Εισαγωγή
Έχει αναλυθεί από πολλούς και σε βάθος η σχέση της Ελλάδας με τη Δύση διαχρονικά, καθώς και η πρόσληψη της Δύσης από την Ελλάδα, ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η σχέση αυτή, ανεξάρτητα από το διπλωματικό και το πολιτικό πεδίο, δημιούργησε στον ελληνικό χώρο δύο κυρίαρχα ρεύματα: το ένα, ήταν εκείνο που θεωρούσε πως για την πρόοδο και την ανάπτυξη (αλλά και την επέκταση μέχρι την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας) το ελληνικό κράτος θα έπρεπε να στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά προς τη Δύση (και πιο συγκεκριμένα προς τη Βρετανία και τη Γαλλία), ενώ το άλλο ρεύμα υποστήριζε πως η χώρα θα έπρεπε να αναζητήσει αλλού τους συμμάχους της, εννοώντας συνήθως τη Ρωσία και, για ένα σύντομο διάστημα, στις αρχές του περασμένου αιώνα, τη Γερμανία. Φιλοδυτικοί και αντιδυτικοί στη μακρά πορεία της ιστορίας τους οι νεοέλληνες, ανέπτυξαν «οπαδικά» χαρακτηριστικά υπέρ και κατά της Δύσης, αφού στην υιοθέτηση ή την απόρριψη του τρόπου ζωής της, βάσιζαν την όποια ιδέα για την πρόοδο και την ευημερία του έθνους.
Από μια άποψη και το υπό εξέταση εδώ ζήτημα της εικόνας του αμερικανικού παράγοντα στον συντηρητικό Τύπο κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εντάσσεται στα πλαίσια αυτής της σχέσης, όπως διαμορφώθηκε όμως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο αυτή είναι η μία πτυχή του ζητήματος, με τη δεύτερη να σχετίζεται περισσότερο με το μεταπολεμικό, ψυχροπολεμικό τοπίο και τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο και φυσικά την ατλαντική συμμαχία.
Υπό αυτήν την έννοια, όπως έχει επισημανθεί, κατά τη δεκαετία του 1940 ως τις αρχές της δεκαετίας του 1950, υπήρχε ένα αντιδυτικό και, κυριότερα, αντιβρετανικό αίσθημα στην Ελλάδα, το οποίο όμως εντοπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο της άκρας αριστεράς και στους οπαδούς του κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο τέθηκε εκτός νόμου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, και στη συνέχεια του νόμιμου υποκατάστατού του, από το 1951 και μετά, της ΕΔΑ.[1] Η συνθήκη αυτή άρχισε να αλλάζει μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, τον Μάρτιο του 1947, όταν οι ΗΠΑ πλέον ανέλαβαν τις υποχρεώσεις που είχαν προηγουμένως οι Βρετανοί έναντι της Ελλάδας, κυρίως ως προς τη διατήρησή της στον δυτικό συνασπισμό, στον λεγόμενο Ελεύθερο Κόσμο. Είναι λοιπόν το 1947 το έτος κλειδί, όπου ξεκινά για πρώτη φορά στην Ελλάδα να αναπτύσσεται ένα είδος αντιαμερικανισμού, απόλυτα συνδεδεμένου σε πρώτη φάση με την Αριστερά, την κομμουνιστική Αριστερά, πάντα μέσα από το διπλό πλαίσιο του Εμφυλίου αφενός και των εμπειριών του και του εξελισσόμενου Ψυχρού Πολέμου αφετέρου.
Η Τζένη Λιαλιούτη έχει μελετήσει σε έκταση και σε βάθος, εξαντλητικά, το ζήτημα του αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα, τόσο με τη διδακτορική της διατριβή που αφορά την περίοδο 1947-1989,[2] όσο και με πλήθος άλλες δημοσιεύσεις που μελετούν το φαινόμενο μέχρι και τις μέρες μας, σε σημείο που ελάχιστα πράγματα θα είχε κανείς να προσθέσει σήμερα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το βιβλίο του Ιωάννη Δ. Στεφανίδη, που μελετά επίσης σε βάθος το ζήτημα, στο χρονικό διάστημα 1945-1967. Αναφέραμε τις δύο παραπάνω μελέτες ως τις πλέον εκτεταμένες και πλήρεις γύρω από τον αντιαμερικανισμό, αν και λιγότερο εμβριθείς μελέτες συναντάμε και αλλού. Η δική μας η έρευνα εστιάζει εν προκειμένω σε συγκεκριμένη μερίδα του Τύπου της εποχής, στον λεγόμενο «συντηρητικό», κατά το κρίσιμο διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου 1974. Θα αναλύσουμε τους λόγους της συγκεκριμένης επιλογής.
Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος του 1974 δεν είναι μόνο οι πρώτοι μήνες της Μεταπολίτευσης· είναι και το διάστημα κατά το οποίο εκδηλώνεται, τον μεν Ιούλιο, η αρχική εισβολή του τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, με την κωδική ονομασία «Αττίλας Ι», ένα γεγονός που λειτούργησε ως επιταχυντής της Μεταπολίτευσης, ενώ τον δε Αύγουστο, ο «Αττίλας ΙΙ» είχε σαν συνέπεια την αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, μια ενέργεια που υπήρξε προσωπική απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενός πολιτικού που σε όλη του την πορεία τασσόταν υπέρ της συμμετοχής της Ελλάδος στη συμμαχία και που, φυσικά, μόνο για αντιαμερικανικά συναισθήματα δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει κανείς.
