Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Μαριαλένα Σπυροπούλου

 «Η αγάπη μιας καλής γυναίκας»

«Πώς ήταν δυνατόν εκείνη να ασχολείται με την αυλή της και αυτός να έχει πνιγεί μες στο αυτοκίνητό του; Ήξερε η γυναίκα του πού ήταν ο άνδρας της ή δεν ήξερε; Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν ήξερε. Ήξερε όμως ότι εκείνος έλειπε; Φερόταν σαν να μην υπήρχε κανένα πρόβλημα, κανένα απολύτως, κι όση ώρα στέκονταν μπροστά της, αυτή φαινόταν να είναι η αλήθεια. Ό,τι ήξεραν, ό,τι είχαν δει ήταν σαν να είχε ουσιαστικά απωθηθεί, να είχε ηττηθεί από το γεγονός ότι εκείνος το αγνοούσε».

Το απόσπασμα αυτό ανήκει στο διήγημα της Αλίς Μανρό με τίτλο «Η αγάπη μιας καλής γυναίκας», κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Τρισεύγενης Παπαϊωάννου. Η Καναδέζα συγγραφέας Μανρό γεννήθηκε το 1931 και πέθανε μετά από πολύχρονη ασθένεια το 2024. Σύναψε δύο γάμους και γέννησε 4 κόρες. Τιμήθηκε το 2013 με Νόμπελ για την πλούσια παραγωγή διηγημάτων. Εκείνη τη χρονιά και έχοντας ήδη μια κόρη δύο ετών διάβασα την ομιλία που εκφώνησε στη Σουηδική Ακαδημία και συγκινήθηκα. Με άγγιξε βαθύτατα η ασυμβίβαστη προσπάθεια μιας γυναίκας, που είναι και μητέρα, να μεγαλώσει μεν τις κόρες της, αλλά κυρίως να μείνει πιστή στη φύση και στην ταυτότητά της, που είναι η γραφή. Η επιλογή του διηγήματος ως κύριο μέσο έκφρασης για τη Μανρό ίσως επικράτησε και επειδή ήταν μητέρα. Ο χρόνος, όπως και η ίδια αναδεικνύει, είναι τόσο περιορισμένος όταν είσαι μητέρα. Οι ανάγκες της επιβίωσης και η ζωή μέσα στο σπίτι είναι τόσο απαιτητικές, που η γραφή φαντάζει πολυτέλεια. Η Μανρό, όμως, από νεαρό κορίτσι ήθελε να γράφει. Οι σπουδές στη φιλολογία, έπειτα η ενασχόλησή με την οικογενειακή επιχείρηση ενός βιβλιοπωλείου αναδείκνυαν την ανάγκη της να είναι κοντά στις λέξεις. Πώς να αφοσιωθεί μια γυναίκα στο σύμπαν της γραφής όταν όλα γύρω της περιμένουν κάτι από εκείνη; Σε δημόσιες συζητήσεις η Καναδέζα συγγραφέας έχει αναφερθεί σε αυτό το ζήτημα/πρόβλημα. Το διήγημα δεν απαιτεί την αφοσίωση που χρειάζεται ένα μυθιστόρημα, από την άλλη γνωρίζουμε καλά πόσο δύσκολο και απαιτητικό είδος είναι. Ιδίως όταν θέλεις να γράφεις συστηματικά, όταν το υλικό σου υπερχειλίζει, όταν σε επισκέπτονται οι ήρωες και οι ηρωίδες βράδυ πρωί, τότε δεν μπορείς παρά να ξεκινήσεις μια νέα περιπέτεια. Αυτή όμως θέλει χρόνο, θέλει συγκέντρωση, αφοσίωση, σύνδεση, αποκοπή από την εξωτερική πραγματικότητα. Για να δημιουργηθεί ένας καινούργιος κόσμος μέσα στο κεφάλι και την καρδιά του συγγραφέα, πρέπει να πάρει μιαν απόσταση από όσα συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο γύρω του. Πρέπει να ζει σε παράλληλες διαστάσεις και αυτή η διαδικασία συνήθως βρίσκεται εγγενώς στον συγγραφέα-καλλιτέχνη, εντούτοις χρειάζεται συνεχή εξάσκηση και επιμονή στο να μονώνει μέσα και έξω όσα αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει. Γιατί τη στιγμή της γραφής, η ζωή που συμβαίνει ανάμεσα στις λέξεις είναι πιο σημαντική από το κλάμα ενός παιδιού, το φαγητό που κάηκε, τους λογαριασμούς που δεν πληρώθηκαν. Ας το παραδεχθούμε, μια μάνα που κάνει πρωτίστως μια τέτοια επιλογή για τον πολύ κόσμο δεν είναι μια καλή μάνα.

