Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Κώστας Μελάς

Η αυτοεικόνα του γερμανικού λαού και ο ρόλος της στο μέλλον της Γερμανίας

«Ένας Γερμανός είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πει ψέμα,
χωρίς να το πιστεύει ο ίδιος»
T. Adorno, Minima Moralia

1.

Η εικόνα του εθνικού παρελθόντος αποτελεί μέρος της αυτοεικόνας κάθε λαού. Είναι εντελώς συνηθισμένο, στα έθνη γενικά, οι άνθρωποι να γαλουχούνται με αντιλήψεις αναφορικά με την αξία και τη σπουδαιότητα του έθνους τους, οι οποίες πλειοδοτούν κατά πολύ έναντι κάθε νηφάλιας αποτίμησης στηριζόμενης στα αντικειμενικά δεδομένα. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα στη Γερμανία.

Όπως συμβαίνει παντού, έτσι και στη Γερμανία, το ρεαλιστικό αίσθημα υπερηφάνειας για τα εθνικά επιτεύγματα και τα εθνικά χαρακτηριστικά τους μεταλλάχθηκε ανεπαίσθητα σε μια υπερηφάνεια η οποία αφορούσε κατορθώματα και γνωρίσματα υπερμεγεθυμένα ή και εντελώς φανταστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση Kantorowicz. (Δες Κουτί 1)

Όμως, στη Γερμανία, για κοινωνιοεξελικτικούς και πολιτισμικούς λόγους δημιουργήθηκε μια κατάσταση στην οποία το επίπεδο της εθνικής αυτοσυνείδησης ανάμεσα στην υπερηφάνεια και στην αλαζονεία παρέμεινε σχετικά επισφαλές και ευάλωτο.

Η μετεξέλιξη της Γερμανίας, αρχικά σε ενιαίο απολυταρχικό κράτος και κατόπιν σε ενιαίο εθνικό κράτος, συντελέστηκε με πολύ βραδείς ρυθμούς και με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά απολυταρχικά ή εθνικά κράτη[1]. Μάλιστα αυτή η εξέλιξη συνδυάστηκε με τη διαπιστωμένη έντονη αντίθεσή του με τον δυτικό κόσμο καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας των Γερμανών. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Ντοστογιέφσκι[2]: «Το χαρακτηριστικότερο, ουσιαστικότερο γνώρισμα αυτού του μεγάλου, περήφανου και ξεχωριστού λαού συνίσταται, ήδη από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του στον ιστορικό κόσμο, στο γεγονός ότι δεν θέλησε ποτέ να ενωθεί ούτε ως προς τον προορισμό ούτε ως προς τις αρχές του με τον έσχατο δυτικό κόσμο, δηλαδή με όλους εκείνους τους κληρονόμους του αρχαίου ρωμαϊκού προτύπου. Ασκεί διαμαρτυρία έναντι αυτού του κόσμου εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και δεν άρθρωσε ποτέ ως τώρα δικό του λόγο, το δικό του ξεκάθαρο ιδεώδες, για να αναπληρώσει το κενό που άφησε καταστρέφοντας τη ρωμαϊκή ιδέα «φρονώ».

Τα ανερχόμενα γερμανικά μεσαία στρώματα, αισθανόμενα μειονεκτικά έναντι των αντίστοιχων αγγλικών και γαλλικών λόγω της αργοπορημένης ανάπτυξής τους, στράφηκαν στην ανάδειξη ορισμένων συλλογικών επιτευγμάτων σε τομείς της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας[3], της μουσικής και άλλων τεχνών – δηλαδή σε αυτό που ονομάστηκε γερμανική Kultur (σε αντίθεση με τον όρο civilization[4] που χρησιμοποιούν οι αγγλοσάξονες).

«Το πνεύμα δεν είναι πολιτική: Για μας τους Γερμανούς αρκεί η παρακαταθήκη ενός όχι κακού δέκατου ένατου αιώνα για να υπερασπιστούμε και με την ίδια τη ζωή μας ακόμη αυτό το “δεν”. Η διαφορά ανάμεσα σε πνεύμα και πολιτική εμπεριέχει τη διαφορά ανάμεσα σε κουλτούρα και πολιτισμό, σε πνευματικό και τεχνικό πολιτισμό, σε ψυχή και κοινωνία, σε ελευθερία και δικαίωμα ψήφου, σε τέχνη και λογοτεχνία η διαφορά ανάμεσα σε πνεύμα και πολιτική είναι, για να συνεχίσω τους παραλληλισμούς, η διαφορά ανάμεσα σε κοσμοπολίτικο και διεθνές. Η πρώτη έννοια ανάγεται στη σφαίρα του πνευματικού πολιτισμού και είναι γερμανική η δεύτερη ανάγεται στη σφαίρα του τεχνικού πολιτισμού και της δημοκρατίας και είναι τελείως διαφορετική. Διεθνής είναι ο δημοκρατικός bourgeois, όσο και όπου και αν θέλει να περιβάλλεται εθνικό ένδυμα ο αστός –είναι κι αυτό ένα μοτίβο του παρόντος βιβλίου– είναι κοσμοπολίτης διότι είναι Γερμανός, πιο Γερμανός από ηγεμόνες και «λαό»: αυτός ο άνθρωπος του γεωγραφικού, κοινωνικού και ψυχικού «μέσου» ήταν ανέκαθεν και παραμένει ο φορέας της γερμανικής πνευματικότητας, ανθρωπιάς και μιας φιλοσοφίας που αρνείται την πολιτική…»[5]

Σε σύγκριση με άλλες χώρες (π.χ. Αγγλία), οι Γερμανοί διέθεταν μια αόριστη εικόνα για την πατρίδα τους και τα εθνικά χαρακτηριστικά της. Δεν υπήρχε κάποιος «τρόπος ζωής» ο οποίος να λογίζεται στη σκέψη και στον λόγο ως χαρακτηριστικά «γερμανικός». Το μόνο ειδικά γερμανικό ήταν μια γενική κοσμοθεώρηση, ένας ιδιαίτερος τύπος πεποιθήσεων και τίποτε παραπάνω.

Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά δεν πρέπει να ξεχαστεί η νομαδική και χωρίς κέντρο καταγωγή των γερμανικών φυλών, που έχουν συνηθίσει –σχεδόν σαν να ήταν μάζες της Ανατολής ή αρχέγονες ορδές– να αμφισβητούν την όποια σταθερότητα, να είναι το άλλο από τη σταθερή μορφή. «Οι Γερμανοί διαφέρουν πολύ (από τους Γαλάτες) αφού δεν έχουν δρυΐδες οι οποίοι να εποπτεύουν τις θρησκευτικές τους τελετές ούτε και δίνουν μεγάλη σημασία στις θυσίες προς τους θεούς. Για θεούς τους έχουν μόνον ό,τι βλέπουν και ό,τι μπορεί να τους είναι χρήσιμο: τον ήλιο, τη φωτιά, τη σελήνη όσο για τους άλλους θεούς, ούτε καν έχουν ακούσει να γίνεται γι’ αυτούς λόγος. Όλη τους τη ζωή ασχολούνται με το κυνήγι και με την εξάσκηση στον πόλεμο… Δεν ασχολούνται παρά μόνον περιστασιακά με τη γεωργία, και η τροφή τους περιλαμβάνει κυρίως γάλα, τυρί και κρέας ούτε και υπάρχουν κομμάτια γης με συγκεκριμένα όρια που να ανήκουν σε κάποιον από αυτούς… Θεωρούν ένδειξη τιμής και δόξας να λεηλατούν τη γη των γειτονικών φυλών, ώστε κανένας να μην τολμά να εγκατασταθεί πλέον σε αυτή… Ληστείες οι οποίες γίνονται εκτός των ορίων κάθε οικισμού δε θεωρούνται ατιμωτικές…»[6].

