Ηλίας Στουραΐτης

Η εκπαίδευση στον 21ο αιώνα: μετασχηματισμοί και προοπτικές

Η εκπαίδευση θεωρείται ένας από τους θεμελιώδεις θεσμούς κάθε κοινωνίας, όχι μόνο επειδή μεταδίδει γνώσεις και δεξιότητες, αλλά κυρίως επειδή νοηματοδοτεί τον κόσμο που ζούμε μέσω της εμπειρίας και συνδιαμορφώνει το ανθρώπινο υποκείμενο. Πολλές φορές λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής πολιτισμικών αξιών, ως μέσο κοινωνικής ενσωμάτωσης, ως πεδίο ανταλλαγής κρίσιμων απόψεων που απασχολούν την κοινωνία. Η εκπαίδευση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολυδιάστατη κρίση, η οποία δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα των συστημάτων διδασκαλίας, αλλά και το ίδιο το νόημα της παιδείας μέσα σε έναν κόσμο ταχύτατων μεταβολών.

Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη συνύπαρξη πολλών και ετερογενών δυνάμεων: τεχνολογική επιτάχυνση, ψηφιακός μετασχηματισμός, παγκοσμιοποίηση, κοινωνική ανισότητα, δημογραφικές μετακινήσεις, περιβαλλοντική αστάθεια, και νέες μορφές πολιτισμικής ρευστότητας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα στατικό σύνολο Προγραμμάτων Σπουδών και εξεταστικών διαδικασιών. Οφείλει να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της, ώστε να ανταποκριθεί τόσο στις ανάγκες του παρόντος όσο και στις αβέβαιες απαιτήσεις του μέλλοντος.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων είναι η διάσταση ανάμεσα στην παραδοσιακή δομή τους και στις νέες συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες. Το σχολείο και το πανεπιστήμιο εξακολουθούν συχνά να οργανώνονται με βάση πρότυπα που αναπτύχθηκαν σε μια διαφορετική ιστορική συγκυρία, όταν η γνώση φαινόταν περιχαρακωμένη σε ένα δεδομένο πλαίσιο, οι επαγγελματικές διαδρομές πιο προβλέψιμες και η πρόσβαση στην πληροφορία περιορισμένη. Σήμερα, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές έχουν ριζικά μεταβληθεί και βρίσκονται σε συνεχή αμφισβήτηση. Η έννοια της προσοχής έχει διαφοροποιηθεί αρκετά, αφού οι μαθητές/τριες δεν μπορούν να παρακολουθήσουν μεγάλα αφηγήματα ή να τα απομνημονεύσουν εξαιτίας της υπερπροσφοράς των πληροφοριών και της ευκολίας να την ανακαλύψουν από πολλαπλούς τρόπους και μέσα.

Η υπερπροσφορά της πληροφορίας από διαφορετικά μέσα, συσκευές και σημεία έχει δημιουργήσει μια τεράστια δεξαμενή ενημέρωσης έγκυρης και μη για όλες τις πτυχές της ζωής. Το σχολείο στέκεται αμήχανο σ’ αυτόν τον καταιγισμό πληροφοριών και βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Σαφώς χρειάζεται να μεταβάλει τις μεθόδους διδασκαλίας που επικεντρώνονται στην απομνημόνευση και να αναδείξει την ανάγκη για κριτική επεξεργασία, συνθετική σκέψη και ικανότητα αξιολόγησης στοιχείων και πηγών. Είναι μια εύκολη μεταστροφή; Προφανώς και όχι, αφού απαιτεί μια αλλαγή από την κεντρική διοίκηση που δεν θα περιγράφεται μόνο μέσα σε Προγράμματα Σπουδών, αλλά θα υφίσταται σε προτεινόμενα σχέδια μαθημάτων, σε προτεινόμενα εναλλακτικά βιβλία, σε διδακτικό υλικό που θα διαφοροποιείται ανάλογα με την επικαιρότητα και τη δυναμική τής κάθε κοινωνίας, μια συνεχή επιμόρφωση της διερευνητικής μάθησης και μια ανοιχτή επικοινωνία της εκπαιδευτικής κοινότητας με την κεντρική διοίκηση.