Μια τραυματική αποκάλυψη

Ο λόγος που ξαναδιάβασα το διήγημα που παραθέτω στην αρχή είναι συναισθηματικός. Ο τίτλος άλλωστε τίθεται ανοιχτός σε ερμηνείες, μας έχει όλους απασχολήσει τι σημαίνει να είναι κάποια καλή γυναίκα. Στα μέσα του περασμένου Ιουλίου ένα άρθρο είδε το φως της ελληνικής δημοσιότητας (είχε ήδη απασχολήσει τη διεθνή κοινή γνώμη) στο δημοσιογραφικό site Inside story με την υπογραφή της Κατερίνας Οικονομάκου και αφορούσε μια δύσκολη αποκάλυψη. Λίγο μετά τον θάνατο της Καναδέζας συγγραφέως Αλίς Μανρό, η τέταρτη κόρη της αποκάλυψε ότι ο πατριός της, δεύτερος σύζυγος της Μανρό, την παρενόχλησε σεξουαλικά όταν ήταν 9 ετών. Η είδηση, όπως όλες αυτές οι ειδήσεις, έπεσε σαν κεραυνός στη φήμη μιας γλυκύτατης ηλικιωμένης πλέον γυναίκας που είχε κατορθώσει με τα διηγήματά της να αγγίξει πλήθος αναγνωστών και έφτασε μέχρι τη βράβευση της Σουηδικής Ακαδημίας, συγκρίνοντάς την πολλοί με τη δύναμη της γραφής του Τσέχωφ. Η Μανρό γράφει για γυναίκες στα έργα της. Όλες έχουν μια ταλαιπωρημένη, δύσκολη, σφιχτή ζωή. Καμιά φορά στα όρια της ασφυξίας, γυναίκες ενός περασμένου κόσμου, χωρίς προοπτικές. Φυσικά ακολούθησε η αναμενόμενη κατακραυγή, με πλήθος αναγνωστών ανά τον κόσμο να ρίχνουν ανάθεμα σε όλα τα βιβλία της. Το σοκ προκλήθηκε από το γεγονός ότι η Μανρό όλα αυτά τα χρόνια γνώριζε την αλήθεια και δεν έκανε τίποτα –σύμφωνα με την αφήγηση της κόρης της– για να την προστατεύσει. Προτίμησε να αμφισβητήσει τα λεγόμενα της κόρης ή ακόμα χειρότερα να της προσάψει δόλο! Το τραύμα για την κόρη είναι δυσεπούλωτο και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις δυσκόλεψε όλη της τη ζωή. Από τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν σε εγχώρια και διεθνή μέσα, η Μανρό περιγράφεται ως μια γυναίκα που πιο πολύ ενδιαφέρεται να μην αμαυρωθεί διεθνώς η συγγραφική της φήμη και να μη χάσει τον άνδρα της, παρά να πιστέψει ή να προστατέψει την κόρη της. Μπορεί να είναι και ακριβώς έτσι… Το ερώτημα που τίθεται με αφορμή όλη αυτή την ιστορία, είναι εάν πραγματικά πρέπει να ταυτίζονται σε τέτοιο βαθμό τα πνευματικά και καλλιτεχνικά έργα με τον χαρακτήρα και την ιδιωτική ζωή του δημιουργού. Ακόμα και όταν θίγεται το μεγαλύτερο τοτέμ στην ανθρώπινη κοινωνία, που είναι η ανάγκη μια μητέρα να προστατεύει πάνω από όλα τα παιδιά της.

