Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου

Η Ελλάδα απέναντι στη Δύση πριν και μετά το 1974: Συνέχειες και ασυνέχειες

Η οριοθέτηση του όρου «Δύση» στη μεταπολεμική εποχή

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκτός από την ήττα των δυνάμεων του Άξονα και του ολοκληρωτισμού που εκπροσωπούσαν, οδήγησε στην ανάδυση ενός κόσμου που προσπαθούσε να ισορροπήσει σε νέα ιστορικά δεδομένα. Σε πολιτικό επίπεδο, μεταπηδούμε από ένα πολυκεντρικό σύστημα ισορροπίας, όπου τον πρώτο λόγο είχαν οι αποκαλούμενες «Μεγάλες Δυνάμεις» της Ευρώπης, σε ένα διπολικό, όπου πλέον οι νέοι κυρίαρχοι παίχτες σε διεθνές επίπεδο ήταν οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ. Έχοντας δύο αντίθετα μοντέλα οργάνωσης κράτους, τα οποία πήγαζαν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, θα δημιουργείτο ένα διεθνές σκηνικό όπου κυριαρχούσαν η αμφίδρομη αμφισβήτηση και προκατάληψη. Η κατάσταση σταδιακά θα χειροτέρευε μεταξύ των πρώην, ετερόκλητων συμμάχων: η διακήρυξη και εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ, η αντίδραση των Σοβιετικών, που ακολούθησε, και η δημιουργία Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας έθεσαν τις βάσεις για τον Ψυχρό Πόλεμο. Σε αυτά τα δεδομένα, η Ευρώπη, πλέον διαιρεμένη σε ιδεολογικό, πολιτικό, οικονομικό καθώς και στρατιωτικό επίπεδο, βρισκόταν στο επίκεντρο της νέας αυτής πραγματικότητας.[1]

Πλέον γίνεται λόγος για Ανατολή και Δύση. Πώς όμως ορίζεται ο δεύτερος αυτός όρος και γιατί μέχρι και το ξέσπασμα του Ψυχρού πολέμου δεν είχε χρησιμοποιηθεί ευρέως;[2] Η αιτία εδράζεται κατά βάση στην έλλειψη μιας Μεγάλης Δύναμης, η οποία θα ανήκε σε μια «Ανατολή», που θα μπορούσε εν δυνάμει να την απειλήσει.[3] Μετά το 1945, επομένως, η ανάδυση του διπολικού συστήματος σηματοδότησε την ίδρυση μιας μεταπολεμικής «Δύσης» που σε μεγάλο βαθμό ετεροκαθοριζόταν από την παρουσία της κομμουνιστικής «Ανατολής».[4] Με άλλα λόγια, η εννοιολόγηση του όρου «Δύση» προσαρμόστηκε στα νέα ιδεολογικοπολιτικά δεδομένα[5], και ταυτίστηκε με τον αποκαλούμενο «Πρώτο Κόσμο» και τα κράτη της φιλελεύθερης δημοκρατίας.[6] Εδραιώθηκε, δηλαδή, η εικόνα μιας «Δύσης», ορισμένης από τις κοινές αξίες του Ορθού Λόγου, της επιστημοσύνης, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του πολιτικού φιλελευθερισμού. Η μεταπολεμική Δύση, με έμφαση σε θεμελιώδεις αρχές αναγόμενες στον αναγεννησιακό ουμανισμό και στον Διαφωτισμό, και κατ’ επέκταση στην φιλοσοφία και στο νομικό οικοδόμημα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, χωρίς να παραβλέπει την εθνική ιδιοσυστασία των μελών της, απέρριπτε τους ακραίους εθνικισμούς που είχαν καταστρέψει την Ευρώπη.