Προφανώς όλα τα παραπάνω σχετίζονται άμεσα με τον ψηφιακό μετασχηματισμό που έχει μεταβάλει εκ βάθρων τη φύση της γνώσης και της επικοινωνίας. Η πρόσβαση σε πληροφορία είναι πλέον σχεδόν απεριόριστη, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση έχει διευρύνει τις δυνατότητες συμμετοχής, ενώ τα ψηφιακά εργαλεία προσφέρουν νέες μορφές αλληλεπίδρασης, συνεργασίας και εξατομικευμένης μάθησης. Οι τεχνολογίες αυτές δεν είναι δευτερεύουσες προσθήκες στο εκπαιδευτικό σύστημα διότι έχουν ήδη ανασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε, διδάσκουμε και σκεφτόμαστε. Η κριτική προσέγγιση των άπειρων πληροφοριών, η κατανόηση των ψηφιακών μέσων (Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ψηφιακά παιχνίδια, Τεχνητή Νοημοσύνη κ.ά.) και της χρησιμότητάς τους στην καθημερινότητά μας είναι από τα πιο κρίσιμα σημεία, στα οποία η εκπαίδευση οφείλει να δώσει τεράστια σημασία. Η ψηφιακότητα δεν είναι μόνο εργαλεία που χρησιμοποιούμε για να μετατρέψουμε το μάθημα σε μια πιο ενδιαφέρουσα μορφή προς τους μαθητές/τριες, αλλά πολιτισμικά προϊόντα που έχουν δομηθεί από ανθρώπους και έχουν πολιτικές, οικονομικές, ιδεολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Η κατανόηση της ψηφιακότητας, πώς οργανώνεται και παρουσιάζεται σε εμάς, καθώς και ο τρόπος που την αντιμετωπίζουμε, θα βοηθήσει πολύ στην κριτική ενασχόληση των μαθητών/τριών με τα ψηφιακά μέσα. Οπότε η ενεργός μάθηση αφορά και τον γραμματισμό των ψηφιακών μέσων που χρησιμοποιούν οι μαθητές/τριες ακόμα και πριν έρθουν σε επαφή με το σχολικό περιβάλλον.

Η έννοια της ενεργητικής μάθησης, άλλωστε, έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με αυτήν, ο/η μαθητής/τρια δεν αρκεί να ακούει και να απομνημονεύει. Χρειάζεται να συμμετέχει, να ερευνά, να συζητά, να συνδέει και να παράγει νόημα. Η εκπαίδευση που επιδιώκει να καλλιεργήσει την αυτονομία οφείλει να ενθαρρύνει την απορία, το ερώτημα και την επιχειρηματολογία. Η γνώση, σε αυτή την προοπτική, δεν είναι έτοιμο προϊόν προς κατανάλωση, αλλά διαδικασία διαρκούς συγκρότησης. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι μαθητές/τριες αξιολογούν ακόμα και τα ψηφιακά μέσα, τις ποικίλες πληροφορίες που παρέχουν και έχουν τη δυνατότητα να αντιπαραβάλλουν το περιεχόμενο και με αναλογικά μέσα (λ.χ. πώς παρουσιάζεται η πληροφορία σε ένα Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης και τι περιεχόμενο περιλαμβάνει σε σχέση με ένα επιστημονικό κείμενο, ο τρόπος λειτουργίας της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης και τα λεκτικά ή οπτικοακουστικά αφηγήματα που δημιουργούνται σε σχέση με μια τεκμηριωμένη άποψη ενός βιβλίου, καθώς και οι μορφές ψηφιακών παιχνιδιών που μας εμπλέκουν σε βιωματικές προσομοιώσεις σε σύγκριση με υπάρχοντα αναλογικά αφηγήματα). Η ενεργητική και κριτική μάθηση οφείλει να επεξεργάζεται και θέματα που προκύπτουν από την ψηφιακότητα, όπως ζητήματα δεοντολογίας, πνευματικής ιδιοκτησίας, ιδιωτικότητας, προκαταλήψεων αλγορίθμων και γνωστικής ακεραιότητας.