Ακόμη, με τα λόγια του Καρλ Μαρξ, επαναστάτη, κατεξοχήν Γερμανού και μάλιστα απάτριδα νομάδα για ολόκληρη τη ζωή του: «Στους Γερμανούς, όπου οι ξεχωριστοί οικογενειάρχες είναι εγκαταστημένοι σε δάση, και τους χωρίζουν μεγάλες αποστάσεις, η κοινότητα υπάρχει – ήδη από εξωτερική άποψη – αποκλειστικά με την κάθε φορά συνάθροιση των κοινοτικών μελών, παρόλο που η ενότητά τους βρίσκεται καθαυτή στην καταγωγή, τη γλώσσα, το κοινό παρελθόν και ιστορία κ.τ.λ. Η κοινότητα εμφανίζεται σαν συνένωση, όχι ως σύνδεσμος σαν ένωση που οι γαιοκτήμονες αποτελούν τα αυτοτελή της υποκείμενα, όχι σαν ενότητα. Άρα η κοινότητα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα σαν κράτος, κρατική οντότητα όπως στην αρχαιότητα, γιατί δεν υπάρχει σαν πόλη… Στον αρχαίο κόσμο το οικονομικό σύνολο είναι η πόλη μαζί με την περιφέρειά της. Στον γερμανικό κόσμο είναι η ατομική κατοικία, που κι η ίδια εμφανίζεται απλά σαν ένα σημείο πάνω στη γη που της ανήκει, και δεν είναι συγκέντρωση πολλών ιδιοκτητών αλλά οικογένεια σαν αυτοτελής ενότητα»[7].

Έτσι ο Γερμανός κυρίως αισθανόταν αυτή την αξία και ελάχιστα την βίωνε στην καθημερινή του πραγματικότητα. Δεν απόρρεε, δηλαδή, από τη γερμανική αυτοεικόνα τίποτε που να μπορεί να ληφθεί ως κανόνας πρακτικής καθοδήγησης στην καθημερινή ζωή, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να βασίζονται μόνο στις ατομικές τους προσλήψεις. Δεν συνδεόταν μ’ έναν συγκεκριμένο κώδικα διαγωγής που να παρέχει στα άτομα ένα μέτρο σχετικά σταθερό, εσωτερικευμένο υπό τη μορφή ενός στρώματος της ατομικής τους συνείδησης, με βάση το οποίο θα έκριναν τους άλλους και τον εαυτό τους.

Την εθνική συνείδηση εκτός από αίσθηση, η μεγάλη μάζα των Γερμανών την βίωνε κυρίως σε εορτασμούς, επίσημες αργίες και προπαντός σε κρίσεις και καταστάσεις κινδύνου. Σε αυτές τις στιγμές ο γερμανικός λαός συνειρμικά οδηγούνταν σε μια εθνική ανάταση, η οποία συνόρευε με το ιερό με έντονα μυστικιστικά στοιχεία. Κατά τη διάρκεια αιώνων απολυταρχικής εξουσίας, οι Γερμανοί είχαν καλλιεργήσει μια σιωπηρή λαχτάρα για εθνικά ιδεώδη, πεποιθήσεις, βασικές αρχές και πρότυπα.

Σε ομαλές περιόδους η μεγάλη ιδεατή εικόνα της Γερμανίας βρισκόταν στο παρασκήνιο. Έδινε λίγη απ’ τη λάμψη της στη ζωή του γερμανικού λαού τις μέρες γιορτής. Έριχνε όμως και μια βαριά σκιά. Η εικόνα αυτή ήταν τόσο εξυψωμένη, ώστε πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν τα καθημερινά δρώμενα της πολιτικής ζωής αποκρουστικά και ασήμαντα.

Το βαθύ χάσμα ανάμεσα στο ιδανικό και στην πραγματικότητα, ανάμεσα στο εξαιρετικό και στο κανονικό, είχε κι απ’ αυτή την άποψη ευρύτατες συνέπειες: η πραγματικότητα και η κανονικότητα απαξιώνονταν ως ασήμαντες και ανούσιες.

Ο Νίτσε δίνει με γλαφυρότητα αλλά και ακρίβεια τον γερμανικό τρόπο «του υπάρχειν»:

«Μπροστά στη φύση και στην ιστορία, μπροστά στον βαθύ αμοραλισμό της φύσης και της ιστορίας, ο Καντ, όπως κάθε καλός Γερμανός, ήταν απ’ την πρώτη στιγμή απαισιόδοξος. Πίστευε στην ηθική, όχι επειδή αποδείχνεται από τη φύση και από την ιστορία παρά το γεγονός ότι της αντιτίθενται ακατάπαυστα. Για να καταλάβουμε αυτό το «παρά το γεγονός ότι», ίσως μπορούμε να θυμηθούμε κάτι σχετικό από τον Λούθηρο, αυτό τον άλλο μεγάλο πεσιμιστή που κάποτε, με όλη τη λουθηριανή αφοβία, θέλησε να το κάνει αισθητό στους φίλους του: “Αν μπορούσε κανείς να καταλάβει με τη λογική πόσο ο Θεός που δείχνει τόση οργή και τόση κακία, μπορεί να είναι δίκαιος και καλός, σε τι χρησιμεύει τότε η πίστη;” Από τα παλιά χρόνια, τίποτε δεν έκανε βαθύτερη εντύπωση στη γερμανική ψυχή, τίποτε δεν τη “σαγήνεψε” απ’ αυτήν την άκρως επικίνδυνη λογική, που είναι για κάθε γνήσιο Λατίνο, ένα αμάρτημα κατά του πνεύματος: Credo quia absurdum est (Πιστεύω διότι είναι παράλογο). Μ’ αυτό η γερμανική λογική εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία του χριστιανικού δόγματος. Αλλά και σήμερα ακόμη, μια χιλιετία αργότερα, εμείς οι άλλοι Γερμανοί, οι Γερμανοί από κάθε άποψη, οι καθυστερημένοι, αισθανόμαστε κάτι αληθινό, μια δυνατότητα αλήθειας, πίσω από την περίφημη θεμελιώδη διαλεκτική, με την οποία ο Χέγκελ βοήθησε το γερμανικό πνεύμα στην εποχή του να κερδίσει την Ευρώπη: “Η αντίφαση κινεί την κόσμο, όλα τα πράγματα αντιφάσκουν μεταξύ τους”, γιατί είμαστε, ως τη λογική, πεσιμιστές»[8]

Το να είσαι Γερμανός, φαίνεται να προτείνει ο φιλόσοφος, σημαίνει να ξέρεις πώς να ζεις μέσα στην αντίφαση, να την ανέχεσαι και άρα να την ξεπερνάς, ακριβώς με τη διπλή εγελιανή έννοια της ανοχής, που σημαίνει ταυτόχρονα ανοχή και αφαίρεση. Αλλά ο Νίτσε προχωρά παραπέρα. Η επίγνωση της αντίφασης είναι επίσης ένας παράγοντας ισχύος:

«Ένας Γερμανός είναι ικανός για σπουδαία πράγματα, αλλά είναι απίθανο να τα κάνει. (…) Αν ένας Γερμανός πέτυχε ποτέ κάτι σπουδαίο, ήταν σε ακραία ανάγκη, στις συνθήκες κάποιου που μαζεύει κουράγιο σφίγγοντας τα δόντια του και σπρώχνει την αντανάκλασή του στο μέγιστο»[9]. Σύμφωνα με τον Νίτσε, λοιπόν, ο Γερμανός καταφέρνει να κάνει σπουδαία πράγματα μόνο όταν χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του[10], μόνο όταν ανακαλύπτει –με μεγάλη απογοήτευση ότι η πραγματικότητα στην οποία ζει δεν μοιάζει με απλή κανονικότητα αλλά με κατάσταση παραληρήματος. Με λίγα λόγια, όταν ανακαλύπτει την αντιφατική φύση των πραγμάτων.

Το παν για τον Γερμανό είναι να ανέχεται αυτή την κατάσταση πραγμάτων, αναζητώντας τον τρόπο για να συνεχίζει να υπάρχει. Ο Γερμανός αναδύεται από την κατάρρευση της σταθερότητας της μορφής.

Την συγκεκριμένη τάση των Γερμανών να αναζητούν ένα συλλογικό ιδανικό έξω από την καθημερινή ζωή την ενίσχυε και, στην πραγματικότητα, την αναπαρήγε η εικόνα ενός τάχα χαμένου εθνικού μεγαλείου[11].

Αυτό συνέβαινε διαμέσου της εξιδανικευμένης εικόνας του ισχυρού Ράιχ του παρελθόντος, την οποία κάθε Γερμανός και κάθε Γερμανίδα είχαν αφομοιώσει ως μέρος της ταυτότητάς τους και η οποία αποτελούσε μέρος της απάντησης στο ερώτημα: «Τι είμαι ως Γερμανός;».

Αυτό το Ράιχ, αυτή η ιδεατή εικόνα της Γερμανίας, επανερχόταν σταθερά ως σημείο αναφοράς για χειροπιαστή δράση σε κρίσιμες καταστάσεις. Αποτελούσε σύμβολο πίσω απ’ το οποίο συσπειρώνονταν οι Γερμανοί. Κινητοποιούσε ισχυρές συναισθηματικές δυνάμεις. Η πραγματική και η ιδεατή Γερμανία έρχονταν πιο κοντά. Κάποιες φορές, για σύντομο διάστημα, έφτασαν σχεδόν να ταυτιστούν. Σε τέτοιες καταστάσεις, η απολυτότητα και η αδιαλλαξία του γερμανικού εθνικού ιδανικού δικαιώνονταν πλήρως.

