(Λλ_Ι_Ι_ΔΜ)
Ένας γύπας –παραπεταμένος, χασιμιός, ποιος ξέρει;– ανακάτευε κάτι κόκκαλα με το ράμφος, μέσα στους νύχους του πευκοδάσους. Ομολογήστε όμως, πως δύσκολα θα περιμένατε να συναντήσετε ποτέ στη ζωή σας γύπες σε πευκόδεντρα, μα γι’ αυτόν εδώ, εξηγήθηκα πιο πάνω, τόσο αφελέστατα, μόλις τώρα.
Ο γύπας ισοζύγιζε βήματα βαριά και τσάκιζε τις φτερούγες, που, σαν πουπουλένιοι ώμοι κι αγκώνες, ήταν συμμαζεμένες. Άλλοτε αστείος κι άλλοτε τόσο αιμοβόρος, έχωνε το ράμφος μέσα στις πευκοβελόνες, το κουνούσε κοιτώντας κατευθείαν το λείψανο κάτω απ’ τα πόδια του, κι έπειτα αναποδογύριζε το σβέρκο για να τινάξει το χώμα, χωρίς να βρίσκει τίποτα.
Έτσι όπως κουτουλούσε τη γη, προσπαθούσε να τραφεί από κάτι ξερά κόκαλα. Ταλαντευόταν, κουνούσε τους ώμους πάνω κάτω αδέξια, σαν άνθρωπος που κάνει ανήξερες γκριμάτσες έπειτα από μια αναπάντεχη αναποδιά, και στο κατάμαυρο μάτι του δεν αντίκριζες παρά το σκοτάδι σ’ ένα σύμπαν τόσο μικρό κι ασήμαντο όσο κι ο κόσμος.
Παρόλα αυτά, πείσμωνε. Πονώντας και τιμωρώντας τον εαυτό του, συνέχιζε να χτυπιέται λυσσασμένος στο μαλακό έδαφος –μα κάθε φορά που ετοιμαζόταν να συγκρουστεί μαζί του πάλι, κοιτούσε γύρω σαστισμένος όλο μαράζι με το ράμφος μαλακό και κλειδωμένο.
Οι νύχοι κάποτε έσπαζαν καθώς τους κουτουλούσε ή έτσι όπως αναπηδούσε πάνω τους. Κι αυτός έτσι σκληρά θα πέθαινε.
Έστω, κι αν έχουμε αναφέρει την κατάληξη του ζώου –γεγονός που αποδυναμώνει τόσο σύντομα το ενδιαφέρον μιας ιστορίας που ούτε καν άρχισε– κι αυτός θα πέθαινε απ’ το ενδιαφέρον του για τον θάνατο κάποιου άλλου.
Κι αφού όλα δεν αντιστοιχούν παρά σε μια μακροχρόνια νεύρωση που δεν λέει να εξασθενήσει παρά μόνο όσο επιδεινώνεται –όπως και το ότι, έτσι θα γράφατε με κεφαλαία γράμματα τη λέξη γύπας (Λλ_Ι_Ι_ΔΜ), αν τα αφήνατε να πέσουν ακουμπώντας τα μετέπειτα σε μια νοητή οριζόντια γραμμή, κι αναγκάζοντάς τα να υποκύψουν για λίγο στους νόμους της βαρύτητας, ή της βαρύτητας των πραγμάτων, της πραγματικής βαρύτητας των πραγμάτων∙ αυτής, που υπερκεράζει και λυγίζει και παραβλέπει την οποιαδήποτε λογική, ή σημασία κι έννοια οποιασδήποτε διαλέκτου∙ κι αν μια τέτοια ιδέα σας φαίνεται υπερβολική και λόγω κακής προαίρεσης ξινίσατε, σκεφτείτε πόσα και πόσα ανέχεστε εις το όνομα της λογοτεχνικής γλώσσας– φαλκ φαλκ φαλκ φαλκ κροτάλιζε το ράμφος σαν κοφτερό ψαλίδι που σκίζει τον άνεμο.
Τα μυτερά φύλλα έσπαζαν σε μικρότερα, τρυπούσαν τον τραχύ λαιμό του γύπα που σκυφτός χτυπούσε τη γη, ώσπου χώθηκαν στα μάτια του. Τότε έκραξε, έκραξε άνοστα, μα το βογγητό του, βγαλμένο απ’ τα βάθη του δάσους και της γύρω πλάσης ήταν τρομαχτικό κι όμορφο.
Συνέχισε να σκαλίζει με τα πόδια υστερικά, ξανίζοντας νύχους δεξιά κι αριστερά μέσα στα σκοτεινά κάτω από τα πεύκα. Κι έσκυβε κάτω κι έσερνε το κεφάλι σαν υστερική κότα.
Θα μπορούσε να πιει νερό λίγο πιο πέρα απ’ το ποτάμι, να ξεγελάσει την πείνα του, να φάει κουκουναρόσπορους, αλλά επέμενε να χορτάσει από τον ψόφο∙ να τραφεί από το αχόρταστο.
