ο αιώνας που γεννηθήκαμε κι αυτός που πορευόμαστε δεν ευνοούν τέτοιες απόπειρες, αλλά απόψε θ’ αφήσω το χέρι μου να γλιστρά επάνω στο χαρτί, γι’ αυτό και μην αναζητήσεις συνέχεια γι’ αυτά που θα λάβεις. Αφήνοντας καθημερινές λεπτομέρειες που ίσως βγουν αργότερα, θα προσπαθήσω να μπω στο θέμα των τελευταίων ημερών. Απ’ όσο θα ξέρεις η γραφή απαιτεί ένα ρίσκο και οι μέρες είναι καλά στεγνωμένες και τακτοποιημένες ώστε να προκαλέσουν τέτοιες ασυνέπειες. Αυτό θα απαιτούσε 2-3 εβδομάδες άνω-κάτω, με αρκετούς περίπατους στα κελτικά ερείπια και τη γνωστή γλωσσική έπαρση, μα τώρα η προσπάθεια γίνεται για να μιλήσω σωστά αγγλικά και να σκέφτομαι επιστημονικώ τω τρόπω – αναλυτικά, με αναλογίες και συνέχειες. Έχω ανάγκη από αυτή τη συμπύκνωση που αποτινάζει το νόημα, αλλά το πρόβλημά μου είναι κυρίως η γλώσσα: τους τελευταίους μήνες δεν μπορώ να φανταστώ ούτε καν μετρικά ενδιαφέρουσες προτάσεις. Αυτά ως προς αυτό, μην περιμένεις κάποιο συμπέρασμα, απλώς τώρα προκύπτει η βεβαιότητα ότι για να γράψεις χρειάζεσαι ένα ψυχικό σκόρπισμα, ή έστω να νιώσεις για λίγο την έπαρση ότι μπορείς κάτι να κάνεις. Ίσως η μελέτη της λογοτεχνίας εκ των υστέρων να γεννά κάποιο είδος απαισιοδοξίας, νιώθεις ότι δεν μπορείς εύκολα να γίνεις καινούργιος, ίσως αυτό να είναι το νόημα του μεταμοντέρνου που συζητάνε πολύ εδώ πάνω. Γύρω στα 1910-20, με όλη την τεχνολογία, νιώθαν αφόρητα μοντέρνοι, τώρα όλα εκείνα τα κινήματα μας φαίνονται γελοία (αυτόματη γραφή, καινοτομίες στα μέτρα, λογοτεχνία και πολιτική κ.τ.λ.), απλώς γνωρίζουμε το τέλος του παραμυθιού: μία υπόσχεση για αισθητική και κοινωνική αναγέννηση που καταλήγει στο Auschwitz. Αυτό λένε διάφοροι ότι είναι το περιεχόμενο της μετα-μοντέρνας κατάστασης, αλλά πολλοί καθηγητές και θυμοφιλόσοφοι που μας μιλάν εδώ πάνω υπαινίσσονται πια μία έξοδο από αυτή την κατάσταση. Δεν λέω, βέβαια, ότι εμπλέκονται τέτοια πράγματα στα σκαριφήματα που προσπαθώ να συντάξω, αλλά γενικά δεν μπορείς να κάτσεις να γράψεις χωρίς να αντιμετωπίσεις το συνολικό ζήτημα της γραφής, καθώς και άλλα κοινωνικά και προσωπικά που εμπλέκονται. Θα ήθελα απλώς να μπορούσα να αφιερώνω περισσότερο χρόνο, αλλά αυτό θα σήμαινε ότι το Master θα διαρκούσε όσο το πρώτο πτυχίο. Α, ξέχασα ότι γενικά είμαι καλοκαιρινός τύπος, δηλ. θα ξεκινήσω να γράφω μάλλον μετά τον Μάιο, άρα ξέχνα τα παραπάνω κι άρχισε να διαβάζεις σοβαρά από τούδε. Μένω αρκετές ώρες μόνος, είναι πάντως μία δοκιμασία «τα ξένα», αλλά είναι αρκετά εύκολο από την άλλη να προσαρμοστείς με τα πράγματα: να δαμάσεις – περπατώντας – την πόλη, να μάθεις να παρατηρείς το περιβάλλον (τις λεπτομέρειες), και κυρίως να μιλάς με διάφορους – το βράδυ τα φώτα πέφτουν, η παράσταση κατεβαίνει για λίγο. Διάβασα καλά βιβλία και σιγά σιγά έχω αυτοπεποίθηση όταν βάζω μπροστά ένα κριτήριο. Μπορώ να απορρίψω κάτι που διάβασα, άκουσα ή σκέφτηκα, αλλά ταυτόχρονα να το δικαιολογώ με κάποια κατάφαση.
