Από τη Μοναδολογία του Λάιμπνιτς
στη σύγκρουση δικαιωματισμού και συντηρητισμού
Στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο, είτε αυτός διεξάγεται στα κοινωνικά δίκτυα και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε σε δημόσιες συζητήσεις, η έννοια της διαφορετικότητας έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο φορτισμένα πεδία αντιπαράθεσης και συχνά εμφανίζεται πλέον με όρους σχεδόν πολεμικούς. Από τη μία πλευρά, οι λεγόμενες «woke ή δικαιωματικές» προσεγγίσεις προβάλλουν την ανάγκη αναγνώρισης ταυτοτήτων, εμπειριών και φωνών που ιστορικά αποκλείστηκαν ή υποτιμήθηκαν. Από την άλλη, οι «συντηρητικές» αντιδράσεις εκφράζουν τον φόβο ότι η υπερβολική έμφαση στη διαφορά μπορεί να οδηγήσει στον κατακερματισμό της κοινότητας, στην αποδυνάμωση της παράδοσης και στη διάλυση των κοινών αξιών. Η αντιπαράθεση αυτή, όσο σύγχρονη ή όψιμη κι αν φαίνεται, αγγίζει ένα πολύ παλαιότερο φιλοσοφικό δίπολο: το δίπολο της ταυτότητας ή ομοιότητας και της διαφοράς. Κάθε κοινωνία καλείται να απαντήσει στο ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: πώς μπορούμε να συγκροτούμε ένα κοινό «εμείς» χωρίς να απαιτούμε από όλους να γίνουν ίδιοι; Και πώς μπορούμε να αναγνωρίζουμε τη διαφορά χωρίς να χάνουμε το κοινό έδαφος που καθιστά δυνατή τη συνύπαρξη;
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έννοια της Μονάδας (Monade), όπως αυτή εμφανίζεται στην φιλοσοφική σκέψη του Λάιμπνιτς.[1] Ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους, μαθηματικούς και νομικούς του 17ου αιώνα. Η συμβολή του στη μεταφυσική, στη λογική, στα μαθηματικά, στη φιλοσοφία της θρησκείας και στην ιστορία των ιδεών υπήρξε καθοριστική. Για τον Λάιμπνιτς, η πραγματικότητα αποτελείται από μονάδες: απλές, αδιαίρετες και μοναδικές οντότητες. Η ίδια η ετυμολογία του όρου «Μονάδα» φωτίζει το περιεχόμενο της έννοιας, καθώς συνδέεται με το ένα, το ιδιαίτερο, το μη αναγώγιμο σε κάτι άλλο. Η Μονάδα δεν είναι απλώς αριθμητικό μέγεθος, αλλά είναι το μοναδικό. Και επειδή είναι μοναδικό, είναι κατ’ ανάγκην διαφορετικό από όλα τα άλλα. Αυτή η μοναδικότητα θεμελιώνεται εννοιολογικά για τον Λάιμπνιτς ως εξής: κάθε Μονάδα, ως ατομική υπόσταση, έχει τη δική της ολοκληρωμένη έννοια, εντός της οποίας περιέχονται όλα τα κατηγορήματά της. Σύμφωνα με τη λογική αρχή της ταυτότητας των μη διακριτών, είναι αδύνατον δύο διαφορετικές μονάδες να έχουν απολύτως τα ίδια χαρακτηριστικά. Η διαφορά των Μονάδων, λοιπόν, δεν είναι απόκλιση ούτε μη κανονικότητα. Είναι ο συστατικός όρος της μοναδικότητάς τους. Με λιγότερο φιλοσοφική ορολογία, αυτό σημαίνει ότι το σύνολο των ιδιοτήτων, των σκέψεων, των συναισθημάτων, των εμπειριών και των τρόπων θέασης ενός προσώπου δεν μπορεί ποτέ να συμπίπτει πλήρως με το αντίστοιχο σύνολο ενός άλλου. Καμία μονάδα δεν είναι απολύτως ίδια ή όμοια με κάποια άλλη. Καθεμία αντιλαμβάνεται και εκφράζει τον κόσμο από τη δική της ιδιαίτερη προοπτική. Αν και οι προοπτικές είναι διαφορετικές, δεν παύουν να αναφέρονται στον ίδιο κόσμο. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ενδιαφέρον: η ενότητα δεν προκύπτει από την κατάργηση των διαφορών, αλλά από την αρμονική τους σύνθεση Από αυτό ακριβώς το σημείο εκκινεί ο ορισμός της αρμονίας ως ομοιότητας μέσα στη διαφορά. Όπως γράφει ο Λάιμπνιτς:
«Η αρμονία είναι ενότητα μέσα στην ποικιλία. Αρμονία υπάρχει όταν τα πολλά ανάγονται σε κάποια ενότητα· διότι όπου δεν υπάρχει ποικιλία, δεν υπάρχει αρμονία· και, αντιστρόφως, όπου η ποικιλία είναι χωρίς τάξη, χωρίς αναλογία, χωρίς συμφωνία, δεν υπάρχει αρμονία. Όσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία και η ενότητα μέσα στην ποικιλία, τόσο μεγαλύτερη είναι η αρμονία.»[2]
Συνεπώς, αρμονία δεν σημαίνει απαλοιφή των διαφορών μέσα σε μια αδιαφοροποίητη ενότητα. Ούτε όμως σημαίνει αναγωγή κάθε διαφοράς σε απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο κέντρο, σαν να μην υπάρχει κανένα κοινό στοιχείο που να συνδέει τα διαφορετικά μεταξύ τους. Αρμονία είναι η δυνατότητα διαφορετικές μονάδες, διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικές κοινότητες και διαφορετικές εμπειρίες να μετέχουν και να συγκροτούν έναν κοινό κόσμο χωρίς να ακυρώνουν την ιδιαιτερότητά τους. Με αυτή την έννοια, η λεϊβνιτιανή αρμονία μπορεί να φωτίσει και να διευρύνει σημασιακά και σύγχρονες έννοιες όπως η συμπερίληψη, η ισότητα, η αναγνώριση των δικαιωμάτων, η κοινωνική συνοχή και ο πλουραλισμός. Η ομοιότητα είναι απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν δεν υπάρχει ενότητα. Αναγνωρίζω τον άλλον ως πρόσωπο, ως φορέα αξιοπρέπειας και ως μέλος ενός κοινού κόσμου, επειδή υπάρχει κάτι που μας συνδέει. Χωρίς κάποιο κοινό έδαφος, η κοινωνία διαλύεται σε παράλληλες μοναξιές, σε κλειστές ταυτότητες που δεν κοινωνούν μεταξύ τους, αλλά απλώς παρευρίσκονται στον ίδιο χώρο και χρόνο. Όμως και η διαφορά είναι εξίσου απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτήν η ενότητα κινδυνεύει να γίνει ομοιομορφία. Και η ομοιομορφία, όταν επιβάλλεται ως πολιτικό ή ηθικό ιδεώδες, μπορεί εύκολα να διολισθήσει σε ενότητα κυριαρχίας, συμμόρφωσης ή μαζοποίησης.
Η φιλοσοφική θέση του Λάιμπνιτς αποκτά δε ιδιαίτερο βάρος, αν αναλογιστούμε και ανακαλέσουμε στη μνήμη μας την ιστορική στιγμή μέσα στην οποία εμφανίζεται. Ο Λάιμπνιτς γεννήθηκε το 1646 στη Λειψία, μόλις δύο χρόνια πριν από τη λήξη του Τριακονταετούς Πολέμου, ο οποίος διήρκεσε από το 1618 έως το 1648 και υπήρξε μία από τις πιο καταστροφικές συγκρούσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ξεκίνησε ως σύγκρουση με έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, κυρίως ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα εξελίχθηκε σε ευρύτερη πολιτική και δυναστική σύγκρουση, με εμπλοκή μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η Ειρήνη της Βεστφαλίας, το 1648, έθεσε τέλος στον πόλεμο και αναδιαμόρφωσε την ευρωπαϊκή πολιτική τάξη. Η Γερμανία στα χρόνια του Λάιμπνιτς δεν ήταν ενιαίο εθνικό κράτος, αλλά ένα κατακερματισμένο σύνολο ηγεμονιών, πόλεων, εκκλησιαστικών περιοχών και πολιτικών εξουσιών μέσα στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Τριακονταετής Πόλεμος άφησε πίσω του δημογραφική καταστροφή, θρησκευτικό μίσος και βαθιά δυσπιστία ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες. Η φιλοσοφία του Λάιμπνιτς, αν και δεν μπορεί να αναχθεί αποκλειστικά σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο, δεν μπορεί και να αποκοπεί πλήρως από αυτό. Η αναζήτηση της αρμονίας δεν αποτελεί για αυτόν απλώς μια αφηρημένη μεταφυσική ιδέα, αλλά είναι και απάντηση σε έναν κόσμο διχασμένο από θρησκευτικούς πολέμους, πολιτικές αντιπαλότητες και ανταγωνιστικές αλήθειες.