Αποκτά λοιπόν ιδιαίτερα μεγάλη σημασία να δούμε σε εφημερίδες που ανήκαν ιδεολογικά στον χώρο της Δεξιάς και της Κεντροδεξιάς, έστω δειγματοληπτικά, πώς παρουσιάζονται οι δράσεις και οι πρωτοβουλίες του αμερικανικού παράγοντα, αν αναπτύσσεται στα φύλλα τους και πώς κάποιου είδους αντιαμερικανισμός, καθώς και μέχρι ποιου σημείου και με ποια ένταση μέσα στο τεταμένο κλίμα των ημερών. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που ενδιαφέρει είναι να δούμε ποια είναι η στάση του παραδοσιακά φιλοδυτικού και φιλοαμερικανικού Τύπου, μετά από τις δύο φάσεις της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και τη συνακόλουθη αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Οι εφημερίδες τις οποίες θα εξετάσουμε κατά την έρευνά μας είναι η Ακρόπολις, η Απογευματινή, η Εστία. Δυστυχώς η λεγόμενη «ναυαρχίδα» της συντηρητικής παράταξης, Καθημερινή δεν εκδίδεται κατά το υπό εξέταση διάστημα, εφόσον η Ελένη Βλάχου μετά την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου, έκλεισε την εφημερίδα, η οποία ξανάρχισε να εκδίδεται μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, στις 15 Σεπτεμβρίου 1974. Αντίστοιχα, και η Βραδυνή είχε διακόψει την κυκλοφορία της από τα τέλη του 1973 λόγω της κριτικής που ασκούσε στο καθεστώς. Εξέδωσε ξανά φύλλο στις 23 Ιουλίου 1974, με το ιστορικό πρωτοσέλιδο ΕΡΧΕΤΑΙ! Ο Κ. Καραμανλής στις 12 θα βρίσκεται στην Αθήνα.
Ιστορικό πλαίσιο
Το υπό εξέταση χρονικό διάστημα σημειώνονται τα εξής γεγονότα: πραξικόπημα σε βάρος του Μακαρίου στις 15 Ιουλίου, ο Αττίλας Ι στις 20 Ιουλίου, ο ερχομός του Καραμανλή τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου και η ορκωμοσία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, ο Αττίλας ΙΙ στις 14 Αυγούστου και η συνακόλουθη αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ασφαλώς δεν είναι αυτά τα γεγονότα που προκαλούν τον αντιαμερικανισμό, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε ήδη, εμφανίζεται, έστω και σε μια μερίδα της κοινωνίας μόνο, πολύ νωρίτερα.
Όπως έχει επισημανθεί από την έρευνα, από το 1965 μέχρι το 1974, εισερχόμαστε στη «φάση ριζοσπαστικοποίησης του αντιαμερικανισμού», ενώ η επόμενη περίοδος από το 1974 μέχρι το 1985, θα μπορούσε να οριστεί ως «φάση γενικευμένου αντιαμερικανισμού».[3]
Πιο συγκεκριμένα, από το 1965 ο αντιαμερικανισμός είναι κυρίως πολιτικός και συνδέεται με την προβληματική της εθνικής ανεξαρτησίας, ενώ σημεία αναφοράς της περιόδου είναι προφανώς τα Ιουλιανά και η μετέπειτα επιβολή της απριλιανής δικτατορίας, που κατά την επικρατούσα (έως και σήμερα) μυθολογία, υπήρξε αμερικανοκίνητη και προϊόν αμερικανικής εμπνεύσεως.[4]
Από το 1974 και μετά, ο αντιαμερικανισμός πλέον αποκτά μαζική απήχηση, επιδρά στην πολιτική συμπεριφορά και ανακαλύπτεται τόσο στη μαζική κουλτούρα όσο και στον πολιτικό λόγο.[5] Έχει ξεκάθαρα πια διακομματικό χαρακτήρα, με τις ΗΠΑ να καταγγέλλονται τόσο για τον ρόλο τους αναφορικά με την ποιότητα της ελληνικής δημοκρατίας, όσο και με την απόδοση προς αυτές της ενοχής για την κυπριακή τραγωδία.[6] Άρα, γίνεται κατανοητό πως ο Ιούλιος και ο Αύγουστος του 1974 ήταν μήνες κατά τους οποίους τα γεγονότα που συνέβησαν έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση του όποιου αντιαμερικανικού πνεύματος υπήρξε στον δημόσιο λόγο και μένει να δούμε αν και πώς αυτό το πνεύμα παρουσιάστηκε στον κατεξοχήν φιλοαμερικανικό και γενικότερα φιλοατλαντικό Τύπο που υποστήριζε τις πολιτικές θέσεις της ευρύτερης Δεξιάς και Κεντροδεξιάς.
Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου (15 Ιουλίου 1974)
Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την προσωπικότητα και την αντίληψη που είχε σχετικά με το Κυπριακό ο από τις 25 Νοεμβρίου 1973 ισχυρός άνδρας της χούντας, ο ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης. Άτομο χωρίς καμιά αίσθηση της διεθνούς πολιτικής και της διπλωματίας, επικοινωνούσε κυρίως με τη CIA και τους, κυρίως Ελληνοαμερικανούς συνδέσμους της τελευταίας με την ΚΥΠ, αποφεύγοντας τις επαφές με Αμερικανούς διπλωμάτες, ενώ ταυτόχρονα μισούσε τον Μακάριο και είχε εμμονή με την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.[7] Μετά από πολύμηνη προετοιμασία, ο Ιωαννίδης αποφάσισε να προχωρήσει σε ανατροπή του Μακάριου, στις 15 Ιουλίου 1974, κάτι που ήταν μάλλον αδύνατον να μη γνωρίζουν οι ΗΠΑ και, κυρίως ο πανίσχυρος Χένρυ Κίσιντζερ, παρά τη φαινομενική του άγνοια.[8]
Τηλεγραφικά παρουσιάζει την ανατροπή Μακάριου, από τα Κυπριακάς Ενόπλους Δυνάμεις η Ακρόπολις, της 16ης Ιουλίου, ενώ αναφέρει και ως νέο «Πρόεδρο της Κύπρου» τον Νίκο Σαμψών στο πρωτοσέλιδό της. Στην ανάπτυξη του θέματος στην πρώτη και την ένατη σελίδα, φιλοξενεί την ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, σύμφωνα με την οποία πολιτική των ΗΠΑ παραμένει η υποστήριξη της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, ενώ ακολουθεί έκκληση προς όλες τις χώρες όπως ακολουθήσουν παρόμοιαν πολιτικήν. Μετριοπάθεια ζήτησε επίσης, κατά την εφημερίδα, και ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ κ. Λούνς από τις δύο συμμαχικές κυβερνήσεις. Στο φύλλο της επόμενης ημέρας, στο κύριο άρθρο της εφημερίδας στην πρώτη σελίδα, αφού επιρρίπτονται ευθύνες στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο ότι με την πολιτική που άσκησε στη μεγαλόνησο, ο ίδιος επροκάλεσε τη μοίρα του, σχολιάζεται η δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ η οποία αποσιωπά την ανατροπή του Μακαρίου και επισημαίνεται πως εκείνο που ενδιαφέρει (σημ. τις ΗΠΑ) είναι η ανεξαρτησία της Κύπρου. Ως εκ τούτου, ουδεμία μομφή υπάρχει προς τις ΗΠΑ ότι έχουν τυχόν ευθύνη για τα γεγονότα στην Κύπρο. Το πρωτοσέλιδο της 19ης Ιουλίου, αναφέρεται στην επικείμενη επίσκεψη του υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Ζόζεφ Σίσκο στην Αθήνα. Παράλληλα φιλοξενείται σχολιασμένο άρθρο των New York Times, σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ δεν προτίθενται να επέμβουν στην Κύπρο αφενός και αφετέρου, τόσο ο Κίσιντζερ όσο και ο Νίξον, βλέπουν με μεγαλύτερη συμπάθεια το νέο καθεστώς, αφού η κυβέρνησις Νίξον εθεώρει τον ανατραπέντα πρόεδρον της Κύπρου ως «Κάστρο της Μεσογείου».
Πανομοιότυπη είναι η προσέγγιση των γεγονότων και από την Απογευματινή, η οποία στο πρωτοσέλιδό της 16ης Ιουλίου φιλοξενεί τόσο τις δηλώσεις Λουνς όσο και εκείνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει το γεγονός πως η εφημερίδα, στη σελίδα 10, αναφερόμενη σε δηλώσεις του απόστρατου στρατηγού Μάρσαλ, σημειώνει πως ο πόλεμος μεταξύ Αράβων και Ισραήλ προέκυψε από γκάφα του Κίσινγκερ, τον οποίο μάλλον σκωπτικά χαρακτηρίζει «σούπερ Χένρυ».
Η υπερσυντηρητική Εστία του κυπριακής καταγωγής Άδωνι Κ. Κύρου δεν έτρεφε και τα καλύτερα των συναισθημάτων για τον αρχιεπίσκοπο και πρόεδρο της Κύπρου Μακάριο. Κατά συνέπεια, χαιρέτισε την ανατροπή του επίορκου κυβερνήτη της Κύπρου, όπως τον χαρακτηρίζει στην 6η και τελευταία σελίδα του φύλλου της 16ης Ιουλίου, ενώ αναφέρεται λιτά και στις αμερικανικές αντιδράσεις. (Η εφημερίδα προφανώς είχε ολοκληρώσει την ύλη της κατά την εκδήλωση του πραξικοπήματος στην Κύπρο και καλύπτει με συντομία τα γεγονότα, στην τελευταία της σελίδα. Στο φύλλο της επομένης, στο κύριο άρθρο της εφημερίδας εξαίρεται το πραξικόπημα ανατροπής του ρασοφόρου ολετήρα, δεν υπάρχει καμία αναφορά στους Αμερικανούς, ενώ αντίθετα στηλιτεύονται ως πάτρωνες του Μακάριου οι Βρετανοί. Και στο φύλλο της 18ης Ιουλίου, στο κύριο άρθρο, χαιρετίζεται το πραξικόπημα ως απολύτως αναγκαίο για τη σωτηρία της Κύπρουμ ενώ ο αρθρογράφος επιτίθεται, χωρίς να φείδεται χαρακτηρισμών, στους Βρετανούς, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως δήμιοι του Κυπριακού λαού και στυγνοί δυνάσται της Βορείου Ιρλανδίας.
Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο ( Αττίλας Ι)
Αν και όλα έδειχναν πως η Τουρκία ήταν έτοιμη να προχωρήσει σε απόβαση στην Κύπρο, και Αθήνα και Λευκωσία είχαν λάβει τις σχετικές προειδοποιήσεις, τόσο ο Ιωαννίδης όσο και ο Σαμψών τις αγνόησαν, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να καταφέρουν να αιφνιδιάσουν Ελλαδίτες και Κυπρίους.
Κυρίαρχο θέμα σε όλες τις εφημερίδες, φυσικά, είναι η τουρκική εισβολή. Η Ακρόπολις στη σελίδα 8 του φύλλου της 21ης Ιουλίου, αναφέρεται στην πληροφορία ότι ξένο ελικοπτεροφόρο ενισχύει τους εισβολείς, και την αντίδραση της κυπριακής κυβέρνησης η οποία απηύθυνεν επίσημον διαμαρτυρίαν προς τα πρεσβείας της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ, κάτι που, σύμφωνα με την εφημερίδα, η εις Αθήνας βρεταννική πρεσβεία διαψεύδει κατηγορηματικώς. Ασφαλώς, υπάρχει ρεπορτάζ σχετικά με την εκ νέου άφιξη Σίσκο στην Αθήνα, ενώ σε μικρή στήλη υπό τον τίτλο «Αι ΗΠΑ υπέρ της Ελλάδος», επισημαίνεται πως, εξ Αγκύρας μετεδόθη ότι «εξέχοντες πολιτικοί παρατηρηταί» εις την τουρκικήν πρωτεύουσαν θεωρούν την αμερικανικήν πολιτικήν έναντι της καταστάσεως εις την Κύπρον από της εκεί μεταβολής της παρελθούσης Δευτέρας ως υποστήριξιν προς την Ελλάδα. Στο φύλλο της 23ης, κεντρικό θέμα αποτελεί η παραβίαση της εκεχειρίας από πλευράς των Τούρκων, με τον βομβαρδισμό της Λευκωσίας καθώς και η έναρξη συνομιλιών στη Γενεύη. Εκτεταμένο είναι και το ρεπορτάζ ως προς τις ανακοινώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ως προς την συμφωνηθείσα εκεχειρία, ενώ υπάρχει και είδηση, σύμφωνα με την οποία εις το Λος Άντζελες ο πρόεδρος Νίξον είπεν εις συνδαιτημόνας του, εις ένα γεύμα που εδίδετο προς τιμήν του, ότι μία «λίαν θετική ανακοίνωσις» αναμένεται από το Σταίητ Ντηπάρτμεντ, χωρίς περισσότερα στοιχεία ως προς το περιεχόμενο ή ως προς το τί θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται θετικό –και για ποιόν– εκείνη τη στιγμή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει η σελίδα 2 της εφημερίδας, όπου συναντάμε την καταγγελία του λεγόμενου «Εθνικού Οργανισμού υπέρ σκοπών του ΝΑΤΟ», πρόεδρος του οποίου φέρεται κάποιος κ. Λάμπος. Σύμφωνα λοιπόν με την ανακοίνωση, ο «Οργανισμός», καταγγέλλει και εκφράζει την εντονωτάτην αποδοκιμασίαν του διά την απροκάλυπτον τουρκικήν εισβολήν εις την Κύπρον. Στην ανακοίνωση δεν υπάρχει η παραμικρή μομφή ή έστω υπαινιγμός έναντι των ΗΠΑ, ενώ καλούνται τα μέλη της Συμμαχίας και οι Ανώτατες Αρχές του ΝΑΤΟ, όπως παρέμβουν κατά τρόπον άμεσον, αποφασιστικόν και αποτελεσματικόν, ίνα καταδικασθή η θρασύδειλος και αντισυμμαχική τουρκική στρατιωτική εισβολή.
Η Απογευματινή στο φύλλο της 20ης Ιουλίου, που είχε κυκλοφορήσει πριν εκδηλωθεί η εισβολή, αναφέρεται στις επαφές Σίσκο με μέλη της κυβέρνησης Ανδρουτσόπουλου. Στη σελίδα 12 υπάρχει εκτενές ρεπορτάζ, σύμφωνα με το οποίο ο Κίσιντζερ απέρριψεν εισηγήσεις περί υποστηρίξεως του ανατραπέντος προέδρου, και ετόνισεν τη σημασίαν των εν Ελλάδι αμερικανικών βάσεων ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, απέστειλεν μήνυμα προς την Τουρκίαν, στο οποίο τόνιζε πως αι ΗΠΑ θα τηρήσουν σταθεράν γραμμήν κατά πάσης κινήσεως η οποία θα απέβλεπεν εις την μεταβολήν του καθεστώτος της νήσου. Στο φύλλο της επομένης, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στη νέα επίσκεψη Σίσκο, ο οποίος –κατά το πρότυπο της ιπτάμενης διπλωματίας του Κίσσινγκερ– πηγαινοέρχεται από το Σάββατο, μεταξύ Αθηνών και Αγκύρας, προσπαθώντας να επιτύχη τερματισμό των εχθροπραξιών στην νήσο. Το φύλλο της 23ης αναφέρεται στην έναρξη συνομιλιών στη Γενεύη, χωρίς ιδιαίτερα σχόλια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το φύλλο της επομένης, όχι φυσικά για τα αναμενόμενα σχετικά με την άφιξή Καραμανλή, όσο για μια μικρή σημείωση στο κάτω δεξιά μέρος της πρώτης σελίδας: Η «Απογευματινή» εκδίδεται από σήμερα χωρίς λογοκρισία.