Τι άλλο να σου πω: να περιγράψω τη μέρα μου; Τι διαβάζω, τι τρώω; Αυτά δεν λέγονται απ’ το χαρτί. Απλώς η αλληλογραφία μού φαίνεται ότι ελαχιστοποιεί κάποια πράγματα, τα τοποθετεί, έστω, μέσα σε κάποιο πλαίσιο. Κάποιες στιγμές μου λείπει το «λογοτεχνικό καφενείο», τα περιοδικά, οι προθήκες. Ο Λάγιος ακούω πως είναι στον κόσμο του, ο Κοσμόπουλος πρέπει να πιέζεται με τα οικογενειακά∙ πάντως, επιστρέφοντας στην Πράξη υποταγής του Ηλία, ξαναβλέπω ότι μπορεί και σηκώνεται αρκετές φορές σε κάποιο ύψος, στον αέρα που «μυρίζει» ποίημα. Είναι μάλλον σπάνιο, πολλά που διαβάζω φαίνονται πολύ μεσολαβημένα – και δεν εννοώ πόσο θα το δουλέψεις ή τι φορτίο θα βάλεις στο ποίημα. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα καλό κομμάτι νιώθεις ότι δημιουργεί μια εκκένωση, «κάνει θραύση», αφήνει ένα κενό γύρω του που δεν μπορεί να γεμίσει με σκέψη ή οποιοδήποτε σχόλιο. Μου έδωσε ένας φίλος και διάβασα Φωκά (Στον ποταμό Κολύμα), πρώτη φορά. Μου φάνηκε αρκετά «παπατσωνική» η γραφή του. Είναι μεγάλη υπόθεση, νομίζω, να εγκαταλείπει το ποίημα την «λεκτική ωραιότητα», κάτι στο οποίο μου έκανε καλό και κακό η ασχολία μου με ομοιοκαταληξίες και μέτρα. Πάντως ο ποιητής που θα μείνει είναι εκείνος που θα έχει την «καρδιά» που απαιτεί το όλο πράγμα, αλλά θ’ ανακαλύψει κάποια στιγμή και το ιδίωμα επάνω στο οποίο θα γίνει η μεταμόσχευση (φαντάσου Σολωμό, Καβάφη, όλους). Ένας φίλος μού είπε το εξής ευφυές: πως ο νέος μεγάλος Έλληνας ποιητής θα είναι ένας Έλλην τρίτης γενιάς που θα έχει μεγαλώσει σε κάποια ομογένεια της Αμερικής ή Αυστραλίας, και θα μάθει ελληνικά διαβάζοντας Θουκυδίδη, Καρυωτάκη και ελληνικές ιστοσελίδες στο Internet. Φαντάζεσαι στίχους «άπελπις νυχτερίδα on the web» και «ναυς θανάτων»; Εμένα μου πήρε τρία λεπτά να τους σκεφτώ, αλλά κάποιοι έγραφαν «διηγώντας», «βροντάουσιν» κι «επέστρεφε» σε δύο δευτερόλεπτα. Εμείς, δυστυχώς, ετύχαμε εξαίρετης παιδείας! Αυτά, φοβάμαι πολύ ότι έπεσα σε εντελώς κοινότοπα πράγματα, αλλά το γράμμα τελικά θα το στείλω. Θα περιμένω απάντηση – έχε υπόψιν ότι 14 Μαρτίου θα είμαι πάλι πίσω Ελλάδα, γι’ αυτό γράψε σύντομα, όχι σαν κάποιον που μου στέλνει ακόμη τα γράμματα που μου έγραφε τον Οκτώβρη! Ενημέρωσέ με για νέα πράγματα που δημοσιεύονται κάτω και πες μου αν ετοιμάζεται τίποτα καλό για την Ευθύνη. Ευχαριστήθηκα τη δημοσίευση του Σεπτέμβρη, αν έχω πάλι τίποτα σύντομα, θα σου δώσω. Γενικά να δίνεις σε όλα τα περιοδικά για να γίνεις γνωστός είναι νομίζω άστοχη κίνηση, είναι καλό να γράφεις κάπου και να νιώθεις ότι ανήκεις σ’ έναν