Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής
Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως όλες οι θρησκείες είναι συμβατές με τα δημοκρατικά ήθη: ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους, χρειάζεται μόνο να τηρούν το αστικό δίκαιο. Αυτό που είναι ασυμβίβαστο με τη δημοκρατία είναι να θεωρούμε τη θρησκεία όχι δικαίωμα αλλά καθήκον όλων και σε όλους τους τομείς, είτε αυτό είναι η εκπαίδευση, είτε η τέχνη, είτε η σκέψη, είτε το ντύσιμο κ.λπ. Φαίνεται, όμως, πως υπάρχουν θρησκείες πιο δύσκολα «δημοκρατικοποιήσιμες» από άλλες, είτε για λόγους ιστορικούς (οι αιρετικοί και οι άπιστοι δεν κατάφεραν να σχετικοποιήσουν τον κοινωνικό τους απολυταρχισμό) είτε για λόγους αυστηρά δογματικούς: το ιδανικό της ζωής τους αντιτίθεται στον ορθολογιστικό ατομισμό της δημοκρατικής αγωγής. Αυτό φαίνεται να ισχύει για το Ισλάμ και βοηθά να κατανοήσουμε γιατί πολύ διαφορετικές χώρες (Μαρόκο, Ινδονησία, Σαουδική Αραβία, Μάλι κ.λπ.), που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους πέρα απ’ το Ισλάμ ως πλειοψηφική θρησκεία, έχουν μια τόσο προβληματική ή εχθρική σχέση με το δημοκρατικό πολίτευμα. Φυσικά, δεν μιλάμε τώρα για τρομοκρατία ή για παρόμοιες παρεκκλίσεις, αλλά για διαρθρωτικές και διανοητικές ασυμβατότητες.
Για όσους από εμάς δεν είμαστε ειδικοί στο θέμα της συγκριτικής θεολογίας αλλά μας ενδιαφέρει ο κοινωνικός αντίκτυπoς των θρησκειών, θα ήταν χρήσιμο να διαβάσουμε το Ισλάμ ενώπιον της δημοκρατίας (L‘Islam devant la démocratie ) του Philippe d’ Iribarne. Εκεί αποκαλύπτεται η επιθυμία για βεβαιότητα και κοινωνική ομοφωνία που συνέχει την ισλαμική πίστη, μαζί με την απόρριψη –ως κάτι κακό– της αμφιβολίας και της πολεμικής αμφισβήτησης των αποκεκαλυμμένων και ως εκ τούτου υποχρεωτικών για όλους δογμάτων. Η διστακτική και υποκείμενη σε διαφωνίες συζήτηση ως δρόμος προς την αλήθεια δεν θεωρείται κάτι που δίνει αξία στη στοχαστική ιδιοπροσωπία του ατόμου αλλά διασπαστική απειλή για την καλά εναρμονισμένη κοινότητα. «Πώς να κάνουμε συμβατή τη σαγήνη για το αίσθημα βεβαιότητας που τροφοδοτεί την ομοφωνία μιας κοινότητας, το οποίο συνδέεται με τη θλιβερή εικόνα εκείνων που σπάνε αυτή την ομοφωνία, με την κεντρική θέση που έχει η αβεβαιότητα και η συζήτηση στον δημοκρατικό τρόπο λειτουργίας;»
Στις πλειοψηφικά μουσουλμανικές κοινωνίες υπάρχει μια απόρριψη του πλουραλισμού, τόσο στις ιδέες όσο και στα έθιμα: είναι μια περιφρονημένη αξία, σε πρακτικό, θεωρητικό και ψυχολογικό επίπεδο. Και αυτή η απόρριψη επιδεινώθηκε σήμερα, όταν η επιρροή των ριζοσπαστών που εκπαιδεύτηκαν στη Δύση έχει καταγγείλει σχεδόν σαν αποστασία τον εξυπηρετικό εκλεκτικισμό των παραδοσιακών κοινοτήτων. Όπως σωστά λέει ο D’Iribarne, «εάν πιστεύουμε ότι οποιοδήποτε κίνημα εκσυγχρονισμού συνεπάγεται υποχρεωτικά την αποδοχή του πλουραλισμού και τον σεβασμό του διαλόγου, δεν μπορούμε παρά να εκπλησσόμαστε από την εξέλιξη του μουσουλμανικού κόσμου». Για τον λόγο αυτό, οι μορφές δημοκρατίας που είναι ευρέως αποδεκτές σε τέτοιες χώρες είναι οι λαϊκιστικές που αγωνίζονται για την απελευθέρωση των μαζών, δηλαδή εκείνες που θεωρούν τον λαό ως οργανικό σύνολο και όχι εκείνες που δίνουν έμφαση στα δικαιώματα του ατόμου, μαζί με τις όχι πάντα εύκολα εναρμονίσιμες συγκρούσεις ανταγωνιστικών συμφερόντων.
Ασφαλώς, πρόκειται για ένα σοβαρό ιδεολογικό εμπόδιο για την πλήρη αποδοχή του αβέβαιου και αμφιλεγόμενου πυρήνα της δημοκρατίας. Αλλά μήπως σήμερα αυτό φαίνεται τόσο ξένο και σ’ εμάς που δεν είμαστε Μουσουλμάνοι; Μήπως δεν βλέπουμε και στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες να διογκώνεται, με άλλες αιτιολογήσεις, η επιθυμία για ομοιομορφία του λαού απέναντι στους αρπακτικούς εχθρούς του, το μίσος για τις αποκλίσεις που διασπούν την ιερή αδελφότητα, την απόρριψη εκείνων που δεν γνωρίζουν ή παραβιάζουν τα προκατασκευασμένα χαρακτηριστικά ταυτότητας που υπάρχουν για να γίνουν «ένας από εμάς», τους επιλεγμένους πιστούς;
[Δημοσιεύτηκε στην El País στις 9.3.2015.]