Η Εστία στο κύριο άρθρο της την 20ή Ιουλίου, δεν αναφέρεται καθόλου στους Αμερικανούς αλλά επιτίθεται ξανά στους Βρετανούς, θεωρώντας πως η τουρκική εισβολή έχει τη δική τους έγκριση, αν όχι και ενίσχυση. Αντίστοιχα, και στο κύριο άρθρο της 22αςΙουλίου, η εφημερίδα επιτίθεται στην πανούργο Αλβιώνα αλλά και κατά των Δυτικοευρωπαϊκών εφημερίδων και ραδιοσταθμών αμιλλωμένων εις ασύστολα ψεύδη και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς δια τους υπέρ βωμών και εστιών αγωνιζομένους Έλληνας, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στις ΗΠΑ. Στην 5η σελίδα της εφημερίδας, επίσης φιλοξενείται η καταγγελία του «Εθνικού Οργανισμού υπέρ σκοπών του ΝΑΤΟ», ενώ στην 6η σελίδα της η εφημερίδα αναφέρεται στην αμερικανική διπλωματική δραστηριότητα προς κατάπαυση του πυρός και μη επέκτασης της κρίσης. Στο κύριο άρθρο της 23ης Ιουλίου, η εφημερίδα ασκεί ήπια κριτική στο ΝΑΤΟ, ουσιαστικά γιατί περιλαμβάνει την Τουρκία στις τάξεις του, η οποία, κατά τον αρθρογράφο, αποτελεί παθητικόν διά την Συμμαχίαν. Και πάλι υπάρχουν αιχμές και επιθέσεις εναντίον της Βρετανίας, και πάλι απουσιάζει οποιαδήποτε μομφή προς τις ΗΠΑ.
Άφιξη Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αττίλας ΙΙ και αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ
Η άφιξη Καραμανλή, η παράδοση της εξουσίας στους πολιτικούς από τους χουντικούς και ο σχηματισμός κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, αλλάζει άρδην την κατάσταση και ως προς τον Τύπο. Επανακυκλοφορεί ευθύς με την άφιξη Καραμανλή η Βραδυνή, λίγο αργότερα η Αυγή, και φυσικά η Καθημερινή και ο Ριζοσπάστης. Ο άνεμος ελευθερίας που αρχίζει και πνέει, έχει σαφώς και τα αποτελέσματά του, πράγμα που φαίνεται και στον Τύπο.
Αν και, όπως είδαμε, χαρακτηριστικά, η Εστία δεν άφηνε καμία μομφή ή νύξη για αμερικανική ευθύνη ή εμπλοκή αναφορικά προς τις εξελίξεις στην Κύπρο, στο κύριο άρθρο της 25ης Ιουλίου, κυριολεκτικά ξεσπαθώνει. Αναφερόμενος σε όσα διαδραματίζονται στην Κύπρο, ο αρθρογράφος κάνει λόγο για πρωτάκουστον ατιμία που διεπράχθη εις το διεθνές πολιτικόν προσκήνιον, ήτις υπό οποιεσδήποτε άλλας συνθήκας θα έδει να αποτελέση όνειδος διά την ελευθέραν Ανθρωπότητα! Και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε πως η εξοργιστική αυτή κατάστασις δημιουργήθη υπό του «θιασάρχου» κ. Χένρυ Κίσσινγκερ, τη συμπράξει των «Μεγάλων».
Η Απογευματινή, στη σελίδα 7 του φύλλου της 26ης Ιουλίου φιλοξενεί «αποκλειστικότητα» των Sunday Times υπό τον τίτλο «Ένας πρώην αξιωματικός της CIA εξομολογείται…», που παρά το γεγονός πως δεν παρουσιάζεται ουδέν το ενδιαφέρον ως προς τη δράση της υπηρεσίας στην Ελλάδα, ωστόσο υπάρχει μια –υποφώσκουσα ακόμη– κριτική διάθεση ως προς τη CIA.