Η έννοια της αρμονίας μπορεί να μας βοηθήσει να υπερβούμε και τη σημερινή ένταση. Η woke ευαισθησία έχει δίκιο όταν υπενθυμίζει ότι η ενότητα δεν πρέπει να χτίζεται πάνω στη σιωπή, τον αποκλεισμό ή την αφομοίωση του διαφορετικού (η μνήμη των ναζιστικών θηριωδιών αποτελεί την πιο σκοτεινή ιστορική υπενθύμιση του κινδύνου που γεννά η απολυτοποίηση της καθαρότητας, της ομοιομορφίας και της εξάλειψης της ετερότητας). Χάνει όμως το μέτρο της όταν η σύγκρουση γίνεται αυτοσκοπός, όταν η καταγγελία υποκαθιστά τον διάλογο και όταν η διαφορά μετατρέπεται σε δόγμα απρόσβλητο από κάθε κριτική. Αντίστοιχα, η συντηρητική στάση έχει δίκιο όταν υπενθυμίζει ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινές αναφορές, συνέχεια και συνεκτικούς δεσμούς. Χάνει όμως το μέτρο της όταν η ενότητα ταυτίζεται με την ομοιομορφία, όταν η παράδοση γίνεται μηχανισμός αποκλεισμού και όταν η διαφορετικότητα αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως απειλή. Το αίτημα, επομένως, δεν είναι η κατίσχυση της μίας πλευράς πάνω στην άλλη. Είναι η εγκατάλειψη του δογματισμού εκατέρωθεν. Η woke πλευρά οφείλει να αποκηρύξει την ιδέα ότι η σύγκρουση, η καταγγελία και η διαρκής ανάδειξη των διαφορών αποτελούν αυτοσκοπό. Η συντηρητική πλευρά οφείλει επίσης να αποκηρύξει την ιδέα ότι η ενότητα διασώζεται μόνο με την πειθάρχηση, την αφομοίωση ή την εξομοίωση του διαφορετικού.
Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Λάιμπνιτς αναγνωρίζει την αρμονία ως προϊόν μιας τέλειας νόησης.[3] Μεταφέροντας την ιδέα αυτή στο κοινωνικό πεδίο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αναγνώριση της αρμονίας ως διαχρονικής αξίας και ως αιτήματος ενός πανανθρώπινου πολιτισμού προϋποθέτει ώριμη σκέψη. Μια ώριμη κοινωνία δεν φοβάται τη διαφορά, γιατί έχει αρκετή εμπιστοσύνη στην ενότητά της. Ούτε απολυτοποιεί την ενότητα, γιατί γνωρίζει ότι χωρίς τη μοναδικότητα των προσώπων η κοινότητα μετατρέπεται σε άμορφη μάζα. Η τέλεια συνύπαρξη δεν βρίσκεται ούτε στην άκριτη αποθέωση της διαφοράς ούτε στην αυταρχική επιβολή της ομοιότητας. Βρίσκεται στην αρμονία: στην ομοιότητα μέσα στη διαφορά και στη διαφορά που δεν καταστρέφει, αλλά εμπλουτίζει την ενότητα.
[1] Λάιμπνιτς, Γκότφριντ Βίλχελμ, Η Μοναδολογία, μτφρ. Στέφανος Λαζαρίδης, Αθήνα: Εκκρεμές 2006.
[2] Elementa Verae Pietatis, A VI.4, σ. 1358-1360. Στη θέση αυτή αποδίδει μεγάλη σημασία και ο Έρνστ Κασσίρερ, αξιοποιώντας την στο σπουδαίο έργο του Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού· πρβλ. Ernst Cassirer, Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, μτφρ. Αννέτε Φώσβινκελ, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ. 2015.
[3] «Έτσι πλέον καθίσταται σαφές ότι η αρμονία είναι τελείωση της νόησης». Elementa Verae Pietatis, A VI.4, σ. 1358-1360.