 Όταν το ζήτημα είχε να κάνει με την αποκατάσταση της παλαιάς δόξας της Γερμανίας η πραγματική πολιτική κατάσταση μπορούσε να παραγνωριστεί πλήρως. Ήταν αδιανόητο να υπάρξει η οποιαδήποτε υποχώρηση

Ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Γερμανών, τα οποία έχουν θεωρηθεί ως επικίνδυνα (ισχυρή δόση επιθετικότητας και καταστρεπτικότητας) οφείλονται περισσότερο σε μια τάση που έχει ενσταλαχτεί στους Γερμανούς όχι μόνο από την παράδοση συμπεριφορών τους, αλλά και από τη συνδυαστική επίδραση των επαναλαμβανόμενων ιστορικών βιωμάτων, της εκπαίδευσης και της προπαγάνδας – στην τάση τους, σε κρίσιμες καταστάσεις, όταν γινόταν επίκληση του υπερμεγεθυμένου ιδεατού «εμείς» τους, να ενεργούν στο όνομα της Γερμανίας τόσο τυφλά όσο το απαιτούσε το υψηλό ιδανικό τους, δηλαδή αδιαφορώντας γι’ αυτό που οι άλλοι αποκαλούσαν «σκληρή πραγματικότητα», δίχως να λογαριάζουν τις συνέπειες για τους υπόλοιπους και για τους εαυτούς τους. Στον βωμό της ιδεατής Γερμανίας τα πάντα φαίνονταν δυνατά κι επιτρεπτά. Ο πατριωτισμός-εθνικισμός των Γερμανών είναι κατά βάση ρομαντικός. Και γι’ αυτό είναι επικίνδυνος.

«Ο πατριωτισμός των Γερμανών δεν μπορεί να παραβληθεί σε ενάργεια, σε ευκρίνεια, με τον πατριωτισμό των άλλων λαών, του λείπει το “γνώθι σαυτόν”, με την κυριολεκτική και τη μεταφορική σημασία του λόγου. Δεν είναι καλά οριοθετημένος, έχει τόσο “άσχημα σύνορα” όσο και η ίδια η Γερμανία. Η μεγαλύτερη αδυναμία του, όμως, είναι το μη ετοιμόλογό του. Δεν μιλά καλά, και αν τον εκφράσουμε με λόγια, αυτά ηχούν τόσο πενιχρά και αρνητικά όσο η πρόταση ότι δεν είναι οι Γερμανοί για να “υλοποιούν ιδέες”». [12]

Κουτί 1

Η Μυστική Γερμανία του Ernst Kantorowicz

Ο Ernst Kantorowicz (1895-1963), Γερμανός ιστορικός εβραϊκής καταγωγής, συνδεδεμένος με τον κύκλο του συμβολιστή ποιητή Stefan George, ήταν καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Το 1933, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ανέστειλε την ακαδημαϊκή του δραστηριότητα και έξι χρόνια αργότερα μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου απέκτησε την έδρα της Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ. Απολύθηκε επειδή δεν δέχτηκε να δώσει έναν αντικομμουνιστικό όρκο, όμως συνέχισε να διδάσκει στο διάσημο Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών στο Πρίνστον. Τα πιο διάσημα έργα του είναι το Emperor Frederick II και τa Two Bodies of the King.

Το 1933, ο Ernst Kantorowicz είναι 38 ετών. Εθνικιστής από καλή οικογένεια, ο ιστορικός της εποχής του μεσαίωνα και βιογράφος του Φρειδερίκου Β’ βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του. Ωστόσο, αφού υπηρέτησε τη χώρα του κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου και έχοντας καταστείλει –ως μέλος των Freikorps– τις κομμουνιστικές εξεγέρσεις που συγκλόνισαν τη Βαϊμάρη, ο Kantorowicz ανακαλύπτει ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος στο νέο καθεστώς ως «Εβραϊκό υποκείμενο». Έτσι πήρε ένα εξάμηνο άδεια και όταν, το 1933, επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, εγκαινίασε το μάθημα με μια ομιλία αφιερωμένη στη μυστηριώδη μυστική Γερμανία (Das geheime Deutschland). Ο Kantorowicz πέρασε τα νιάτα του πολεμώντας στο όνομα της Γερμανίας. Έχασε τον Μεγάλο Πόλεμο. Ως ρεβανσιστής εθνικιστής πυροβόλησε τους συμπατριώτες του, ενοχοποιώντας τους ότι ήθελαν να ξεκινήσουν μια μπολσεβίκικη επανάσταση. Και, παρ’ όλα αυτά, αποκλείεται από τη νέα κατεύθυνση της χώρας. Ανθρώπινα, υπάρχει μία πιθανή αντίδραση, να κραυγάσει ότι : «Αυτή δεν είναι η πραγματική Γερμανία! Το παρόν – μεταξύ Ναζί και Κομμουνιστών – είναι άρρωστο, αντιφατικό, ένοχο. Η πραγματική Γερμανία ζει στο παρελθόν. Και παραμένει μυστικό από τα μάτια των περισσότερων».

Σε αυτήν την κρυφή παρουσία του γερμανικού Geist αφιέρωσε ο Kantorowicz την ομιλία του το 1933, αφιερωμένη ακριβώς στη μυστική Γερμανία. Αλλά, συγκεκριμένα, πώς πρέπει να καταλάβουμε την έννοια της μυστικής Γερμανίας; Απάντηση: «Η μυστική Γερμανία είναι σαν μια έσχατη κρίση και σαν μια ανάσταση νεκρών, οι οποίοι είναι πάντα κοντά, παρόντες. Είναι αληθινά υπαρκτή και τόσο αληθινή όσο ο θάνατος. Είναι η μυστική κοινότητα των ποιητών και των σοφών, των ηρώων και των αγίων, των εκτελεστών και των θυμάτων που προκάλεσε η Γερμανία και προσφέρθηκαν στη Γερμανία. Είναι η κοινότητα εκείνων που (…) ήταν ωστόσο οι μόνοι που δημιούργησαν το αληθινό πρόσωπο των Γερμανών»[13].

Η μυστική Γερμανία είναι πάντα παρούσα, δίνοντας το μέτρο σύγκρισης με το κάθε σήμερα. Είναι το μόνιμο σημείο αναφοράς. Είναι ένας α-ιστορικός Όλυμπος. Υπάρχει για να παρέχει ή όχι τη νομιμοποίηση σε κάθε παρόν. «Όποιος δεν παίρνει στα σοβαρά αυτή τη μυστική Γερμανία, όποιος θέλει μόνο να την αποκρύψει ή ακόμα και να την εκμεταλλευτεί για ακάθαρτους σκοπούς, καλύτερα να μη στρέψει το βλέμμα του προς αυτό το μυστικό βασίλειο» [14]. Μέσα σ’ αυτήν «ο πιο οικείος και ουσιαστικός πυρήνας του έθνους βρίσκει προστασία»[15] Η μυστική Γερμανία, είναι η μόνη παράμετρος για να μετρηθεί το μεγαλείο του γερμανικού Geist: «Από τότε που υπάρχει κάτι γερμανικό με την υψηλή έννοια της λέξης, μέχρι σήμερα, ανεξάρτητα από τις συνθήκες και την κατάσταση του ορατού βασιλείου, υπήρξε μια άλλη Γερμανία, που είχε πάντα τη δική της ουσία και ζωή πέρα ​​από τη Γερμανία ορατή σε όλους»[16].

 G. di Ruvo, I Tarocchi di Hegel, Limes, La Germania senza qualita- no 6/2024

Η Secret Germany είναι απλώς μια συμπτωματική εφεύρεση στο μυαλό του Kantorowicz; Ή μήπως είναι μια φαντασιακή κατάσταση που δεσπόζει ως μέρος της αυτογνωσίας των Γερμανών; Μήπως η ύπαρξη ενός «ακίνητου αλλά ιερού παρελθόντος» προσομοιάζει στο Απόλυτο Χεγκελιανό Πνεύμα, το οποίο αποσυνδέεται συστηματικά από το γίγνεσθαι –που κατά τον Χέγκελ αποτελεί την απόλυτη αρνητικότητα– και στο τέλος της διαλεκτικής του πορείας θα επιστρέψει στον εαυτό του, καταλαγιασμένο, έχοντας εν τω μεταξύ επανεγκολπωθεί το σύνολο των επιμέρους, πεπερασμένων προσδιορισμών του, δηλαδή και τις ένοχες ιστορικές του περιόδους;

Με βάση αυτή την ανάγνωση, μπορεί να υπεισέλθει αναγνώριση κάποιας ενοχής για τα ιστορικά πεπραγμένα που πραγματικά να έχουν διεισδύσει στην αυτογνωσία του γερμανικού λαού; Εξάλλου πάνω στο ζήτημα της ενοχής (Schuldfrage), διαδραματίζεται ολόκληρη η γερμανική ιστορία του εικοστού αιώνα.