Σ’ αυτή, λοιπόν, την ταχεία μεταβαλλόμενη ψηφιακά εποχή, αντιλαμβανόμαστε ότι τα μεγάλα προβλήματα του καιρού μας —κλιματική αλλαγή, υγειονομικές κρίσεις, ψηφιακή ασφάλεια, βιοηθικά διλήμματα, κοινωνικές ανισότητες, μεταναστευτικές ροές, ενεργειακή μετάβαση—δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από μία μόνο επιστήμη. Απαιτούν διεπιστημονική συνεργασία, σύνθεση γνώσεων και συντονισμό διαφορετικών θεωρητικών εργαλείων. Υπό αυτή την έννοια, τα νέα πεδία γνώσης δεν αποτελούν απλώς προσθήκες στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αλλά ένδειξη μιας ευρύτερης μεταβολής στο ίδιο το παράδειγμα της μάθησης. Η ψηφιακή παιδεία, ο προγραμματισμός, η επιστήμη δεδομένων, η ρομποτική, η κυβερνοασφάλεια, οι σπουδές βιωσιμότητας, η βιοηθική, οι σπουδές επικοινωνίας, η περιβαλλοντική εκπαίδευση και η παγκόσμια υγεία συγκροτούν έναν νέο χάρτη γνώσης, ο οποίος απαιτεί συνδυασμό τεχνικής κατάρτισης και κριτικής κατανόησης.

Ο όρος «κλάδοι μαθημάτων» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει τις ενότητες εκείνες που οργανώνουν την εκπαιδευτική ύλη γύρω από ευρύτερα πεδία και όχι μόνο γύρω από παραδοσιακά μεμονωμένα γνωστικά αντικείμενα. Ωστόσο, η πρόκληση δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία νέων κατηγοριών μαθημάτων, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτά θα συνδεθούν μεταξύ τους. Η σύγχρονη εκπαίδευση δεν χρειάζεται απλώς περισσότερη ύλη αλλά πιο έξυπνη δομή, πιο ουσιαστικές συνδέσεις και μεγαλύτερη συνοχή. Η διεπιστημονικότητα δεν σημαίνει κατάργηση της εξειδίκευσης, αλλά υπέρβασή της σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κατανόησης. Ένας μαθητής ή μια μαθήτρια που μαθαίνει προγραμματισμό χρειάζεται ταυτόχρονα να κατανοεί την ηθική διάσταση της τεχνολογίας. Ένας μαθητής που ασχολείται με τα περιβαλλοντικά ζητήματα πρέπει να μπορεί να συνδέει τα φυσικά δεδομένα με τις ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές τους συνέπειες. Η εκπαίδευση του μέλλοντος θα είναι αποτελεσματική μόνο εφόσον μετασχηματιστεί σε πεδίο συνάντησης διαφορετικών μορφών γνώσης.

Ο ρόλος των ανθρωπιστικών επιστημών σ’ αυτή τη μεταβολή κρίνεται εξαιρετικά σημαντικός. Η λογοτεχνία, η ιστορία, η φιλοσοφία, οι τέχνες και η γλωσσική παιδεία δεν αποτελούν πολυτελείς προσθήκες αλλά συνιστούν το υπόστρωμα της ίδιας της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας. Οι ανθρωπιστικές σπουδές προσφέρουν την ικανότητα ερμηνείας της ανθρώπινης δράσης. Διδάσκουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο παραγωγός και καταναλωτής, αλλά και φορέας μνήμης, φαντασίας, πόνου, ελπίδας, ηθικής ευθύνης. Η εκπαίδευση, εφόσον θέλει να μορφώνει και όχι απλώς να καταρτίζει, δεν μπορεί να αγνοεί αυτή τη διάσταση. Προφανώς και ο ρόλος τους σ’ ένα νέο πρόγραμμα θα είναι πολύ διαφορετικός, όπως και το περιεχόμενό τους, και θα συσχετίζεται με την ψηφιακότητα και τις ανθρώπινες εμπειρίες του 21ου αιώνα. Μια κοινωνία που θέλει να παραμείνει δημοκρατική, οφείλει να καλλιεργεί πολίτες ικανούς να κατανοούν τον δημόσιο λόγο, να αξιολογούν πληροφορίες, να διακρίνουν την προπαγάνδα από την τεκμηρίωση, να συμμετέχουν στον διάλογο και να αναλαμβάνουν ευθύνη για το κοινό αγαθό. Η διδασκαλία των ψηφιακών μέσων, η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των αλγορίθμων, η αναγνώριση των μηχανισμών πειθούς και η ανάλυση των ρητορικών στρατηγικών αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία του δημοκρατικού γραμματισμού.