Ελλάδα και Δύση μεταπολεμικά: Εξελίξεις, ιδιαιτερότητες και δυτικός προσανατολισμός

Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, βρέθηκε από τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου στην πρώτη γραμμή. Το ζήτημα του ανήκειν ή όχι στη Δύση θα ταλάνιζε το εσωτερικό της χώρας. Η ήδη υπάρχουσα ένταση μεταξύ του ΚΚΕ και των άλλων σταδιακά θα χειροτέρευε, αφού για τα κόμματα του αστικού χώρου μόνη επιλογή για τη χώρα ήταν η Δύση. Η βαθιά επιθυμία της Ελλάδας να διεκδικήσει τις ρίζες της στη Δύση δεν περιορίστηκε σε αυτές τις κινήσεις. Αντανακλάται ακόμα στη συμμετοχή της στη Διάσκεψη του Παρισιού για την ίδρυση της ΟΕΟΣ[7] –την απαρχή των ευρωπαϊκών προσπαθειών για συνεργασία και οικονομική ολοκλήρωση[8]–, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης.[9] Ωστόσο, παρά τη συμμετοχή της σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς, η Ελλάδα, σε όλη αυτή την πρώτη φάση της μεταπολεμικής περιόδου, παρέμενε απόλυτα εξαρτημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσα σε αυτό το κλίμα ανασφάλειας, τόσο το Δόγμα Τρούμαν όσο και το Σχέδιο Μάρσαλ έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό στο εσωτερικό, αφού η σημασία του τελευταίου δεν περιορίστηκε μόνο στην υλική του διάσταση. Για ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, η ανακοίνωσή του εγγυήθηκε στην Ελλάδα ένα μέλλον εντός του δυτικού κόσμου – της μόνης αποδεκτής επιλογής.[10]

Η ισχυρή αμερικανική επιρροή στην Ελλάδα, σε αυτή την πρώτη φάση, επιβεβαιώθηκε με την ένταξή της στο ΝΑΤΟ το 1952. Στις 4 Απριλίου 1950, η χώρα είχε διατυπώσει το αίτημά της για ένταξη. Παρά τις έντονες αντιδράσεις από άλλα κράτη μέλη, με επικεφαλής κυρίως τη Βρετανία, ο υφυπουργός Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον πρότεινε την πλήρη ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, στις 24 Μαρτίου 1951, και ακολούθησε η επίσημη ένταξή τους στις 16 Φεβρουαρίου 1952.[11] Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο ελληνικός πολιτικός κόσμος επιθυμούσε να καθοδηγείται από τους Αμερικανούς.[12]

Η δεκαετία του 1950 διακρίνεται από την πρώτη φάση της μεταπολεμικής περιόδου χάρη σε τέσσερις βασικούς παράγοντες: το τέλος του Εμφυλίου, σημάδια οικονομικής ανάπτυξης, πολιτική σταθερότητα[13] και μια μερική διαφοροποίηση στην εξωτερική πολιτική. Η σημαντικότερη μεταβολή σχετίζεται με τη σταδιακή αλλαγή του προσανατολισμού εντός της Δύσης. Με το τέλος της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας, σταδιακά επιζητείται μια μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ ΗΠΑ και Δυτικής Ευρώπης. Τα πρώτα τέτοια δείγματα είναι οι διμερείς Συμφωνίες που υπέγραψε το 1953 η Ελλάδα με τη Γαλλία (15 Ιουλίου)[14] και τη Δυτική Γερμανία (11 Νοεμβρίου),[15] ενώ στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλες συμφωνίες με την τελευταία.[16]

Ωστόσο, η μεγαλύτερη αλλαγή επήλθε στο β’ μισό της δεκαετίας του 1950, οπότε και η έμφαση δόθηκε στην Ευρώπη.[17] Η Ελλάδα φαινόταν να έχει ξεπεράσει τις δυσκολίες και να έχει επιτύχει πολιτική σταθερότητα. Προτεραιότητες ήταν η άμυνα και η ασφάλεια, καθώς και η ευρωπαϊκή πολυμερής συνεργασία. Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1957 έδωσε στην Ελλάδα μια πρακτική επιλογή για να αποτελέσει ίσο εταίρο στην Ευρώπη. Πιο συγκεκριμένα, στις 8 Ιουνίου 1959, η ελληνική κυβέρνηση απευθύνθηκε στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή της ΕΟΚ με σκοπό την έναρξη, το συντομότερο δυνατό, διαπραγματεύσεων βάσει της Συνθήκης της Ρώμης και τη σύναψη Συμφωνίας Σύνδεσης. Οι διαπραγματεύσεις των δύο μερών διήρκεσαν από τις αρχές Μαρτίου 1960 έως τις 9 Ιουλίου 1961, οπότε και υπογράφηκε τελικά η Συμφωνία. Σε ισχύ τέθηκε από την 1η Νοεμβρίου 1962.[18]