Μπορεί να υπάρξει αναγνώριση της ενοχής (Erinnerung) για τρομακτικές πράξεις του παρελθόντος, που μπορεί να γίνει αποδεκτή και συγχρόνως να λειτουργήσει θεραπευτικά με την προσαρμογή και το πέρασμα του χρόνου για ό,τι έχει συμβεί; Ή η μεταπολεμική Γερμανία αποτελεί το ένα μέρος της αντίφασης στην πορεία του Απολύτου Πνεύματος, που δεν γνωρίζει ούτε η ίδια πού θα την οδηγήσει πια; Ελπίζω όχι εκεί που οδηγήθηκε η Γερμανία της Βαϊμάρης. Εκεί τα όνειρα ήταν πολλαπλά και από διαφορετικές σκοπιές: μαρξιστική παλιγγενεσία, χιτλερικές ανοησίες και νοσταλγία à la Kantorowicz. Συνταγές που οδήγησαν στην καταστροφή.

2.

Οι περισσότεροι παρατηρητές της σύγχρονης γερμανικής σκηνής επισημαίνουν ότι μετά την ενοποίηση της Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας άλλαξε ο τόνος της γερμανικής πολιτικής κουλτούρας. Άρχισαν να εμφανίζονται εκ νέου προβληματισμοί και θέματα που είχαν ξεχαστεί μετά τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την ήττα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 Κυρίως επανήλθαν στο προσκήνιο οι συζητήσεις που είχαν αναπτυχθεί την περίοδο της δεκαετίας του 1920, το κύριο περιεχόμενο των οποίων ήταν προσανατολισμένο στις γερμανικές εθνικοεπαναστατικές παραδόσεις.

Η γοητεία που ασκούν ξανά οι γερμανικές εθνικοεπαναστατικές παραδόσεις από τη δεκαετία του 1920 είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου πολιτιστικού αναπροσανατολισμού. Συνδέεται κατά πρώτο και κύριο λόγο με τη γερμανική ταυτότητα. Την επαύριον της ενοποίησης, το κυρίαρχο ερώτημα ήταν: «Τι σημαίνει γερμανικός;» ένα ερώτημα που αποτελούσε ταμπού κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου, αν εξαιρέσουμε κάποια περιθωριακά στοιχεία της ακροδεξιάς.

Βεβαίως, σήμερα τουλάχιστον, το γερμανικό ζήτημα φαίνεται να μη συνδέεται τόσο με τα παραδοσιακά θέματα της Machtpolitik και της Realpolitik, τα οποία έχουν βρει μια λύση(;) με την ένταξη της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και στο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης[17]. Συνδέεται κατά πρώτο και κύριο με τη γερμανική ταυτότητα. Προκρίνεται η συζήτηση σε πολιτιστικό επίπεδο[18].

 Όμως, πριν αναφερθούμε σε αυτά τα ζητήματα, θεωρούμε σκόπιμο να πούμε δύο λόγια για τον τρόπο που οι Γερμανοί, ιστορικά, αντιλαμβάνονται τη Realpolitik. Η αναφορά δεν είναι τυχαία όπως θεωρούμε ότι θα δειχθεί στη συνέχεια.

Στη ρίζα της Realpolitik βρισκόταν ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας που μπορεί να συνοψισθεί στα εξής: «Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, η μόνη ρεαλιστική θέση είναι ότι η πολιτική βασίζεται στην αχαλίνωτη χρήση βίας. Πιο συγκεκριμένα, η διεθνής πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Διότι παρά τις ωραίες λέξεις που μπορεί να μεταχειρίζονται οι ξένοι πολιτικοί ηγέτες, την κρίσιμη ώρα βασίζονται κι αυτοί στην ισχύ τους, για να πραγματοποιήσουν τους πολιτικούς τους σκοπούς. Και τη χρησιμοποιούν δίχως αναστολές, όπως κι οι Γερμανοί. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Γερμανοί είναι πιο ειλικρινείς»[19]. Η παραπάνω άποψη βρίσκεται πολύ κοντά στην ιστορική πραγματικότητα. Εκεί όμως που χρειάζεται να σταθούμε είναι η λέξη «ειλικρινείς». Ενώ η εθνική πίστη των Γερμανών στη Realpolitik συνδεόταν με την πίστη τους στον πόλεμο και στη χρήση της ένοπλης ισχύος ως έσχατο μέσο για την επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των εθνών και έδειχναν ιδιαίτερη ευαισθησία στον ρόλο που έπαιζε η φυσική βία, δεν έδειχναν ανάλογη ευαισθησία για τους περιορισμούς στην άσκηση της υπέρτερης ισχύος την οποία συνεχώς υπερτιμούσαν ως προς την μακροχρόνια αποτελεσματικότητά της, πιστεύοντας ότι πάντοτε θα λειτουργούσε υπέρ τους. Αυτή τη μονομέρεια των αντιλήψεών τους την ονόμαζαν «ειλικρίνεια».

Αρνούνταν κατηγορηματικά να «ντύσουν» την ωμή βία με τη λεγόμενη «μαλακή ισχύ» ώστε να παραχθεί η ισχύς με τη σύγχρονη έννοια κάτι που, κυρίως οι Αγγλοσάξονες, αλλά και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη το έχουν αναγάγει σε υπέρτατη τέχνη. Η απουσία «μαλακής ισχύος», σε συνδυασμό με την άτεγκτη προτεσταντική ηθική τους, στην ουσία μετέτρεπε τη γερμανική Realpolitik σε ένα επικίνδυνο μίγμα κυνικού ρομαντισμού και άτεγκτης πορείας προς το πεπρωμένο.

«Γιατί το χειρότερο δεν είναι ότι η Γερμανία δεν θέλησε ποτέ να ενώσει τη βούληση και τον λόγο της με τη βούληση και τον λόγο του ρωμαϊκού πολιτισμού: του αντιπαρέταξε μόνο τη θέλησή της – μα όχι τον λόγο της, γιατί λόγο δεν είχε, ήταν ά-λογη, δεν αγαπούσε τα λόγια και δεν πίστευε στα λόγια όπως πιστεύει ο πολιτισμός, πρόβαλε μια βουβή, άναρθρη αντίσταση, και είναι αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι εκείνο που έγινε αισθητό από τον πολιτισμό ως “βαρβαρικό” και προκάλεσε το μίσος ήταν λιγότερο η αντίσταση καθ’ εαυτήν και περισσότερο η αλαλία της και η απουσία αρθρωμένου λόγου για να την εκφράσει. Ο λόγος, η διατύπωση του “βούλεσθαι”, καθώς και κάθε τι που έχει να κάνει με τη μορφή, ενεργεί κατευναστικά, κερδίζει…»[20]

Τίποτα δεν δείχνει καλύτερα τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα της γερμανικής Realpolitik από τους γερμανικούς πολεμικούς στόχους τον προηγούμενο αιώνα. Μολονότι οι ηγετικές ομάδες της Γερμανίας στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους διέφεραν σημαντικά ως προς την κοινωνική τους καταγωγή, οι πολεμικοί τους στόχοι ήταν ουσιαστικά οι ίδιοι: αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, πιθανώς με κάποιες υπερπόντιες κτήσεις. Στην πράξη δεν ήταν παρά μια γερμανική αποικιοκρατική αυτοκρατορία στην Ευρώπη και πέραν αυτής.

Έχει σημασία να αναφέρουμε ότι το σχέδιο στην περίπτωση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκτός από την άμεση προσάρτηση περιοχών, κυρίως στα ανατολικά, απέβλεπε στη σύσταση μιας κεντροευρωπαϊκής ένωσης, αποτελούμενης από τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Δανία και την Αυστροουγγαρία, με την Ιταλία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία ως συνδεδεμένα μέλη. Πολλά εδάφη στην Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας και μεγάλων τμημάτων της Ρωσίας, προορίζονταν να αποτελέσουν απλώς και μόνο αποικίες. Οραματίζονταν, επίσης, την επέκταση της γερμανικής αποικιακής αυτοκρατορίας στην Αφρική, στον Ειρηνικό ωκεανό αλλά και στη Μέση Ανατολή. Οι σημερινές πολιτικές αρχηγεσίες της Γερμανίας παρακάμπτουν τη Ναζιστική περίοδο για πολλαπλούς λόγους, αλλά επανέρχονται ποικιλοτρόπως στο «ένδοξο» παρελθόν της χώρας τους.