Συγγραφέας, μια καλή μάνα;

Η ζωή της συγγραφέως από τη στιγμή που η ίδια θα γίνει μητέρα τεμαχίζεται, μοιράζεται, πάντα μπαίνει κάτι ανάμεσα στην αγάπη για τα παιδιά και στην αγάπη για τον κόσμο των λέξεων. Στις μεγάλες συγγραφείς, σε αυτές που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους, που έσπασαν το φράγμα της ανωνυμίας, η αγάπη για τα γραπτά ίσως να κερδίζει μεγαλύτερο χώρο στον ανομολόγητο κόσμο της ψυχής τους. Ανέκαθεν με απασχολούσε η σχέση μητρότητας και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Με διττό τρόπο. Πατούσα ήδη το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου σε δύο βάρκες. Από τη μια το προσωπικό σαράκι της γραφής από την παιδική ηλικία, οι εγγενείς ενοχές –πάντα υπάρχουν πολλές ενοχές στον ψυχισμό μιας γυναίκας– η ανάγνωση αρκετών βιογραφιών γυναικών δημιουργών μού άνοιγαν ένα πεδίο επαφής με αυτό που φάνταζε αδύνατο. Από την άλλη, η επιστήμη της ψυχανάλυσης, η ίαση, η θεραπεία, η ανάγκη να κατανοήσω τραυματικά γεγονότα που οδηγούν κάποιον ή κάποια να γίνει δημιουργός ή ακόμα και τραύματα που δημιουργούν σε άλλους οι ίδιοι οι δημιουργοί. Ναι, συνήθως για μια γυναίκα είναι αδύνατο –κάτι που δεν μοιάζει αδύνατο για τους άνδρες δημιουργούς– να είναι επαρκής μέσα σε δύο καταστάσεις. Πολλές γυναίκες δημιουργοί δοκίμασαν και αισθάνθηκαν ανεπαρκείς ή βιώθηκαν ως τέτοιες στον ρόλο της μητρότητας. Ξεκινώντας από τη δική μας Πηνελόπη Δέλτα, που ταλανιζόταν πολλά χρόνια από την κατάθλιψή της, δυσκολευόταν με τη μητρότητα, διαγνώστηκε με σκλήρυνση κατά πλάκας και στο τέλος έχοντας κάνει ήδη δύο απόπειρες αυτοκτονίας, εγκατέλειψε το μάταιο κόσμο. Στον τάφο της, στον κήπο του σπιτιού της χαράχτηκε η λέξη ΣΙΩΠΗ. Να σημειωθεί ότι εκείνο τον καιρό μια άλλη γυναίκα, η σύντροφος του Γ. Σεφέρη Μαρώ, είχε εμπιστευτεί στη Δέλτα τις δυο κόρες της από τον προηγούμενο γάμο, μετά την απόφασή της να ακολουθήσει τον ποιητή.

Η λίστα όμως είναι μεγάλη. Η Ιζαμπέλ Αλιέντε εγκατέλειψε τα παιδιά της για χάρη ενός έρωτα, η επικοινωνία τους κατέστη δύσκολη και οργισμένη για πάρα πολλά χρόνια, ενώ η κόρη της Πάουλα πέθανε νεότατη μετά από μερικά χρόνια. Η ίδια στους διαδρόμους του νοσοκομείου περιμένοντας να γίνει ένα θαύμα, να ξυπνήσει η κόρη της από το κώμα, γράφει το ομώνυμο βιβλίο με τίτλο Πάουλα (εκδόσεις Ωκεανίδα, μτφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας). Στα περισσότερα βιβλία της Έλενας Φεράντε, μιας που δεν γνωρίζουμε ακριβείς συνθήκες στη ζωή της ούτε το πραγματικό της όνομα, επανέρχεται ένα κοινό μοτίβο. Η ηρωίδα συγγραφέας εγκαταλείπει τα παιδιά της στον σύζυγο για να αναζητήσει τη ζωή της ως γυναίκα και ως συγγραφέας. Το συναντάμε και στην τετραλογία της Νάπολης, στη Χαμένη κόρη και σε άλλα της βιβλία. Αλλά και η Βιρτζίνια Γουλφ που δεν έκανε παιδιά, με ένα ατελεύτητο πένθος για την απώλεια της μητέρας της σε ηλικία 13 ετών, αντιλαμβανόταν σε όλο της το έργο πώς οι οικιακές εργασίες και η γυναικεία προσφορά αποδυναμώνουν το πνευματικό έργο μιας γυναίκας, κάτι με το οποίο πάλεψε σε όλη της τη ζωή μαζί με τα συναισθηματικά και ψυχικά της «κύματα».