Ωστόσο, σε πολλά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα η διδασκαλία εξακολουθεί να προσανατολίζεται προς την αναπαραγωγή δεδομένων, όχι προς την κατανόηση. Η λογική της ύλης, της κάλυψης και της εξέτασης συχνά υπερτερεί της λογικής της εμβάθυνσης και της διερεύνησης. Το αποτέλεσμα είναι ο μαθητής, ή ακόμα και ο φοιτητής στο πανεπιστήμιο, να εκπαιδεύεται περισσότερο στο να ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις παρά στο να σκέφτεται αυτόνομα. Η κατάσταση αυτή συνδέεται με μια βαθύτερη παθογένεια που αφορά τη μετατροπή της εκπαίδευσης σε πεδίο απόδοσης και αξιολογικής κατάταξης. Η επιτυχία μετριέται συχνά με βαθμούς, πιστοποιήσεις και δείκτες επίδοσης, με συνέπεια η ουσία της μαθησιακής διαδικασίας να υποχωρεί έναντι της τυποποιημένης αξιολόγησης. Αν και η αξιολόγηση είναι αναγκαίο εργαλείο για κάθε εκπαιδευτικό σύστημα, όταν υπερδιογκώνεται, μπορεί να αλλοιώσει τον παιδαγωγικό σκοπό του θεσμού. Η μάθηση παύει να βιώνεται ως δημιουργική και απελευθερωτική διαδικασία και μετατρέπεται σε αγχώδη προετοιμασία για μια εξωτερική κρίση.

Η μεταστροφή, λοιπόν, σε μια διερευνητική διαδικασία της μάθησης δεν αφορά μόνο το πώς αυτή θα δομηθεί σε επίπεδο διδασκαλίας, αλλά και σε επίπεδο αξιολόγησης. Η συμμετοχικότητα, η παρατήρηση, η αναζήτηση, η σύνθεση στοιχείων, η δημιουργία περιεχομένου αποτελούν βασικά στοιχεία που τροφοδοτούν την αξιολόγηση όχι μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές, αλλά στο σύνολο της παρουσίας των μαθητών/τριών. Προς αυτή την κατεύθυνση βοηθά και ο ατομικός φάκελος μαθητή/τριας που μπορεί να περιλαμβάνει περιγραφικά δεδομένα από τη δράση ή μη μαθητών/τριών, αλλά και στοχευμένες κλειστού τύπου αξιολογήσεις ανά γνωστικό αντικείμενο.

Καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι επιτυχής αν αγνοήσει τον καθοριστικό ρόλο του εκπαιδευτικού. Ο δάσκαλος δεν είναι απλώς εκτελεστικό όργανο ενός Προγράμματος Σπουδών, αλλά το πρόσωπο που μετουσιώνει την παιδαγωγική σχέση σε ζωντανή εμπειρία. Η διδασκαλία παραμένει μια πράξη σχέσης, επικοινωνίας, εμπιστοσύνης και ηθικής παρουσίας –αν και αυτό φαίνεται ότι έχει διαρραγεί στη σύγχρονη εποχή, εξαιτίας των κρίσιμων αλλαγών που προαναφέραμε. Η κοινωνία επεμβαίνει όλο και περισσότερο στη διδασκαλία θέλοντας να διαμορφώσει εκείνη το πλαίσιο, παρακάμπτοντας πολλές φορές τους εκπαιδευτικούς και το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν βοηθά καθόλου την εκπαίδευση και κυρίως τα παιδιά που παρατηρώντας την παρεμβατικότητα των γονέων θεωρούν ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως πρόσωπα που θέτουν τους κανόνες και όχι ως τα πρόσωπα που ακολουθούν την παιδαγωγική σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτά και τους εκπαιδευτικούς. Μια τέτοια παιδαγωγική εκτροπή καθιστά το σχολείο όμηρο μιας κοινωνικής παρεμβατικότητας που δεν συμμερίζεται το εκπαιδευτικό λειτούργημα και ωθεί προς μια ευρύτερη εκτροπή των σχέσεων σ’ ένα πολιτισμένο κράτος. Η μετάβαση του σχολείου στη νέα εποχή οφείλει να συμπεριλάβει αυτούς τους κινδύνους, ώστε να δημιουργήσει εκείνες τις προδιαγραφές που να υποστηρίζουν τον θεσμικό ρόλο του σχολείου.