Το μη ρεαλιστικό και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων ήταν, ακόμα και σε περίπτωση νίκης της Γερμανίας στο πεδίο του πολέμου, η απόλυτη αδυναμία ενός λαού με πληθυσμό 60-70 εκατομμύρια να μπορέσει να επιβληθεί πολιτικά και οικονομικά σε ευρωπαϊκούς πληθυσμούς αναπτυγμένων εθνικών κρατών μεγέθους 450-500 εκατομμυρίων. Η αφέλεια των γερμανικών πολιτικών ηγεσιών εδραζόταν στο ότι φθάνει να κερδίσει τον πόλεμο και όλες οι χώρες θα ήταν έτοιμες να δεχθούν την γερμανική κυριαρχία. Επί της ουσίας τα σχέδια των πολιτικών ελίτ στερούνταν ρεαλισμού και αντίληψης της πραγματικότητας. Ο τρόπος που ονειρεύονταν να επιβληθούν στους ευρωπαϊκούς λαούς δεν θα ήταν αποτελεσματικός ούτε για υποανάπτυκτες χώρες της Αφρικής.

3.

Ας επανέλθουμε τώρα στα ζητήματα που ανέκυψαν μετά την ενοποίηση και αφορούν την εκ νέου αναζήτηση της γερμανικής ταυτότητας. Μια συζήτηση που αποτελούσε ταμπού κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου. Η συζήτηση γίνεται στη βάση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της γερμανικής κοινωνίας και επιδιώκεται να δειχθεί ότι αυτή η ιδιαιτερότητα ισχύει μέχρι και σήμερα. Η πολιτιστική στροφή που έχει επισυμβεί στη Γερμανία προκαλεί αναπόφευκτη διάζευξη με την, μέχρι την ενοποίηση, πολιτική πρακτική, προαναγγέλλοντας μια διαφορετική πολιτική αντίληψη στις γερμανικές αρχηγεσίες. Οι συζητήσεις για την γερμανική ταυτότητα μοιραία διεξάγονται σε ένα πλαίσιο στο οποίο τον πρώτο ρόλο έχουν παλαιές ιδέες που αποπνέουν συντηρητισμό και αντιδραστικό εθνικισμό. Ιδέες που, παρακάμπτοντας εντέχνως την περίοδο του Ναζισμού, θέλουν να ξαναγυρίσουν στις ιερές παραδόσεις της Δεύτερης Αυτοκρατορίας (τις οποίες κατέστρεψαν οι Ναζί ως μικροαστοί…). Η συντηρητική αυτή αντίληψη έχει απλώσει την επιρροή της σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

Παράλληλα ο γερμανικός εθνικιστικός ιδεαλισμός στηρίζει την αποτελεσματικότητα της οικονομίας, αλλά και στηρίζεται από αυτήν. Στηρίζει την υπέρμετρη «ωμή βία» με την οποία επιβάλλουν, εκεί που μπορούν, την οικονομική τους λογική, η οποία συνάδει με μερκαντιλιστκά πρότυπα (το εθνικό οικονομικό συμφέρον είναι πρώτιστο) και με τη σειρά της στηρίζεται στη δύναμη που παρέχει η οικονομική ισχύς.

Ο Γερμανός υπουργός οικονομικών Wolfgang Schauble αποτελούσε την επιτομή αυτών των αντιλήψεων. Ενώ η προηγούμενη γενιά πολιτικών ηγετών καθόρισε απόλυτα την εξωτερική πολιτική της με βάση τον στόχο της πλήρους ενσωμάτωσης της Γερμανίας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ, μια νέα γενιά, αντιπροσωπευτικό δείγμα της ήταν ο Wolfgang Schauble, δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τη θεμελιώδη και απόλυτη πίστη της στις αξίες του γερμανικού εθνικισμού.

Τώρα, είναι γνωστό ότι στην ιστορία της Γερμανίας, οι συζητήσεις για την γερμανική ταυτότητα καθορίστηκαν από τη διάχυτη και εγγενή αντίληψη της γερμανικής κοινωνίας περί της ιδιαιτερότητάς της σε σχέση με τη Δύση. Δεν πρόκειται, όπως λανθασμένα πολλές φορές αναφέρεται, περί απλού ιδεολογήματος, αλλά για συγκεκριμένο περιεχόμενο που πήρε το κυρίαρχο πολιτιστικό υπόδειγμα σε πλήρη αλληλεξάρτηση με τις ιδιαίτερες αναπτυξιακές διαδικασίες της γερμανικής κοινωνίας[21].

Υπ’ αυτήν την άποψη η συγκεκριμένη αντίληψη ως δομικό στοιχείο του συλλογικού φαντασιακού της γερμανικής κοινωνίας αποτελεί μέρος της πραγματικότητάς της. Συνεπώς χρειάζεται ως τέτοια να ληφθεί υπόψη και ως τέτοια να ενταχθεί σε μια συλλογιστική αντιμετώπισης. Οι θέσεις που θεωρούν τις αντιλήψεις αυτές ως ανορθολογικές, μεταφυσικές κ.τ.λ.[22]απλώς επιβεβαιώνουν τα θεμελιώδη λάθη ενός «φιλελευθερισμού» που σφύζει από «οικουμενιστικά ιδεολογήματα», τα οποία δεν αντέχουν στη βάσανο της κριτικής της ιστορίας.

Από ιστορική άποψη, λοιπόν, οι συζητήσεις αυτές παραπέμπουν στην εικόνα της Γερμανίας που ακολουθεί τον δικό της δρόμο. Έτσι το ζήτημα με τη γερμανική πολιτική της ταυτότητας είναι ότι τα βασικά σημεία αναφοράς της, τόσο ιστορικά όσο και πολιτισμικά, διαπνέονται από το ήθος της γερμανικής εξαίρεσης[23]. Αναπόφευκτα, λοιπόν, όταν τίθενται σήμερα εκ νέου ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη της γερμανικής εθνικής ταυτότητας είναι δύσκολο –αν όχι αδύνατο– να αποφευχθεί η χρήση της εθνοκεντρικής φρασεολογίας των παλαιότερων συζητήσεων για τη γερμανική ταυτότητα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη. Το πρόβλημα δεν είναι η γερμανική ιδιαιτερότητα –άλλωστε όλοι οι λαοί έχουν τις ιδιαιτερότητες τους που ανιχνεύονται σε ολόκληρη την ιστορική τους διαδρομή, παρά τις ισοπεδωτικές επιδράσεις που έχει επιφέρει η νεωτερικότητα, κύρια συνιστώσα της οποίας αποτελεί το καπιταλιστικό σύστημα. Το ζήτημα είναι γιατί η γερμανική ιδιαιτερότητα διάκειται τόσο εχθρικά απέναντι στις υπόλοιπες εθνικές ιδιαιτερότητες που προσπαθεί ουσιαστικά να τις απαλλοτριώσει, να τις υποτάξει, να τις υποδουλώσει και εν τέλει να τις εξαφανίσει. Αυτό χρειάζεται να ερμηνευθεί και να κατανοηθεί. Όμως μπορούμε απλά να αναφέρουμε ότι: Οι Γερμανοί διακρίνονται από το έντονο πάθος με το οποίο αφοσιώνονται σε διάφορες ιδέες και προσπαθούν να τις μετατρέψουν σε πραγματικότητες. Τα μεγαλύτερα επιτεύγματά τους, οι πιο καταστροφικές αποτυχίες τους, η τραγική πολιτική τους ιστορία διαπνέονται εξ ολοκλήρου από αυτό τον επικίνδυνο ιδεαλισμό. Αν οι περισσότεροι από εμάς είμαστε θύματα των περιστάσεων, μπορεί κανείς να πει ότι ο γερμανικός λαός ως σύνολο είναι έρμαιο των ιδεών[24]. Ακόμη: Οι Γερμανοί είναι περίεργος λαός… Κάνουν τη ζωή τους δύσκολη χωρίς λόγο, αναζητώντας βαθιές σκέψεις και ιδέες παντού, δίνοντας βαθύτερο νόημα στα πάντα.[25]

Τώρα μπορούμε να ισχυρισθούμε πως η μελέτη της ιστορίας δείχνει ότι, παρά τις συνεχείς προσπάθειες, αποτυγχάνει, προκαλώντας όμως τεράστιες καταστροφές, στην ίδια την Γερμανία αλλά και στις υπόλοιπες χώρες. Πάντοτε υπήρξε η περίοδος μεγάλης μεγέθυνσης της ισχύος της υπερακοντίζοντας το εθνικό αίσθημα της ιδιαιτερότητάς της, για να ακολουθήσει η υπερτίμηση της ισχύος της και τελικά να επέλθει η καταστροφή. Η ιστορία των Γερμανών είναι μια ιστορία των άκρων. Έχει τα πάντα, εκτός από τη μεσότητα, εδώ και χίλια χρόνια οι Γερμανοί έχουν ζήσει τα πάντα εκτός από την κανονικότητα… Το μόνο κανονικό στοιχείο της γερμανικής ιστορίας είναι οι βίαιες μεταβολές[26].