Θα μπορούσε κάποιος να πει, γιατί να κάνουν παιδιά όσες επιθυμούν να αφοσιωθούν στην τέχνη τους; Γιατί να προκύψουν τέτοιες δυσκολίες στα παιδιά τους; Φαντάζομαι ότι όπως στην τέχνη έτσι και στη ζωή, οι αποφάσεις δεν είναι μονοσήμαντες, η μια επιθυμία δεν αποκλείει την άλλη, και κανείς, μα κανείς δεν ξεκινά τη ζωή του ούτε ως μητέρα ούτε ως συγγραφέας για να προκαλέσει ανείπωτη δυστυχία στους γύρω του. Από την άλλη, στόχος αυτού του κειμένου δεν είναι να δοθούν απαντήσεις –μιας που δεν υπάρχουν– ούτε να εξιδανικευτούν καταστάσεις ούτε να δοθεί άφεση αμαρτιών. Άλλωστε, αυτή τη λειτουργία έτσι και αλλιώς δεν μπορεί να την προσφέρει η τέχνη ούτε η ψυχανάλυση, δεν αποτελεί καν ενδιαφέρον τους.

Φυσικά δεν χρειάζεται να ανοίξουμε τον κατάλογο σε ό,τι αφορά την πατρότητα και την τέχνη. Εκεί νομίζω θα συναντηθούμε με πολύ δύσκολα περιστατικά, αλλά σαν να ήταν πάντα –τουλάχιστον σε προηγούμενες εποχές– δικαιολογημένο ο πατέρας να βάζει σε δεύτερη-τρίτη μοίρα τα παιδιά και τη σύζυγο για να δημιουργήσει. Η λίστα μεγαλύτερη. Η ποιότητα του χαρακτήρα και το ήθος δεν ήταν συνήθως ανάλογα του μεγέθους του έργου που άφηναν στην Ιστορία. Υπάρχει μια εξαιρετική σκηνή στην κινηματογραφική ταινία Μπονάρ, Πιερ και Μαρτ (σενάριο και σκηνοθεσία Μαρτίν Προβόστ), ταινία που αναδεικνύει την ερωτική σχέση του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονάρ με τη μούσα του Μαρτ, που αφορά τον Καραβάτζιο. Ο ζωγράφος Πιερ Μπονάρ, κοιτώντας στη Ρώμη τον πίνακα του μεγάλου δημιουργού με τίτλο «Ο Άγιος Ματθαίος και ο Άγγελος», αναρωτιέται πώς μπόρεσε να αποτυπώσει τόσο ζωντανά το πρόσωπο του Αγίου. Η γυναίκα που τον συνοδεύει του δίνει μιαν απάντηση. «Μα ο Καραβάτζιο ήταν σε όλη του τη ζωή αδίστακτος», τονίζοντας τη σκληρότητα και την ανορίωτη ηθική του. Πώς μπορεί, λοιπόν, κάποιος να γράψει, να ζωγραφίσει, να δημιουργήσει, εάν δεν έχει έρθει σε επαφή με ό,τι βρίσκεται βαθύτερα στο είναι του; Αν δεν συναντηθεί με τη σκοτεινή του φύση;