χώρο∙ αρκετά περιοδικά δεν θα έμπαινα στον κόπο να τα διαβάσω (όχι επειδή τους υποτιμάω, είναι θέμα χρόνου), πώς να τους δώσω ποίημα; Πάντως με αυτά που υπάρχουν νιώθω καλά, αν και νομίζω θα χρειαζόταν κάτι πιο «avant-garde», περισσότερο της ηλικίας μας, όπου να μην υπάρχει αυτή η δοσοληψία συμφερόντων, να είναι ακαδημαϊκό μόνο εκεί που χρειάζεται, να μην αναπαράγει το σύνηθες σκηνικό και τα μυθεύματα (περί παράδοσης, δημιουργίας, Ελλάδας-Δύσης) και να τραβάει νέο κόσμο. Ποιήματα έξω απ’ το τρίγωνο «Σεφέρης-Ελύτης-Δημουλά (sic)», κάποια πολιτική τοποθέτηση (εννοώ πολιτική της εμπειρίας, του έρωτα, της καταστροφής), πειραματικές μεταφράσεις, εμπειρίες νέων από ταξίδια στο εξωτερικό (όχι με βαρετό, περιηγητικό ύφος κι αναφορές σε πινακοθήκες, εκκλησίες, όπερες) και άλλα όμοια. Ξέρω ότι βάζω περισσότερους περιορισμούς από προοπτικές κι ότι ακούγεται αφελές. Ούτε γίνεται να απορρίψεις πράγματα που έχουν γίνει, ούτε να κυνηγάς το καινούργιο. Δεν εννοώ αυτό. Νιώθω ότι ξοδεύω περισσότερες λέξεις για να το περιγράψω απ’ ό,τι χρειάζεται, ίσως από κοντά να το συζητούσαμε καλύτερα. Απλώς, νιώθεις ότι υπάρχει ένα έντυπο στην Αθήνα στο οποίο θα έβαζες την υπογραφή σου ανενδοίαστα; Από αυτό ξεκινώ. Θα μ’ ενδιέφερε ν’ ακούσω την άποψή σου. […]
Ελλάδα θα κάτσω ένα μήνα τον Μάρτιο, μετά πάλι εδώ, θα έχω την πτυχιακή, σκέφτομαι να γράψω κάτι για Υπερρεαλισμό, ή τέλος πάντων ένα θέμα που θα μπορώ να ενσωματώσω από Σεπτέμβρη στο διδακτορικό. Γιατί Υπερρεαλισμό; Αρχικά είμαι λίγο διστακτικός για Παπατσώνη, γιατί είναι αρκετά στο περιθώριο, κάνοντας διδακτορικό σε τέτοιο θέμα, του επιτρέπεις να καθορίσει το επαγγελματικό σου μέλλον, ίσως να είναι καλύτερο να τον πιάσεις αργότερα, από θέση ισχύος. Από τη στιγμή, λοιπόν, που αν σκεφτώ με βάση αυτούς που προτιμώ κι έχουν ερευνητικό ενδιαφέρον ακόμη, θα καταλήξω σε Σικελιανό-Παπατσώνη-Εγγονόπουλο, σκέφτομαι αυτές τις μέρες τον τελευταίο, εξ ου κι ο Υπερρεαλισμός. Θα το ξανασκεφτώ, βέβαια. Εσύ τι λες; Λίγη δουλειά έχει γίνει γι’ αυτόν κι έχει ευρύ πεδίο, από ευρωπαϊκά γράμματα μέχρι Βυζάντιο κ.τ.ό. Αν γίνεται μην το συζητήσεις με κανέναν, γιατί άλλα συζητούσαμε μέχρι πρότινος με τον Νάσο [Βαγενά]. Θέλω να ξανακατέβω να τα δω καθαρότερα. Εν τω μεταξύ, ακούω στο ραδιόφωνο ότι οι Εγγλέζοι στέλνουν στρατό στο Ιράκ αβέρτα! Γίνεται αρκετή προπαγάνδα, αλλά ο κόσμος γενικά καταλαβαίνει τι γίνεται. Αυτά προς το παρόν, κλείνω γιατί και οι 2 αρχίσαμε να βαριόμαστε. Να είσαι καλά, φίλησέ μου τα χώματα της πατρίδας!
Με τη φιλία μου,
Dimitris