Δεν θα ήταν παράλογος ο παραλληλισμός, ότι σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο η Γερμανία ακολουθεί την ίδια λογική με το παρελθόν, αυτή τη φορά στο πεδίο της οικονομίας. Η ρήση του Walter Rathenau «η οικονομία καθορίζει τη μοίρα μας» φαίνεται ότι αποτελεί το moto των νέων πολιτικών και επιχειρηματικών γερμανικών αρχηγεσιών, τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας 1950. Ακόμη, κάτι που συνδέει τις δύο αυτές φάσεις της γερμανικής ιστορίας είναι το ότι η Γερμανία έβγαινε ηττημένη και κυριολεκτικά υποταγμένη στους δυτικούς καπιταλιστές. Ουσιαστικά ήταν η οικονομία η μόνη διέξοδος για τη γερμανική αυτοσυντήρηση, δεδομένου ότι η πολιτική είχε περάσει σε χέρια αλλότρια.

 O M. Foucault[27] στο μάθημα της 31ης Ιανουαρίου 1979, τριάντα περίπου χρόνια μετά την ενοποίηση των ζωνών κατοχής των τριών δυτικών δυνάμεων[28] σημείωνε τα παρακάτω: «Στην περίπτωση της σύγχρονης Γερμανίας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα κράτος που μπορούμε να το ορίσουμε ως ριζικά οικονομικό, με τη στενή έννοια του όρου “ριζικά”, επειδή η ρίζα του είναι ακριβώς οικονομική. (…) Είμαστε αντιμέτωποι με ένα κρατικοποιημένο εμπορικό άνοιγμα. Μήπως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το πρώτο παράδειγμα στην ιστορία ενός οικονομικού, ριζοσπαστικά οικονομικού κράτους;»[29].

Το ερώτημα είναι ρητορικό και η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Στη Γερμανία δεν μπορεί να υπάρξει κράτος με την κλασική έννοια του όρου. Μόνο μια κοινωνία πολιτών (Gesellschaft) μπορεί να υπάρξει, μια αγορά που δημιουργεί –σχεδόν παρεμπιπτόντως– ένα κυβερνητικό σύστημα απαραίτητο μόνο για την προστασία και τη ταξινόμηση του εμπορίου. Κυριαρχία, εξουσία, στρατός: αυτές οι λέξεις όταν αναφέρονται δείχνουν στον ναζισμό. Επιπλέον: στη Γερμανία τον υπονοούν. Ο M. Foucault ονομάζει αυτό το φαινόμενο «φοβία του κράτους»[30], εννοώντας με αυτή την έκφραση την υποχώρηση της (γεω)πολιτικής λόγω της ενδόμυχης γερμανοφοβίας. Η κοινωνία των πολιτών είναι πιο ασφαλής από το κράτος. Δεν έχει συμφέροντα και εξυπηρετεί μόνο τη διασφάλιση της τάξης της αγοράς, τίποτα περισσότερο. Οι καιροί της πολιτικής εξουσίας και της γεωπολιτικής έχουν περάσει. Η Γερμανία μπορεί να είναι ξανά ευτυχισμένη. Καμία Gesellschaft δεν θα μπορέσει να επαναλάβει το Άουσβιτς!

Η εγκαθίδρυση ενός ριζοσπαστικά οικονομικού κράτους μας επιτρέπει επίσης να εγκαινιάζουμε μια νέα σχέση με το παρελθόν. Η πολιτική νομιμότητα, στην πραγματικότητα, δεν θα εξαρτάται πλέον από μια κοινή ιστορία ή εθνικές μυθολογίες, αλλά μάλλον από την οικονομική ανάπτυξη: «Η οικονομία παράγει σημάδια, τα οποία είναι πολιτικά σημάδια που επιτρέπουν στις δομές να λειτουργούν, παράγει μηχανισμούς και δικαιολογίες εξουσίας. Η ελεύθερη αγορά, η οικονομικά ελεύθερη αγορά, δεσμεύει πολιτικά και εκδηλώνει πολιτικούς δεσμούς» [31]. Είναι η οικονομία που δημιουργεί την αίσθηση του ανήκειν στο καθεστώς. Αλλά, όπως υπογραμμίζει ο M. Foucault υπενθυμίζοντας τον Μαρξ, πρόκειται για μια αθεϊστική πειθαρχία, ικανή να καταστρέψει όλους τους παραδοσιακούς δεσμούς που δημιουργήθηκαν σε όλη την ιστορία. Ως εκ τούτου, μπορεί επίσης να διώξει τις μνήμες που συνδέονται με τον ναζισμό, βοηθώντας στην κάθαρση του γερμανικού πνεύματος, διοχετεύοντάς το προς μια διαφορετική προσωρινότητα: «Στη Γερμανία θα εδραιωθεί μια νέα διάσταση προσωρινότητας, που δεν θα είναι πλέον αυτή της ιστορίας, αλλά αυτή της οικονομικής ανάπτυξης. Αντιστροφή του χρονικού άξονα, εξουσιοδότηση να λησμονηθεί»[32] .

Η σταθερότητα, η αθωότητα και η συνέπεια επιτυγχάνονται πιά μέσω της οικονομίας. Μιας οικονομίας που βασίζεται στις εξαγωγές και στο εξωτερικό εμπόριο. Γενική πρόβα για το τέλος της ιστορίας! Δεν πρόκειται πλέον για διαλεκτική αντιμετώπιση των αντιφάσεων και των σφαλμάτων του παρελθόντος, αλλά για κατοίκηση μιας άλλης χρονικότητας, μη αναγώγιμης στην ιστορικο-γεωπολιτική διάσταση. Πρόκειται για τη ζωή σε έναν διαφορετικό, θεραπευμένο κόσμο, στον οποίο η μνήμη δεν χρησιμοποιείται για να αντιμετωπίσει κανείς το «να είσαι ένοχος» (Schuldigsein), αλλά για να απολαύσει την ετερότητά του. Να κοιτάξουμε με περιφρόνηση το παρελθόν από τα ύψη ενός αθώου κόσμου, στον οποίο η ιστορία δεν φτιάχνεται από το ζεύγος ενοχής-αντίφασης –που τώρα στάλθηκε στη σοφίτα– αλλά από το εμπόριο και την ορθολογική επικοινωνιακή ανταλλαγή, που στοχεύει οντολογικά στην κατανόηση και προσανατολίζεται κανονιστικά στη δημιουργία μιας ειρηνικής κοινωνίας[33]. Όλα λοιπόν προγραμματίστηκαν να εξελιχθούν με αυτό τον τρόπο.

 Η τρομακτική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την ενοποίηση της χώρας παρά τις επίμονες, αλλά ατελέσφορες προσπάθειες της Γαλλίας να θέσει πολιτικούς φραγμούς ελέγχου[34],οδήγησαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και εκεί τελείωσαν όλα. Η πρόταξη της οικονομικής ισχύος της Γερμανίας δικαιολογήθηκε με βάση την ιδιαιτερότητά της, στην οποία όμως προσέδιδαν οικουμενικά ή τουλάχιστον ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά και καλούσαν τις υπόλοιπες χώρες να μιμηθούν το συγκεκριμένο πρότυπο (το γνωστό: κάν’ το όπως η Γερμανία). Γνώριζαν(ουν) σαφέστατα ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί (κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες), αλλά το προέτασσαν για να αναδείξουν τη δική τους ισχύ και την αδυναμία των άλλων, επιδιώκοντας να τους μειώσουν ηθικά σύμφωνα με το προτεσταντικό δόγμα, αλλά επί της ουσίας να επιβάλουν εντελώς λανθασμένα μέτρα που εξουθενώνουν τις οικονομίες των υπολοίπων χωρών, αλλά μακροπρόθεσμα υποσκάπτουν συστηματικά τη δική τους οικονομική ισχύ. Προσοχή, οι μηχανισμοί που υποσκάπτουν την οικονομική ισχύ της Γερμανίας δεν είναι μόνο οικονομικοί (όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί), αλλά πρωτίστως είναι λόγοι πολιτικοί και ως γνωστόν η Γερμανία ως πολιτικό υποκείμενο ταλανίζεται από απίστευτο αριθμό λανθασμένων επιλογών και πρακτικών.