Κοινωνίες τραυμάτων

Είναι δύσκολο να συζητηθεί ένα θέμα που αφορά ανθρώπους οι οποίοι έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα από τις πράξεις και τις παραλείψεις άλλων ανθρώπων. Ακόμα και εάν αυτοί είναι δημιουργοί. Άλλωστε, εάν εμείς οι γυναίκες θα μπορούσαμε να κάνουμε μια διαφορά σε τούτο τον άδικο κόσμο, θα ήταν ίσως μια μοναδική αποστολή, να προστατέψουμε τα παιδιά. Όχι μόνον τα βιολογικά μας παιδιά, αλλά τα παιδιά και τους αδύναμους αυτού του κόσμου που όλο και πληθαίνουν. Ως ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια με βιωματική σχέση με το διαγενεακό τραύμα, μπορώ να νιώσω τι σημαίνει να είσαι μια γυναίκα που σε έχει παρενοχλήσει σεξουαλικά ένα πρόσωπο που προορίζεται να σε προστατέψει, ό,τι πιο κοντινό σε πατέρα, ο άνδρας που επέλεξε η μητέρα σου. Αυτή η παραβίαση του ασφαλούς πλαισίου που προορίζεται να είναι το σπίτι, η εστία και μάλιστα η μητρική εστία, διαρρηγνύει τον πολιτισμό μας. Ο Ούγγρος ψυχαναλυτής Σάντορ Φερέντσι είχε αγγίξει με βαθύ τρόπο το θέμα-ταμπού της σεξουαλικής παρενόχλησης, αναφερόμενος στη σύγχυση της γλώσσας ανάμεσα στον ενήλικο και στο παιδί. Στην ανάγκη δηλαδή που έχει ένα παιδί για τρυφερότητα και αφήνεται στον ενήλικο φροντιστή του και στο πώς εκείνος τελικά παρερμηνεύει και παραβιάζει σεξουαλικά τον ανήλικο. Είναι οδυνηρή και αποτρόπαια αυτή η ρηγμάτωση για την ψυχή ενός παιδιού. Όπως είναι οδυνηρή η αποσιώπηση και η υπόθαλψη ενός τέτοιου περιστατικού –συνήθως επαναλαμβανόμενου– από τους υπόλοιπους στο σπίτι, πολλώ δε μάλλον εάν αυτή είναι η μητέρα. Σε θεραπευτικό επίπεδο τα όρια της κατανόησής μου μπορεί να είναι ευρύτερα, δεν θα ήμουν όμως φίλη με μια γυναίκα που αφήνει απροστάτευτο το παιδί της και ας είναι συγγραφέας. Εάν γνώριζα, θα προέβαινα και σε κάτι περισσότερο από αυτό. Από την άλλη τα οικογενειακά άσυλα προστατεύονται με πολλαπλούς τρόπους, και δυστυχώς όταν ένα τέτοιο περιστατικό μαθαίνεται, είναι συνήθως πλέον αργά για το θύμα. Το τραύμα έχει εγκατασταθεί. Θυμάμαι την περίπτωση μιας νεαρής γυναίκας που έζησε τη ζωή της σε μια ευυπόληπτη μεσοαστική οικογένεια με γονείς και αδέρφια που έμοιαζαν αρμονικοί. Αποφοίτησε από καλό ιδιωτικό σχολείο της Αθήνας, πραγματοποίησε απαιτητικές σπουδές, είχε φαινομενικά μια οικογενειακή ζωή που πολλοί θα ζήλευαν. Μόνον όταν έγινε η ίδια μητέρα και έφερε στον κόσμο μια κόρη, μπόρεσε να αποκαλύψει ότι ο πατέρας της –δηλαδή ο παππούς του μωρού– όσο ζει δεν θα το βλέπει. Διότι σε όλη της τη ζωή η σχέση πατέρα-κόρης ήταν παραβιαστική. Εκείνος την άγγιζε σεξουαλικά επανειλημμένα και μόνο τώρα που είχε γίνει η ίδια μητέρα βρήκε το κουράγιο να προστατεύσει το παιδί της, κάτι που ίσως δεν έκανε η μητέρα της. Είχε σηκώσει το βάρος ενός τέτοιου μυστικού για μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας, της εφηβείας και της νεότητάς της. Δύο από τα τρία αδέρφια της δεν γνώριζαν τίποτα. Άραγε η μητέρα γνώριζε; Πάντα αυτό το ερώτημα ακόμα και για όσες μητέρες δηλώνουν ότι δεν είχαν πάρει είδηση, με βασανίζει. Τείνω να πιστεύω ότι η μητρική λειτουργία ενεργοποιεί τέτοια αντανακλαστικά. Θα έπρεπε να γνωρίζουν. Ίσως πάλι και όχι.