Τη σταθερότητα όμως θα διαδεχόταν για ακόμη μια φορά η αστάθεια. Παρά τη Συμφωνία Σύνδεσης, η αλλαγή των ισορροπιών τόσο στη διεθνή πολιτική σκηνή –Κυπριακό– όσο και στο εσωτερικό επηρέασε και τις σχέσεις με τους Ευρωπαίους. Ήταν σαφές ότι η φύση της δυναμικής μεταξύ Ελλάδας και ΕΟΚ δεν είχε ερμηνευτεί σωστά από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Για λόγους ασφαλείας, επομένως, η Ελλάδα των κυβερνήσεων της Ένωσης Κέντρου έγινε περισσότερο «ατλαντική».[19] Οι προσπάθειες των κυβερνήσεων μετά την Αποστασία[20] θα αποδεικνύονταν, λόγω της βαρύτητας των προβλημάτων, όχι ικανές να διαδραματίσουν ισχυρή μετατόπιση του κλίματος.

Η μεγάλη αλλαγή, ωστόσο, θα ερχόταν με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο αντίκτυπος θα ήταν ισχυρός, μεταβάλλοντας αρκετά τις ισορροπίες ανάμεσα στην Ελλάδα και τους εταίρους της στη Δύση. Παρά το ότι σε διμερές επίπεδο, ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Βρετανία, επέδειξαν μια προσέγγιση ρεαλιστική, διατηρώντας κανονικά τις διμερείς σχέσεις[21], σε επίπεδο οργανισμών οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές. Το 1967, η ΕΟΚ αποφάσισε να παγώσει τη Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση μία από τις γραμμές εξωτερικής πολιτικής των ελληνικών κυβερνήσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Δύο χρόνια αργότερα, το 1969, η Ελλάδα δεν ήταν πλέον μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αυτή η πολιτική απομόνωση οδήγησε αναπόφευκτα στην προσέγγιση με τις ΗΠΑ, η οποία με τη σειρά της, μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος, θα επηρέαζε βαθιά όχι μόνο την ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και σε ένα βαθμό, τη στάση της χώρας απέναντι στη Δύση.

Μεταπολίτευση: Οι ευρύτερες συνθήκες στο εσωτερικό και οι επιλογές σε διεθνές επίπεδο