4.

Όμως η Γερμανία δεν μπορεί να ζήσει μόνο με την αίσθηση της οικονομικής δύναμης. Όσο και αν κάποιοι επιχειρούν να παρουσιάσουν την οικονομία ως μια παρουσία που μπορεί να ξεπλύνει τον κόσμο της ενοχής για την ιστορική περίοδο του 20ού αιώνα, δεν μπορεί να το επιτύχουν. Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται μόνο μία πλευρά της πραγματικής αντίθεσης που βιώνουν οι Γερμανοί. Μάλιστα, όσο η οικονομία βιώνεται με έναν όλο και περισσότερο δυτικότροπο-αγγλοσαξονικό τρόπο, τόσο στο μυαλό των Γερμανών αναζωογονείται ο αντιφατικός τρόπος σύλληψης του γερμανικού υπάρχειν. Αυτός ο τρόπος στη Γερμανία, πεθαίνει δύσκολα και σκληρά. Και, όταν την αφήνουν να βγει από την πόρτα, τείνει να ξαναμπεί από το παράθυρο, πλαισιωμένη από την ενοχή (Schuld), την πιστή της σύντροφο. Η Γερμανία συνεχίζει να το αναπαράγεται, στην πραγματικότητα, τόσο σε οικονομικό όσο και σε ηθικό επίπεδο. Όμως η Γερμανία κρύβει, πρώτα και κύρια από τον εαυτό της, την αλλαγή φάσης που περνά, γιατί δεν έχει τα εργαλεία να αντιμετωπίσει την τραγωδία. Το Βερολίνο θα προτιμούσε να συνεχίσει να ζει σε μια κωμωδία, για να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσει αυτές τις αντιφάσεις που υπάρχουν και γίνονται αντιληπτές από όλους εκτός από το πρόσωπο, από τη μάσκα που βρίσκεται στη σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας.

5.

Σήμερα αυτός ο αντιφατικός τρόπος του γερμανικού υπάρχειν εμφανίζεται σε πλείστα όσα στοιχεία. Αγορά δεν σημαίνει ειρήνη, παρόν δεν σημαίνει απουσία ιστορίας, ενότητα δεν σημαίνει συνδιαλλαγή. Το Zeitenwende, το εποχικό σημείο καμπής που επικαλέστηκε ο Scholz, δεν είναι κάτι που το κάνει η Γερμανία, αλλά το υφίσταται. Και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, όπως το 1945, με την αφαίρεση του παρελθόντος, της ενοχής και της αντίφασης. Αναγκάζει την Bundesrepublik να ασχοληθεί με το παρελθόν της. Ή μάλλον με την αφαίρεσή του. Όμως οι ειδήσεις αναφέρουν έλλειψη ικανότητας να φέρει εις πέρας αυτό το έργο. Δύο παραδείγματα πάνω από όλα.

Πρώτον: η μεγάλη εκλογική (και όχι μόνο) αύξηση του Alternative für Deutschland, ειδικά στην πρώην ΛΔΓ. Ουσιαστικά, στα ανατολικά Länder ψηφίζουν ένα κόμμα με νεοναζιστικά χαρακτηριστικά λόγω νοσταλγίας για τον κομμουνισμό. Υπέρτατη αντίφαση, που θα απαιτούσε βαθιά ανάμνηση της ενοχής (Erinnerung). Κάτι που προφανώς δεν παρατηρείται. Το να αφοσιωθείς σε αυτό θα σήμαινε να ανακαλύψεις πώς η λεγόμενη επανένωση δεν ήταν παρά μια προσάρτηση της Ανατολής από τη Δύση, της οποίας οι πληγές δεν επουλώθηκαν ποτέ από την αγορά. Η (τυπικά) ενωμένη Γερμανία βασίζεται σε ένα Anschluss. Είναι δύσκολο να το παραδεχτεί κάποιος που έχει αφαιρέσει αυτές τις λέξεις από την ιστορία του.

Δεύτερον: υποστήριξη στο Ισραήλ. Το Βερολίνο αδυνατεί να προχωρήσει πέρα ​​από την επανάληψη του πανομοιότυπου, γιατί ο ναζισμός παραμένει ταμπού και ταυτόχρονα φετίχ. Το να κάνεις ένα χιλιοστό πίσω ως υποστήριξη –περισσότερο λεκτική παρά πραγματική– για το εβραϊκό κράτος σημαίνει να νιώθεις σαν ναζί. Το μέγιστο που μπορεί να γίνει, με ηθικολογικό και πατερναλιστικό τρόπο, είναι να προειδοποιηθεί το Ισραήλ να μην επαναλάβει τα λάθη της ναζιστικής Γερμανίας[35] .

Σε αυτό το πλαίσιο, το να μιλάμε για γερμανική στρατηγική είναι καθαρά ευσεβής πόθος. Ο λόγος είναι απλός: η Γερμανία δεν είναι ακόμη ένα πλήρες κράτος. Η Bundesrepublik είναι στην πραγματικότητα ένα τεράστιο Gesellschaft, που βασίζεται σε συμβόλαια, σε τελωνεία κ.τ.λ. Η προτεραιότητα του Βερολίνου, το αληθινό Zeitenwende, θα πρέπει να είναι η μετατροπή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας σε ένα κράτος αντάξιο του ονόματος. Αλλά αυτό προϋποθέτει βαθιά Erinnerung, μια τραγική επίγνωση των αντιφάσεων που διατρέχουν το γερμανικό Gesellschaft από ιστορική, εθνική, θρησκευτική και γεωπολιτική άποψη.

6.

Η Γερμανία είναι αυτή τη στιγμή η μεγάλη ηττημένη της τρίτης πράξης –αν και όχι ακόμη παγκόσμια– του Μεγάλου Πολέμου. Για να μην καταλήξει όπως μετά τις δύο πρώτες πράξεις, το Βερολίνο θα πρέπει να κοιτάξει μέσα του, να συμβιβαστεί με τις ενοχές του και να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις του. Απαραίτητη προϋπόθεση να μην τις κρύψει πάλι κάτω από το χαλί –εκείνο το πείραμα απέτυχε– αλλά τουλάχιστον να τις αντέξει. Δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η διαδικασία. Όμως σήμερα φαίνεται πιο απαραίτητη από ποτέ. Σίγουρα δεν μπορεί να αναβληθεί άλλο.

Επανέρχεται με έμφαση στο προσκήνιο η εμφάνιση του κινδύνου που προκαλείται από την απώλεια της ισχύος ενός εξουσιαστικού σχηματισμού, «πέραν των υπολοίπων σημασιών του, συνδέεται άρρηκτα με μια σημαντική διασάλευση της αυτοεικόνας των μελών του, και, αρκετά συχνά, με την απόλυτη καταστροφή όσων προσδίδουν νόημα και αξία στη ζωή τους ταυτόχρονα δημιουργείται ο κίνδυνος απώλειας της ταυτότητάς τους –απώλειας του εαυτού τους. Επιπλέον, όταν απειλείται αυτό που αντιλαμβάνονται ως ταυτότητά τους, αξία τους και κοινωνική τους θέση, τους είναι αδύνατον να συνειδητοποιήσουν την αντικειμενική κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις και να προσαρμόσουν την ταυτότητά τους, τις επιδιώξεις τους, την αίσθησή τους για το τι έχει νόημα και αξία, στις μεταβληθείσες περιστάσεις»[36].

Υπάρχει, ωστόσο, μια εναλλακτική λύση για τη Γερμανία. Το Βερολίνο θα μπορούσε –όπως φαίνεται να σκοπεύει να κάνει– να αφεθεί στην ενατένιση του μέλλοντος χωρίς να δεσμευτεί, αφήνοντας τον εαυτό του να καθοδηγείται από την τύχη και τη συγκυρία. Όμως σ’ αυτή την περίπτωση, επειδή γνωρίζουμε ότι η φύση απεχθάνεται το κενό, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το Απόλυτο Πνεύμα θα συνεχίσει τη διαδρομή του προς την επιστροφή στον εαυτό του, έχοντας επανεγκολπωθεί τους επιμέρους πεπερασμένους προσδιορισμούς του, δηλαδή και τα πεπερασμένα ένοχα ιστορικά παρόντα του.

