Στην πνευματική του διαθήκη, το τελευταίο του μυθιστόρημα που φέρει τίτλο Το παιχνίδι με τις χάντρες και γράφτηκε και δημοσιεύθηκε μεσούντος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Έρμαν Έσσε επιστρέφει και πάλι σε ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα του στοχασμού της Γερμανίας και της Μεσευρώπης, το πρόβλημα της μουσικής. Η ίδια η υπόθεση του έργου του αρθρώνεται ως συσχετισμός του ιστορικού χρόνου, της ατομικής βίωσής του και της μουσικής ως πολιτισμικής πεμπτουσίας: «Σήμερα, λόγου χάρη, δεν λαβαίνουμε πολύ υπόψη μας τη θεολογία και την εκκλησιαστική κουλτούρα του δεκάτου ογδόου αιώνα, ή τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, μα θεωρούμε τις καντάτες, τα πάθη, και τα πρελούδια του Μπαχ ως την τελική πεμπτουσία του χριστιανικού πολιτισμού» (Έρμαν Έσσε, Το παιχνίδι με τις χάντρες, Απόδοση: Φώντας Κονδύλης, Καστανιώτης, Αθήνα χ.χ., σελ. 29).
Ο συσχετισμός του ιστορικού χρόνου, της ατομικής βίωσής του και της μουσικής επιτελείται μέσα στο αφηγηματικό πλαίσιο που αρθρώνει το παιχνίδι με τις χάντρες, ένα περίπλοκο παιχνίδι που συμβολοποιεί και μαθηματικοποιεί την ευρωπαϊκή πολιτισμική ιστορία και υπουργείται από ένα μοναστικού τύπου κοσμικό τάγμα, το οποίο διοργανώνει τους ετήσιους αγώνες του. Την περίοδο που προηγείται της ίδρυσης του τάγματος και της πολιτισμικής ανανέωσης της Ευρώπης, ο Έσσε την ονομάζει «Εποχή της Επιφυλλίδας». Η περιγραφή της εποχής αυτής μοιάζει προφητική. Ο πολιτισμός καταναλώνεται, ο συναισθηματισμός μολύνει τα πάντα και τα μεγάλα πνευματικά ερωτήματα δεν τίθενται καν. Σε μία στιγμή εξαιρετικής διαύγειας, ο Αντώνης Ζέρβας ονόμασε την εποχή αυτή ως τη στιγμή που όλα τα πνευματικά πράγματα ξεπέφτουν σε δημοσιογραφία.
Σύμφωνα με τον Έσσε, καθώς η «Ευρώπη βρισκόταν κιόλας στο χείλος της τρομερής εκείνης υποτίμησης του Λόγου, που δημιούργησε, μυστικά στην αρχή και μέσα σε στενό κύκλο, εκείνο το ασκητικά ηρωικό αντικείμενο που λίγο μετά άρχισε, φανερά πια και δυναμικά, να κυλάει, [και] οδήγησε στη νέα αυτοπειθάρχηση και αξιοπρέπεια της ανθρώπινης νόησης», ήρθε ο μυστικός προάγγελος μιας μεγάλης αλλαγής: «σάμπως θαρρείς η μοίρα να ʼθελε να χαμογελάσει παρηγορητικά σ’ αυτή την ολιγάριθμη ηρωική ομάδα, συνέβη τη θλιβερή εκείνη, την πιο θλιβερή απ’ όλες τις εποχές, το ξακουστό θαύμα που, αυτό καθαυτό, ήταν προϊόν καθαρής τύχης, αλλά που έδωσε την αίσθηση μιας θείας κατίσχυσης: η ανακάλυψη έντεκα χειρογράφων του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, που ήταν στην κατοχή του γιου του, Φρήντμαν» (Έρμαν Έσσε, Το παιχνίδι με τις χάντρες, σελ. 24).
Μόλις πριν από λίγες μέρες, στις 24 Νοεμβρίου, δόθηκε η παγκόσμια πρώτη δύο Σακόν του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί ήδη από τον μουσικό εκδοτικό οίκο Breitkopf & Härtel της Λειψίας. Τα χειρόγραφα είχαν βρεθεί προ τριών δεκαετιών, το 1992, στο χειρόγραφο B-Br Ms II 3911 Mus της Βασιλικής Βιβλιοθήκης των Βρυξελλών, στη συλλογή του σπουδαίου συνθέτη και μουσικολόγου François-Joseph Fétis (1784–1871), πρώτου Διευθυντή του Βασιλικού Ωδείου των Βρυξελλών. (https://www.kbr.be/en/two-unknown-works-by-johann-sebastian-bach-discovered-at-kbr/). Τα έργα ταυτοποιήθηκαν, όμως, μόλις πρόσφατα, αφού, όπως είναι γνωστό ότι οι στυλιστικές ομοιότητες, όσο σαφείς και αν είναι, μπορούν να μας παραπλανήσουν και σίγουρα δεν αποτελούν το τελικό κριτήριο για τη διακρίβωση της πατρότητας ενός έργου. (Βλ. επίσης εδώ και εδώ). Ο Διευθυντής του Αρχείου Μπαχ της Λειψίας, Δρ. Peter Wollny, κατάφερε να επιβεβαιώσει την αρχική του διαίσθηση ακολουθώντας τα ίχνη της πορείας ενός μαθητή του Μπαχ, του Salomon Günther John, ο οποίος, ως μέρος της μαθητείας του, αντέγραψε πολλά έργα του Μπαχ, συνηθέστατη μορφή μαθητείας άλλωστε την εποχή εκείνη.
Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος και τα δύο αυτά έργα φέρουν έκτυπη την επίδραση του μεγάλου συνθέτη και οργανίστα Georg Böhm, στον οποίο ο Μπαχ μαθήτευσε κατά τα έτη 1700-1702. Το χειρόγραφο γράφτηκε από τον οργανίστα, μαθητή του Μπαχ κατά τα έτη 1705-1707, Salomon Günther John, ο οποίος αργότερα εμφανίστηκε στον κύκλο του Μπαχ κατά τη διάρκεια της περιόδου της Βαϊμάρης. Με δεδομένο ότι το χειρόγραφο φέρει χρονολογία 1705 είναι κάτι παραπάνω από εύλογο να υποθέσουμε ότι ο Μπαχ ―γεννημένος το 1685― συνέθεσε τα έργα αυτά μεταξύ του 17ου και του 20ού έτους της ζωής του.
Η τελευταία ψηφίδα του παζλ ήταν ένα έγγραφο από ένα φεουδαλικό υποστατικό στο Όπουργκ της Θουριγγίας, το οποίο είχε χαθεί για πολλές δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επρόκειτο για ένα ακόμη έγγραφο με τον γραφικό χαρακτήρα του μαθητή του Μπαχ. Η σχετικά πρόσφατη αποκατάστασή του μας συνδέει νοητά με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την προβληματική του Έρμαν Έσσε στο Παιχνίδι με τις χάντρες. Η σημασία κάθε τέτοιου σημείου δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε εμφανή δυσαναλογία με την καθαρά τεχνική του σημασία. Αποτελεί ένα θαυμαστό σημείο, ή ίσως ένα Numen, το οποίο πρέπει να προσκληθεί για να ασκήσει την ευεργετική θεραπευτική του επήρεια. Ωστόσο, όταν κάθε πνευματικό γεγονός έχει μεταβληθεί σε σημείο που καταβροχθίζεται επί τη εμφανίσει από το αδηφάγο, τεχνολογοποιημένο βλέμμα του καταναλωτή, ακόμα και η ανακάλυψη νέων έργων του Μπαχ δεν μπορεί να θεραπεύσει την κεφαλαιώδη ασθένεια του πνευματικού πανταγκρουελισμού, μέχρι τουλάχιστον να υποταχθούμε στις εμφανίσεις του ποιητικού στερεώματος «σαν να ήταν εκείνο το ξένο ον μέσα στο οποίο αποστέλλει τον εαυτό του ο άγνωστος θεός» (Martin Heidegger, «…Ποιητικά κατοικεί ο Άνθρωπος…», Μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, Πλέθρο, Αθήνα 2008, σελ. 49).
Για την παγκόσμια πρώτη ερμηνεία τους επελέγη ο Ολλανδός αρχιμουσικός και οργανίστας Ton Koopman, μία από τις σημαντικότερες αυθεντίες στο έργο του Μπαχ, ιδρυτής της Μπαρόκ Ορχήστρας και Χορωδίας του Άμστερνταμ και Καθηγητής Ιστορικής Μουσικής Ερμηνείας και Παλαιάς Μουσικής στο Πανεπιστήμιο του Λάιντεν, ο οποίος ερμηνεύει στο εκκλησιαστικό όργανο της Εκκλησίας του Αγίου Θωμά στη Λειψία, όπου ο Μπαχ διετέλεσε αρχιμουσικός, την πρώτη και εκτενέστερη Σακόν, η οποία έλαβε τον αριθμό 1178 στον Κατάλογο Έργων του Μπαχ (Bach-Werke-Verzeichnis).
Εδώ η δεύτερη Σακόν με αριθμό 1179 στον Κατάλογο Έργων του Μπαχ, συντομότερη, αλλά ίσως από πολλές απόψεις με μεγαλύτερο αρμονικό ενδιαφέρον.
Και εδώ μια εκδοχή για τσέμπαλο από τον Αργεντινό δεξιοτέχνη Norberto Broggini, ο οποίος στο παρελθόν είχε συνεργαστεί με τον Ton Koopman.
Ο ίδιος οργανίστας ερμηνεύει και την Σακόν με αριθμό καταλόγου Έργων Μπαχ 1178 εδώ, στο εκκλησιαστικό όργανο της Ενορίας Eaux – Vives στην Γενεύη.