Εντωμεταξύ, το ζήτημα της Κύπρου εξακολουθούσε να αποτελεί προτεραιότητα τόσο για τη νεοσύστατη κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, όσο και για την κοινή γνώμη, ιδίως από την έναρξη της Διάσκεψης στη Γενεύη. Τα αποτελέσματα των συνομιλιών απείχαν πολύ από το να θεωρηθούν θεαματικά, δεδομένου ότι η Τουρκία ήταν ανυποχώρητη και η Ελλάδα ανήμπορη.[9] Ξημερώματα της 14ης Αυγούστου, η διάσκεψη κατέρρευσε και ο Τούρκος ΥΠΕΞ έδωσε τηλεφωνικά το πράσινο φως για να ξεκινήσει ο Αττίλας ΙΙ, με τη συνθηματική φράση, «ας αρχίσει τις διακοπές της η Αϊσέ», μια εύκολη στρατιωτικά επιχείρηση, όπως αποδείχτηκε, για τους Τούρκους, που τερματίστηκε με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ, δύο ημέρες μετά, στις 16 Αυγούστου, με τουρκικές παραβιάσεις της εκεχειρίας και την επόμενη ημέρα.[10]
Η διπλωματική αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν άμεση, με την αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, το πρωί της 15ης Αυγούστου, και τούτο, παρά το γεγονός ότι η Κύπρος βρισκόταν «εκτός περιοχής ευθύνης» της Συμμαχίας, κι ως εκ τούτου, από το καταστατικό της, δεν μπορούσε να αναλάβει δράση,[11] πλην όμως έκανε άλλα σημαντικά λάθη, που οδήγησαν μοιραία στην απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης. Η κυβερνητική ανακοίνωση ήταν εξαιρετικά λιτή:
«Κατόπιν της αποδειχθείσης ανικανότητος της Ατλαντικής Συμμαχίας να αναχαιτίση την Τουρκίαν από του να δημιουργήση κατάστασιν συρράξεως μεταξύ δύο συμμάχων, ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής έδωσεν εντολήν όπως αι ελληνικαί ένοπλοι δυνάμεις αποσυρθούν από την Συμμαχίαν του ΝΑΤΟ. Η Ελλάς θέλει παραμείνει μέλος της Συμμαχίας μόνον ως προς το πολιτικόν μέρος αυτής».[12]
Ήδη βεβαίως παρατηρείται αλλαγή και στον συντηρητικό Τύπο απέναντι στον αμερικανικό παράγοντα, με τον Χένρυ Κίσιντζερ να συγκεντρώνει, όχι άδικα, τα περισσότερα πυρά. Ενδεικτικά, στο πρωτοσέλιδο της 10ηςΑυγούστου η Ακρόπολις έχει ως θέμα τις αποκαλύψεις του σχολιαστή Τζακ Άντερσον, σύμφωνα με τον οποίο, Ο Κίσσιγκερ βοήθησε την Τουρκία για να επιτύχη τη διχοτόμηση της Κύπρου, επισημαίνοντας ακόμη ότι ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, είχε προειδοποιηθή για την ανατροπή Μακαρίου αλλά δεν αντέδρασε. Ωστόσο, η εφημερίδα επισημαίνει σε άλλο θέμα της στο πρωτοσέλιδο, πως οι Σοβιετικοί υποστηρίζουν τις τουρκικές θέσεις, προφανώς σε μια προσπάθεια να μη «γείρει τελείως» στον αντιαμερικανισμό. Στο φύλλο της 14ης Αυγούστου, προτού ακόμη εκδηλωθεί η νέα τουρκική επίθεση, η εφημερίδα, στη σελίδα 14, έχει ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο, Παραχωρήσεις υπέρ των Τούρκων ζητούν οι Αμερικανοί. Στο φύλλο της 15ης, η εφημερίδα με κύριο άρθρο της υποστηρίζει πλήρως την απόφαση της κυβέρνησης για αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας την απόφαση του Καραμανλή, θαρραλέαν και ανδρική και επεβάλλετο υπό των περιστάσεων, ενώ κλείνοντας τονίζει πως η απόφαση, είναι, όχι μόνον σκόπιμος και δικαιολογημένη, αλλ’ απηχεί, την στιγμήν αυτήν, την γενικήν λαϊκήν βούλησιν, κάνοντας έτσι μια άκρως ενδιαφέρουσα παρατήρηση, ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε. Στη σελίδα 10, του ίδιου φύλλου, αναπαράγεται η ανταπόκριση του γαλλικού πρακτορείου, σύμφωνα με την οποία υπήρξε μεγάλη η ικανοποίηση του ελληνικού λαού για την αποχώρηση, ενώ, σημειώνεται πως η αποχώρηση είναι σύμφωνη με τη γραμμή που είχε ακολουθήσει ο Ντε Γκωλ το 1966. Στο φύλλο της 16ης κυριαρχεί ως είδηση η άρνηση του Καραμανλή να επισκεφθεί τον Φορντ, ενώ στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα, εξαίρει τη στάση του Έλληνα πρωθυπουργού. Η άρνησίς του –καίτοι έμμεσος– αποτελεί υπερήφανον και γενναίαν αντίδρασιν έναντι μιας φίλης χώρας, η από μέρους της οποίας συμπαράστασις προς την Ελλάδα υπήρξεν αποκαρδιωτική, αναφέρει χαρακτηριστικά το κύριο άρθρο της εφημερίδας. Ουσιαστικά θα μπορούσαμε να πούμε πως συμπυκνώνει απόλυτα την αντίληψη μεγάλου μέρους, ίσως του μεγαλύτερου, του συντηρητικού κόσμου και παραδοσιακά φιλοδυτικού-φιλοαμερικανικού, για τη στάση των ΗΠΑ ως προς την κυπριακή κρίση του καλοκαιριού του 1974.