Θα κλείσουμε αυτές τις σκέψεις με μια αναφορά του Heidegger[37] στην επιστολή του Χαίλντερλιν προς τον φίλο του Μπαίλεντορφ (4.12.1801): «Εδώ ο Χαίλντερλιν αντιπαραβάλλει εντός της ουσίας των Ελλήνων “το ιερό πάθος” και τη “δυτική-ηραία νηφαλιότητα του χαρίσματος ως προς την παρουσία” η αντίθεση όμως τούτη δεν λαμβάνεται ως μια αδιάφορη ιστορικού τύπου διαπίστωση, αλλά εννοείται στο πλαίσιο ενός άμεσου διαλογισμού για τη μοίρα και τον προορισμό των Γερμανών. Εδώ θα αρκεστούμε σ’ αυτή την απλή αναφορά, μια και η γνώση που διέθετε ο Χαίλντερλιν θα μπορούσε να προσδιοριστεί επαρκώς μόνο μέσω μιας ερμήνευσης του έργου του. Είναι αρκετό να συμπεράνουμε διαισθητικά από τούτη την αναφορά ότι η πολλαπλώς κατονομαζόμενη σύγκρουση του διονυσιακού και του απολλώνειου, του ιερού πάθους και της νηφάλιας παρουσίας, είναι κρυμμένος υφολογικός νόμος του ιστορικού προορισμού των Γερμανών και μια μέρα πρέπει να μας βρει έτοιμους και προετοιμασμένους, προκειμένου να τον μορφοποιήσουμε. Η αντίθεση αυτή δεν είναι μια στερεότυπη διατύπωση με τη βοήθεια της οποίας θα μπορούσαμε απλώς να περιγράψουμε τον πολιτισμό. Αναδεικνύοντας τη συγκεκριμένη αντιμαχία, ο Χαίλντερλιν και ο Νίτσε έθεσαν ένα ερωτηματικό στο καθήκον των Γερμανών να βρουν την ουσία τους με ιστορικό τρόπο. Μπορούμε να κατανοήσουμε αυτό το σημείο; Ένα είναι βέβαιο: Η ιστορία θα μας εκδικηθεί, αν δεν το κατανοήσουμε».


[1] N. Elias, Η εξέλιξη του πολιτισμού, μτφρ. Έμη Βαϊκούση, Νεφέλη, Αθήνα 1997, Τόμος Α.

[2] Αναφέρεται στο: Τόμας Μαν, Στοχασμοί ενός Απολιτικού, μτφρ. Μαντώ Πουλή, Ίνδικτος, Αθήνα 2001, σ. 50-51.

[3] Ο Τόμας Μαν στο παραπάνω αναφερόμενο έργο, σ. 86, ρωτάει: Μπορεί κανείς να είναι φιλόσοφος δίχως να είναι Γερμανός;

[4] Η έννοια του πολιτισμού στην αγγλοσαξονική εκδοχή του συμπεριλαμβάνει πάντοτε ως απαραίτητη συνιστώσα και αυτό που ονομάζεται τεχνικός πολιτισμός.

[5] Τόμας Μαν, Στοχασμοί ενός Απολιτικού, ό.π., σ. 35.

[6] Ιούλιος Καίσαρας, De bello Gallico, VI, 21-25. Αναφέρεται στο J. Hawes, Μικρή ιστορία της Γερμανίας, μτφρ. Ανδρέας Παππάς, Πατάκη, Αθήνα 2018, σ. 22-23.

[7] Κ. Μαρξ, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τόμ. Β΄, μτφρ. Διονύσης Διβάρης, Στοχαστής, Αθήνα 1990, σ. 364.

[8] F. Nietzsche, Αυγή – σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις, μτφρ. Ελένη Καλκάνη, εκδ. Δαμιανός, Αθήνα 1999, σ. 11.

[9] Στο ίδιο σ. 199-201, αλλά και ολόκληρη η § 207 είναι αφιερωμένη σε αυτήν την προβληματική.

[10] Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Ν. Ελίας, στο: Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας. Δοκίμιο πάνω στην κατάρρευση του πολιτισμού, μτφρ. Γ. Πεδιώτης, Γ. Θωμαδάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015, σ. 46.

[11] Για όλα αυτά δες με λεπτομέρεια : Ν. Ελίας, Ναζισμός και Γερμανικός Χαρακτήρας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015,κεφάλαια 6ο και 7ο.

[12] Τόμας Μαν, Στοχασμοί ενός Απολιτικού, ό.π., σ. 44.

[13] E. Kantorowicz, La Germania segreta, Edittore Marietti, Bologna 2022, σ. 106.

[14] Στο ίδιο, σ. 107.

[15] Στο ίδιο, σ. 116.

[16] Στο ίδιο, σ. 107.

[17] Η λύση αυτή δεν είναι πια αυτονόητη στην ιστορική περίοδο που ζούμε. Δεν γνωρίζουμε πώς θα πορευθεί η Γερμανία στο άμεσο και στο προσεχές μέλλον.

[18] Η συζήτηση σε πολιτιστικό επίπεδο, ειδικά για τη Γερμανία, είναι βέβαιον ότι θα οδηγήσει σε συζητήσεις σε δεύτερο επίπεδο, βασική συνιστώσα του οποίου θα είναι το θέμα της ισχύος.

[19] Ν. Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας, ό.π., σ. 115. 

[20] Τόμας Μαν, Στοχασμοί ενός Απολιτικού, ό.π., σ. 58.

[21] Δες υποσημείωση 1.

[22] Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, μτφρ. Μαρία Φιλιππακοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2007.

[23] Υπάρχει πάντα το δίλημμα της γερμανικής ιδιαιτερότητας σε σχέση με τις αξίες της Δύσης.

[24] E.M. Butler, The Tyranny of Greece over Germany, Cambridge, 1935.

[25] J.P. Eckermann, Συνομιλίες με τον Γκαίτε, μτφρ. Δημήτρης Δημοκίδης, Printa, Αθήνα 2014.

[26] A.J. Taylor, The Course of German History: A Survey of the Development of German History since 1815, Routledge Classics, 2001.

[27] M. Foucault, Nascita della biopolitica, Corso al College de France (1978-1979), Feltrinelli, Milano 2005, σ. 83. Η μετάφραση του κειμένου είναι δική μας.

[28] Την 1η Ιανουαρίου 1947 Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ ένωσαν τις ζώνες κατοχής τους στη Γερμανία σε μια ενιαία διοικητική ενότητα, στην οποία προστέθηκε τον Απρίλιο του 1949 και η γαλλική ζώνη κατοχής. Ήδη από τις αρχές του 1948 αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών χωρών καθώς και των ΗΠΑ ανακοίνωσαν την ένωση των περιοχών της δυτικής Γερμανίας υπό τον έλεγχο ενός νέου ομοσπονδιακού συστήματος. Επιπλέον ξεκίνησε υπό τη σκέπη του σχεδίου Μάρσαλ η βιομηχανική ανασυγκρότηση και η οικονομική παλινόρθωση της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής νέου νομίσματος, του γερμανικού μάρκου (Deutsche Mark) που θα αντικαθιστούσε το παλιό νόμισμα του Ράιχ (Reichsmark).

[29] M. Foucault, Nascita della biopolitica, Corso al College de France (1978-1979), Feltrinelli ,Milano 2005, p. 83.

[30] Στο ίδιο, σ. 83.

[31] Στο ίδιο

[32] Στο ίδιο

[33] Πρόκειται για τη θεωρητική άποψη του Habermas, που κατέρρευσε πρακτικά και θεωρητικά.

[34] Κώστας Μελάς,«Από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση»https://www.kostasmelas.gr/meletes/apo-tin-eyropaiki-koinotita-anthraka-kai-chalyva-stin-eyropaiki-oikonomiki-koinotita-kai-stin-eyropaiki-enosi/

[35] M. Kormbaki, C. Schult, «Berlin’s support for Israel is damaging its international standing», Spiegel International, 5/4/2024.

[36] Ν. Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας, ό.π., σ. 106.

[37] M. Heidegger, Νίτσε. Η βούληση για ισχύ ως τέχνη, μτφρ. Γιώργος Η. Ηλιόπουλος, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2011, σ. 181.

Κύλιση στην κορυφή