Λίγο πριν τυφλωθεί εντελώς, σήκωσε το ανάστημα κι έστρεψε το κεφάλι γύρω γύρω στο δάσος με το ζαβό ράμφος μισάνοιχτο σαν χείλη στραβωμένα κι ανήμπορα. Τ’ άνοιγε απότομα θέλοντας να ουρλιάξει, μα μη έχοντας τίποτα να πει, το ʼφερνε στη θέση του, αφήνοντάς το να χάσκει μετέωρο. Έπειτα κατέβαζε το κεφάλι ξανά και ξανά με περισσότερη δύναμη, σπασμωδικά, ώσπου το χτύπησε στα πετρώματα. Τότε, τυφλωμένος, προσπάθησε να τα ψηλαφήσει με το ράμφος του και μέσα στην παραζάλη, το ξαναχτύπησε μέχρι που το κεφάλι του έσπασε και ξαναχτύπησε γυρίζοντάς το στο πλευρό, χωρίς να αισθάνεται ή να πονεί, ούτε να σκέφτεται. Το ράμφος του έδειχνε τσαλακωμένο. Το κυρτό του καύκαλο, ράγισε σαν ξερό τσόφλι. Η μούχλα που κάλυπτε τον βράχο έμοιαζε με μαλακιά νεκρή βορά κάτω απ’ τα νύχια του αρπακτικού, που συνέχισε να χτυπιέται αδιάφορα στο έδαφος.
Φύλαγε το λείψανο και κυνηγούσε τις μύγες τινάζοντας αόριστα τις φτερούγες. Ίσα που τα κατάφερνε. Τυφλός και τρομαγμένος, φανταζόταν σάρκες στο λείψανο, να αναβλύζουν κοκκινωπό δροσερό αίμα∙ τα γυμνά πλευρά που προεξείχαν με τις σάρκες μπηγμένες στη βάση τους, να στέκουν ολόλευκα σαν ζωντανά, σαν σημαιοστόλιστοι ιστοί, όλο φοβέρα.
Έσκυβε το κεφάλι χώνοντας το ράμφος στο διάπλατο φτέρωμά του, σάμπως και πάλευε να διώξει μια ενοχλητική φαγούρα, ή άνοιγε τα φτερά και χαμήλωνε το κεφάλι, λες κι ήταν έτοιμος να ορμήξει σε κάποιον φανταστικό αντίπαλο που καραδοκούσε την ψόφια λεία που γυρόφερνε τόση ώρα.
Τα νύχια του μαλάκωναν την απολιθωμένη επιφάνεια της γης σε κάθε βήμα. Μα κι έτσι στραβός που ήταν, μυριζόταν το ξεραμένο αίμα του λειψάνου και τρελαινόταν, που ξεκινούσε απ’ το ράμφος κι έσταζε εδώ κι εκεί στο χώμα. Σήκωνε τις πουπουλένιες κλειδώσεις –να ξεκαρφώσει τους μπηγμένους νύχους στο κεφάλι του. Τα σκληρά πούπουλα ξέφτιζαν.
Ο γύπας, σαν ολοκληρωμένος άνθρωπος που αντέχει να βαστάξει τον εαυτό του, έστρεψε το τυφλό κεφάλι τριγύρω, λες και σκεφτόταν κάτι βαρύ κι επίπονο. Ξαφνικά, έσκυψε τον λαιμό ανοίγοντας το ράμφος κι έκραξε, έκραξε, έκραξε, με μια όψη λυπημένη, σχεδόν ανθρώπινη, σαν σε λυγμό, λυγμό και κλάμα, σαν να θρηνούσε τον εαυτό του και τη μοίρα του.
Σήκωνε τα φτερά και τριγύριζε τον εαυτό του ψάχνοντας τα όρια του κόσμου που ʼχε απομείνει γύρω του, με το ολοζώντανο ψοφίμι που ένιωθε να χαϊδεύει τα νύχια του και την πείνα που τον σκότωνε.
Άκουγε τη γη και τους ήχους, τους νύχους να κόβονται και να μπλέκονται με τα νύχια του αργά –να γίνονται βελόνες με κλωστή, να πλέκουν– να κεντούν το ακιδωτό πέπλο της γης κροσέ γύρω από τα πόδια του στο χώμα. Η πλάση γύρω τον αγνοούσε. Ψιλοπετάρισε χωρίς να σηκωθεί από χάμω.
Οι λύμπουροι, απασχολημένοι σαν πάντα –και τι σου είναι ο λύμπουρας αν όχι κάτι που μπορείς να σκοτώσεις… να συνθλίψεις εντελώς, χωρίς καν να πάρεις είδηση∙ απόδειξη του πόσο ασυναίσθητα τελείται μια θανάτωση, μια ατέλειωτη γενοκτονία–, αδιαφόρησαν∙ όπως κι η μουχλιασμένη πλάση που τον έσκιαζε∙ ήταν συνέχεια το ίδιο αδιάφορη, ατάραχη στο έργο της. Μα σαν έγειρε ψόφιος απ’ την ανημποριά του –όπως είθισται κάθε πλάσμα να πεθαίνει, δίχως καμιά προσμονή ή πρόβλεψη αυτού του γεγονότος–, οι λύμπουροι, ακούραστοι, εισχωρούσαν στο φτέρωμα τούτου του τρελού, τεμάχιζαν κι αφαιρούσαν τις σάρκες, μα δίχως να τον ξεγυμνώνουν από τον πουπουλένιο μανδύα του, που συνέχιζε να καλύπτει το κουφάρι του εκτός απ’ το κρανίο, που έπειτα, μια βροχερή μέρα, ένας διαβάτης το τσάκισε απρόσεκτα με το τακούνι της μπότας του, καθώς ήταν απασχολημένος με κάτι που του τράβηξε την προσοχή, πάνω στη μουσκεμένη γη.
⸙⸙⸙
Γλωσσάρι
(ο) νύχος – πευκοβελόνα
ξανίζω – σκορπίζω
(ο) λύμπουρας – μυρμήγκια