Το σίγουρο είναι ότι πλέον έχουμε περάσει σε μιαν εποχή όπου αυτά συζητιούνται πιο ανοιχτά από ό,τι παλιότερα. Υπάρχει ανάγκη να εργαζόμαστε για μια κοινωνία, οικογένεια, ερωτική σχέση που δεν θα δημιουργεί τραύματα, δεν θα παράγει βία, δεν θα ασκεί εξουσία, δεν θα αδιαφορεί και δεν θα εγκαταλείπει. Είναι ένα αίτημα των καιρών μας, διότι οι πρόγονοί μας, όλοι μα όλοι, και οι γυναίκες ακόμα περισσότερο, υπέστησαν πολλές και διαφορετικές τραυματικές καταστάσεις. Και ως γνωστόν αυτά μεταφέρονται ενεργητικά στις επόμενες γενιές. Οφείλουμε ως μέλη της ανθρώπινης κοινότητας να τα αγκαλιάσουμε, να τα επεξεργαστούμε, να κλάψουμε, να πενθήσουμε όσα χάσαμε. Έτσι και η κόρη της Μανρό, μέρος μιας αλυσίδας γυναικών που έχουν βιώσει αυτή την οδύνη από νωρίς, θα σηκώσει το δικό της βάρος και θα αναλάβει –που το έχει ήδη κάνει– τη ζωή της. Είτε ήταν η μητέρα της η Αλίς που δουλεύει στο διπλανό παντοπωλείο είτε ήταν η πρωθυπουργός της χώρας ή η πιο διάσημη συγγραφέας όλων των εποχών, το τραύμα για εκείνη παραμένει τραύμα και ο θυμός για την ανεπάρκεια της μητέρας της θυμός. Μακάρι να ήταν αλλιώς.

Μετά από τα τραύματα, καταστροφή;

Και τι γίνεται με τα έργα τέχνης; Τι πρέπει να γίνει με τους πίνακες του Καραβάτζιο, τα βιβλία του Χέμινγουεϊ, τα γλυπτά του Ροντέν; Τι πρέπει να κάνουμε τώρα με τα βιβλία της Αλίς Μανρό; Με τον Ναμπόκοφ;