Στη σελίδα 3 του φύλλου της 2αςΑυγούστου, η Απογευματινή, αναμεταδίδει άρθρο των New York Times, με τίτλο «Η μεγάλη ευθύνη του Τάσκα για το κίνημα στην Κύπρο». Σε ανάλογο κλίμα, την επομένη στο πρωτοσέλιδο, έχει θέμα με τίτλο, Της CIA 60 πράκτορες κατηύθυναν τη χούντα, και πάλι σύμφωνα με τους New York Times. Στις 8 Αυγούστου το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας έχει τίτλο, «Ενώ η Ελλάς δίνει σήμερα τη μάχη στη Γενεύη, η Αμερική καλύπτει τις τουρκικές προκλήσεις». Στο πρωτοσέλιδο της 10ης Αυγούστου, και πάλι σύμφωνα με τους NYT, Ο Κίσσινγκερ φέρεται να ανησυχή από το αντι-αμερικανικό πνεύμα που επικρατεί στην Ελλάδα μετά τις αποκαλύψεις ότι η CIA κατηύθυνε τις τύχες της χώρας μας και καταπίεζε το λαό μας. Ιδιαίτερα επιθετικό για τις ΗΠΑ είναι το φύλλο της 16ης Αυγούστου. Κεντρικός τίτλος «Σκληραίνει η Ελλάς τη στάσι της έναντι ΝΑΤΟ και ΗΠΑ. Απερρίφθη πρόσκλησις του κ. Κίσσινγκερ να επισκεφθή ο κ. Μαύρος την Ουάσιγκτων. Η Αθήνα κρίνει περιττή επίσκεψι κ. Λουνς». Σε άλλο ρεπορτάζ στο πρωτοσέλιδό της η εφημερίδα αναφέρει πως Η φιλοτουρκική πολιτική των ΗΠΑ εξεγείρει Κέννεντυ και δημοκρατικούς, προφανώς σε μια λογική διαχωρισμού σε «κακούς» και «καλούς» Αμερικανούς, ενώ τέλος, αναδημοσιεύει άρθρο της γαλλικής Monde, σύμφωνα με το οποίο, η ελληνική κυβέρνησις πιστεύει ότι οι ΗΠΑ και συγκεκριμένα το Πεντάγωνο και η Σί Αϊ Εϊ ήταν ο ιθύνων νους του πραξικοπήματος για την ανατροπή-εξόντωσι του Μακαρίου.
Η Εστία στο κύριο άρθρο της 8ης Αυγούστου, κάνει έναν απολογισμό συνολικά της πολιτικής Νίξον,[13] ασκώντας παράλληλα κριτική στην πολιτική των ΗΠΑ για την Κύπρο, ακόμη και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Καραμανλή, όταν, ενώ μεν ο Νίξον συνέχαιρε τον Μακεδόνα πολιτικό δηλώνοντάς του τη στήριξή του, την ίδια στιγμή, παρέσχεν απροσχημάτιστον υποστήριξιν προς την κυβέρνησιν της Άγκυρας, επιβραβεύων ούτω τη δολίαν επιδρομήν των Τουρκικών στρατευμάτων. Στο κύριο άρθρο της 9ης Αυγούστου, ο αρθρογράφος επιτίθεται στους συμμάχους στο ΝΑΤΟ συνολικά, για το ότι αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να υποστηρίξουν την Ελλάδα έναντι της Τουρκίας και καταλήγει πως δεν απομένει πλέον άλλη διέξοδος ειμή να στραφώμεν προς άλλας κατευθύνσεις, υπονοώντας την ΕΣΣΔ, η οποία, όπως διευκρινίζει παρακάτω, ανεξαρτήτως των λόγων που την υποκινούν, ευνοεί, σήμερον, τας Ελληνικάς απόψεις, για να καταλήξει τελικά πως προέχει πάντων η διασφάλιση της εδαφικής μας ακεραιότητας και εάν λοιπόν ταύτην μας την εξασφαλίζη η Σοβιετική Ένωσις θα στραφώμεν ακόμη και προς αυτήν!…, κάτι αρκετά εντυπωσιακό για τη συγκεκριμένη εφημερίδα. Στο φύλλο της 15ης Αυγούστου, όπου σχολιάζεται η νέα τουρκική επίθεση, στο κύριο άρθρο της εφημερίδας, ο αρθρογράφος στηλιτεύει τους μεγαλόσχημους φίλους μας που διαπράττουν ατιμία εις βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού όστις καλείται να θυσιασθή χάριν των επί της νήσου βάσεων των Αγγλο-Αμερικανών και της διασφαλίσεως του Ισραήλ, ενώ συνεχίζει τις επιθέσεις κυρίως έναντι των Βρετανών. Στο κύριο άρθρο της 16ης Αυγούστου, η εφημερίδα χαιρετίζει την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας την ως ενέργειαν την οποίαν δεν υπάρχει ασφαλώς Έλλην όστις να μη την επικροτεί σήμερον με όλην του την ψυχήν. Κατά την ερμηνεία του αρθρογράφου παρακάτω, κλειδί για την αλλαγή στάσης των ΗΠΑ έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου έπαιξε η απόρριψη του σχεδίου Άτσετσον, καθώς μετά, αι Ηνωμ. Πολιτείαι εστράφησαν αναφανδόν εναντίον των Ελληνικών δικαίων, διά να φθάσωμεν τελικώς, εκεί όπου εφθάσαμεν σήμερον. Στο κύριο άρθρο της 17ης, ο αρθρογράφος ζητά να αποχωρήσουν άμεσα οι ξένοι στρατιωτικοί από τις νατοϊκές βάσεις, και να καταγγείλει άμεσα η ελληνική κυβέρνηση τας συμφωνίας των περιβοήτων «διευκολύνσεων», ώστε να απαλλαγή η Ελλάς και από το άγος της παρουσίας των Αμερικανικών πληρωμάτων και των οικογενειών τους, ενώ καταλήγει πως οι διευκολύνσεις παρέχονται μόνο σε φίλους και οι Αμερικανοί απεδείχθησαν ήδη, χειρότεροι και από τους εχθρούς μας…
Επίλογος
Είναι σαφές και έχει ήδη επισημανθεί από την έρευνα πως η επταετής δικτατορία και η συνακόλουθη τραγωδία της Κύπρου επηρέασαν βαθύτατα την εικόνα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, και λειτούργησαν καταλυτικά στην ανάδυση και την ανάπτυξη ενός αντιαμερικανισμού, πολυεπίπεδου, που αφορούσε από την αρνητική διάθεση έναντι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής συνολικά, μέχρι και την αρνητική στάση έναντι των αμερικανικών προτύπων και της αντίστοιχης κουλτούρας, αν και με λιγότερη επιτυχία.