Πέραν των κοινωνικών επεμβάσεων, ο σύγχρονος εκπαιδευτικός καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλές προκλήσεις: ετερογένεια τάξης, ψηφιακά μέσα, ποικίλα ζητήματα μαθητών/τριων από το οικογενειακό τους περιβάλλον, κοινωνικές ανισότητες, ποικίλες δράσεις και εκδρομές, αυξημένες απαιτήσεις από γονείς και διοίκηση. Η εργασία του είναι σύνθετη και, συχνά, υποτιμημένη. Η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επιστημονική κατάρτιση, την παιδαγωγική επάρκεια, την προσωπική συγκρότηση και τη συνεχή επιμόρφωση. Επιπλέον, η σταδιακή γραφειοκρατικοποίηση της εκπαίδευσης έχει επιβαρύνει σημαντικά το έργο των εκπαιδευτικών. Η διοικητική λογική, όταν υπερτερεί της παιδαγωγικής, μετατρέπει τον δάσκαλο σε διαχειριστή διαδικασιών, συμπληρώνοντας συνήθως πλατφόρμες, αντί για δημιουργό μαθησιακών εμπειριών. Η αποκατάσταση του κύρους του εκπαιδευτικού επαγγέλματος αποτελεί, επομένως, όρο ουσιαστικής αναβάθμισης του σχολείου. Χωρίς εμπνευσμένους και υποστηριγμένους εκπαιδευτικούς με ψυχική ανθεκτικότητα, καμία δομική αλλαγή δεν μπορεί να αποδώσει μακροπρόθεσμα.

Η εκπαίδευση στον 21ο αιώνα, επομένως, βρίσκεται μπροστά σε μια σύνθετη πρόκληση. Οφείλει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τεχνολογικής εποχής, να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ανισότητες, να επαναπροσδιορίσει τα γνωστικά της πεδία και να καλλιεργήσει νέες δεξιότητες χωρίς να εγκαταλείψει την ανθρωπιστική της αποστολή. Οι μετασχηματισμοί που περιγράφηκαν δείχνουν ότι η εκπαίδευση χρειάζεται ένα νέο παιδαγωγικό συμβόλαιο. Ένα τέτοιο συμβόλαιο θα πρέπει να στηρίζεται σε ορισμένες βασικές αρχές: την ισότητα πρόσβασης, τη συμπερίληψη, την κριτική σκέψη, την τεχνολογική επάρκεια, τη διεπιστημονικότητα, την ανθρωπιστική καλλιέργεια και τον σεβασμό της ψυχικής και σωματικής ευημερίας των μαθητών.

Το νέο αυτό πλαίσιο προϋποθέτει, επίσης, σοβαρή αναβάθμιση των Προγραμμάτων Σπουδών, μείωση της εξετασιοκεντρικής πίεσης, κριτική γνώση αξιοποίησης των ψηφιακών μέσων, ψηφιακό εγγραματισμό, ενίσχυση της δημιουργικής μάθησης και μεγαλύτερη αυτονομία των σχολικών μονάδων με ταυτόχρονη θεσμική υποστήριξη. Η εκπαίδευση του μέλλοντος δεν θα κριθεί μόνο από το πόσες πληροφορίες θα μεταφέρει, αλλά από το πόσο θα συμβάλει στη συγκρότηση ανθρώπων που μπορούν να ζουν υπεύθυνα μέσα στην αβεβαιότητα. Αυτό σημαίνει ότι η εκπαίδευση πρέπει να διδάσκει όχι μόνο γνώσεις, αλλά και στάσεις: επιμονή, αυτοπειθαρχία, συνεργασία, ανοιχτότητα, αμφισβήτηση, ευαισθησία. Οι στάσεις αυτές δεν καλλιεργούνται με διακηρύξεις, αλλά με παράδειγμα, θεσμική συνέπεια και παιδαγωγική φροντίδα. Η αληθινή μεταρρύθμιση δεν είναι μόνο οργανωτική, είναι κυρίως πολιτισμική.

⸙⸙⸙

[Ο Ηλίας Στουραΐτης είναι φιλόλογος με οργανική θέση στο Γυμνάσιο Αναβύσσου, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης για τη διδασκαλία της Ιστορίας με την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης.]

Κύλιση στην κορυφή