Αν καθίσουμε και ξεσκονίσουμε ως άλλοι Πουαρό, ή σηκώνοντας το δάχτυλο της ηθικής, τις βιογραφίες των δημιουργών θα πρέπει να τα κάψουμε όλα. Ο ένας αλκοολικός, ο άλλος παιδόφιλος, η τρίτη βαριά καταθλιπτική. Τι θα απογίνουμε όμως εμείς χωρίς την τέχνη και τη λογοτεχνία; Τι βάρος θα επωμιστούμε από τη φίμωση και τη λογοκρισία; Τι ψυχικά τραύματα θα επιφέρουμε με μια τέτοια πράξη; Οι δημιουργοί άλλωστε είναι εξίσου τραυματισμένοι άνθρωποι. Ένας επίσης βραβευμένος με Νόμπελ συγγραφέας, ο Τζον Μάξγουελ Κούτσι, στο βιβλίο του Θέρος (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου) στήνει αριστοτεχνικά ένα παζλ αναζήτησης της βιογραφίας ενός συγγραφέα. Άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή του ήρωά του (απείκασμα του εαυτού του) συνομιλούν με έναν επίδοξο βιογράφο για την αίσθηση που είχαν από την προσωπικότητά του. Οι περισσότερες αφηγήσεις είναι απογοητευτικές. Ο συγγραφέας-ήρωας στο βιβλίο του Κούτσι, – που έχει ήδη τιμηθεί και αυτός με Νόμπελ στο βιβλίο– μέσα από τις πολλαπλές αφηγήσεις σκιαγραφείται ως ένας ηττημένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος-σκιά. Όπως περιγράφεται από τα λόγια των αφηγητών, είναι ανίκανος να σχετιστεί, ανίκανος να αγαπήσει, ανίκανος να εργαστεί. Το μεγαλείο του όμως βρίσκεται στις πολλαπλές αποτυχίες του. Γιατί ο ήρωας του Κούτσι είναι ένας σπαρακτικός ήρωας όπως και ο Σάμπαθ στο βιβλίο Το θέατρο του Σάμπαθ, του «μισογύνη» (μετά τον θάνατό του αποπειράθηκαν να του προσάψουν έναν τέτοιο χαρακτηρισμό) Φίλιπ Ροθ (εκδόσεις Πόλις, μτφρ. Ανδρέας Βαχλιώτης). Ο συγγραφέας και τελικά η συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος σαν όλους μας. Με πλευρές ανείπωτες, σκοτεινές, ανεξήγητες. Με μια διαφορά. Γιατί να γίνει κάποιος συγγραφέας, αν δεν έχει ήδη παραιτηθεί σε έναν βαθμό από τη δράση, από τη ζωντανή ζωή; Για να μπορέσει να γράψει έχει ήδη συνομιλήσει από τη βρεφική του ηλικία με τη μοναξιά, έχει βρεθεί σε ένα παράλληλο σύμπαν που ζει σε μια πλευρά του εαυτού του που δημιουργεί, ονειρεύεται, διορθώνει, οραματίζεται, κρύβεται για να μπορέσει να υπάρξει. Δεν ζει ποτέ απόλυτα σε έναν χρόνο. Για να γίνει τολμηρός με τις λέξεις, έχει ήδη αποδεχτεί τη δειλία του. Διαφορετικά θα είχε γίνει δικαστής, αστυνομικός, δάσκαλος ή παπάς, ή ακόμα και κοινός εγκληματίας. Ο συγγραφέας έχει μέσα του έναν εαυτό βαθιά λυπημένο και την ίδια στιγμή συνυπάρχει μέσα του μια κίνηση ανεπίγνωστης επαναστατικότητας, ρήξης με το παρόν. Με το συντελεσμένο παρόν. Και εκεί βρίσκεται ίσως η ελπίδα. Μια ελπίδα που τον κάνει να καρφώνει με τέτοια δύναμη τις λέξεις, πιστεύοντας ότι ακόμα και όταν όλα τα πάθη και οι δυστυχίες τούτου του κόσμου δεν θα εκλείψουν, τα κείμενά του θα ρίχνουν σανίδες πάνω στο νερό ακόμα για τον μικρό Ιησού που δεν θα αντέξει να περπατά άλλο μόνος πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας. Που δεν θα αντέξει να σέρνει μόνος τα ανθρώπινα δεσμά στον πραγματικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα όλων αυτών των παράλληλων κόσμων της τέχνης. Και την ίδια στιγμή θα αναφωνεί με σθένος, όπως η Φεράντε στο αυτοβιογραφικό βιβλίο με τίτλο Τα περιθώρια και η υπαγόρευση (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη): «Ορίστε αυτή είναι η δική μου φωνή, με τη φωνή μου αυτή περιγράφω την πραγματική, δική μου ζωή», για να προσθέσει λίγο παρακάτω: «καμία λέξη όμως δεν είναι πραγματική δική μου».

Γιατί τι είναι η λογοτεχνία παρά δύο ώμοι που κουβαλούν δανεική τη μακραίωνη ανθρώπινη ιστορία; Τι παραπάνω από τον καθρέφτη που αντανακλά τα ανθρώπινα τραύματα; Ακόμα και εκείνα πουδημιουργούν οι ίδιοι οι συγγραφείς.

Κύλιση στην κορυφή