Αν για την Αριστερά μια τέτοια προσέγγιση ήταν αναμενόμενη, ωστόσο, το τραύμα της δικτατορίας –έστω κι αν δεν ήταν υπεύθυνες οι ΗΠΑ για την επιβολή της, αν και σαφώς στη συνέχεια την υποστήριξαν– και κυριότατα, η κυπριακή τραγωδία, παρά της αναντίρρητες ευθύνες των Ελλήνων σε Ελλάδα και Κύπρο, είχαν σαν αποτέλεσμα και ο συντηρητικός κόσμος να πάρει σταδιακά αποστάσεις από τις ΗΠΑ και να σταθεί, τουλάχιστον κριτικά απέναντί τους. Και μπορεί να γίνεται εύκολα κατανοητή η στάση της πιο «λαϊκής» Απογευματινής, που στην υπό εξέταση περίοδο φιλοξένησε ακόμη και συνεντεύξεις του Ανδρέα Παπανδρέου, με ό,τι αυτό ωστόσο μπορεί να συνεπάγεται, ωστόσο εύκολα καταλαβαίνει κανείς την αρνητική διάθεση έναντι των ΗΠΑ, όταν η υπερσυντηρητική και σκληρά αντικομμουνιστική Εστία, που επιχαίρει όταν εκδηλώνεται το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, φτάνει στο σημείο να ζητά να εκδιωχθούν οι Αμερικανοί στρατιωτικοί που βρίσκονται στην Ελλάδα και να στραφεί η χώρα προς την ΕΣΣΔ, εφόσον οι σύμμαχοί της δεν την υποστηρίζουν.
Σταδιακά, ο αντιαμερικανισμός θα καταστεί σε μεγάλο βαθμό κυρίαρχη ιδεολογία, ενώ η προσέγγιση της συντηρητικής/φιλελεύθερης παράταξης με την Ευρώπη θα δημιουργήσει έναν άλλο πόλο και έναν νέο δεσμό, που θα επιτρέψει να διατηρηθεί η κριτική –αν μη τι άλλο– στάση έναντι των ΗΠΑ, τουλάχιστον στο πεδίο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής της υπερατλαντικής δύναμης.
[1]Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Εν ονόματι του έθνους, Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα 1945-1967, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2010, σ. 279.
[2] Η οποία και έχει εκδοθεί επεξεργασμένη από την ίδια, από τις εκδόσεις Ασίνη, το 2016.
[3] Ζηνοβία Λιαλιούτη, Ο Αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα 1947-1989, Ασίνη, Αθήνα, 2016, σ. 65-67.
[4] Βλ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η μεγάλη απογοήτευση των υποστηρικτών των θεωριών συνομωσίας: το ζήτημα της αμερικανικής ανάμειξης στην επιβολή της δικτατορίας» στο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος – Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στρεβλή Πορεία 1960-1974, Πολιτική και Κουλτούρα από τη δεκαετία του ʼ60 στη δικτατορία, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2024, σ.
[5] Τζένη Λιαλιούτη, «Ο Αντιαμερικανισμός στη Μεταπολίτευση» στο Β. Παναγιωτόπουλος – Γ. Βούλγαρης – Σ. Ριζάς (επιμ.) 50 Χρόνια Δημοκρατία, Τι άλλαξε; Πόσο αλλάξαμε;, Το Βήμα, Αθήνα, 2024, σ. 204
[6] Λιαλιούτη, «Ο Αντιαμερικανισμός», ό.π., σ. 66.
[7] Άγγελος Συρίγος – Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Μεταπολίτευση 1974-1975, 50 Ερωτήματα και Απαντήσεις, Πατάκης, Αθήνα, 2024, σ. 37-38.
[8] Ουίλλιαμ Μάλλινσον, Ο Κίσιντζερ και η Εισβολή στην Κύπρο, Η διπλωματία στην ανατολική Μεσόγειο, Χαράλαμπος Τσιτσόπουλος (μτφρ.), Εστία, Αθήνα 2021, σ. 162-169.
[9] Αντώνης Κλάψης, 1974, Μεταπολίτευση, Μεταίχμιο, Αθήνα 2020, σ. 161.
[10] Συρίγος – Χατζηβασιλείου, ό.π., σ. 126-127.
[11] Στο ίδιο, σ. 137-142.
[12] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο, Γεγονότα & Κείμενα, τόμος 8ος, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής / Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995-6, σ. 88.
[13] Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον είχε μόλις ομολογήσει την εμπλοκή του στο σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ και στις 9 Αυγούστου παραιτήθηκε.