Η μεταπολίτευση –η πολιτειακή αλλαγή αυτή καθαυτή, που συνίσταται στη διαδικασία εγκαθίδρυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος μετά την πτώση της δικτατορίας[22]– αποτέλεσε μια περίπλοκη περίπτωση, αφού η επιτυχία δεν ήταν εν προκειμένω εξασφαλισμένη σε καμία περίπτωση. Αν ξεπεράσει κανείς την εικόνα του θριάμβου, κατά την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Αθήνα, η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας παρέμενε εύθραυστη,[23] και απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς με τη συμβολή του συνόλου των δημοκρατικών δυνάμεων. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, όπως αυτή αναπτύχθηκε, έπρεπε να διαχειριστεί μια σοβαρή εξωτερική κρίση μετά το Κυπριακό, να αποκαταστήσει τους θεσμούς, και από την άλλη να ανορθώσει την οικονομία, η οποία είχε πληγεί σοβαρά από την πετρελαϊκή κρίση του προηγούμενου έτους. Το πιο σημαντικό στοιχείο, όμως, ήταν η άμεση ανάγκη για υπερκέραση των στοιχείων εκείνων που μεταπολεμικά και μέχρι την 21η Απριλίου 1967 είχαν διχάσει την χώρα επηρεάζοντας τις πολιτικές και όχι μόνο εξελίξεις. Αν και προσωρινά επανήλθε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952,[24] το μόνο σίγουρο είναι πως υπήρχε άμεση ανάγκη για μια εκ βάθρων μεταρρύθμιση, ώστε τα κωλύματα που υπήρχαν μέχρι τότε να εξαφανίζονταν.[25] Εκτός από την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας, η νομιμότητα όλων των ελληνικών κομμάτων, που επήλθε, διασφάλιζε πρωτίστως την επικράτηση ενός κλίματος εθνικής ομοψυχίας – απαραίτητο σε αυτές τις διεθνείς συνθήκες.[26] Ο συμβολισμός της συγκεκριμένης επιλογής υπήρξε μεγάλος, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το αντικομμουνιστικό ρεύμα πριν από την εμπειρία της Επταετίας.[27] Η επίδραση της εμπειρίας της δικτατορίας υπήρξε καταλυτική και οι αλλαγές που επέφερε στον τρόπο σκέψης των Ελλήνων καθοριστικής σημασίας.[28] Μια από τις σημαντικότερες διαφοροποιήσεις ανιχνεύεται στην πρόσληψη της έννοιας του «φίλου» και του «εχθρού». Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η πεποίθηση της κοινής γνώμης για τον ρόλο των Αμερικανών στην επιβολή της δικτατορίας και η έντονη κριτική απέναντι στη στάση τους στο Κυπριακό. Μεταδικτατορικά, ο «εχθρός» πλέον ήταν οι ΗΠΑ. Ο «αμερικανισμός», στον οποίο μεταπολεμικά είχε αποδοθεί από μια μεγάλη μερίδα των Ελλήνων θετικό πρόσημο, και μάλιστα για ένα σημαντικό μέρος των εκπροσώπων της αστικής διανόησης μπορούσε να θεωρηθεί πρότυπο,[29] στη μεταδικτατορική εποχή αποκτά αρνητικό πρόσημο. Ο αντιαμερικανισμός, έκδηλος στον χώρο της Αριστεράς από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου, ξεπέρασε πλέον αυτή τη διαχωριστική γραμμή, όπως φαίνεται και από σχετικά δημοσιεύματα του δεξιού Τύπου, τα οποία έκαναν λόγο για ένα νέο όραμα για την Ελλάδα.[30]

Οι αλλαγές αυτές, ωστόσο, δεν περιορίστηκαν στο ιδεολογικό επίπεδο. Επεκτάθηκαν και στο πολιτικό, όπως μαρτυρά η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια ισχυρή παρουσία, η οποία βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με τα μεταδικτατορικά δεδομένα. Η έμφαση στην «εθνική ανεξαρτησία», σε μια εποχή με έντονα αντιαμερικανικά αισθήματα και γενικότερου προβληματισμού απέναντι στη Δύση, είχε ως αποτέλεσμα την ταχεία άνοδο της δημοτικότητάς του.[31] Στη διαμόρφωση του προγράμματος του νέου κόμματος, έντονη επιρροή άσκησε η Θεωρία της Εξάρτησης.[32] Ειδικά, όσον αφορά τις ΗΠΑ, η απόρριψή τους ως προτύπου και η παράλληλη ανάδειξή τους σε κατασταλτικό παράγοντα στην επίτευξη δημοκρατικής ομαλότητας και κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης, όπως είχε αναπτυχθεί σε πολλές θεωρητικές αναλύσεις, αποτέλεσε τη βάση για την προσέγγιση και αξιολόγηση του ρόλου των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα.[33] Το Νοέμβριο του 1974, κυκλοφόρησε το πολιτικό του βιβλίο Δημοκρατία στο Απόσπασμα, στο οποίο, σε μια προσπάθεια ερμηνείας των καταστάσεων που οδήγησαν στην δικτατορία, ανέπτυξε τις θέσεις του για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.[34] Για τον ίδιο, η ουσία του ελληνικού προβλήματος συνοψιζόταν στο ότι η Ελλάδα βρισκόταν υπό αμερικανική κατοχή. Η Αμερική, ως «γνήσια επεκτατική και ιμπεριαλιστική χώρα»,[35] προχωρούσε σε μια «νεο-αποικιακού τύπου» εκμετάλλευση της Ελλάδας όχι μόνο μέσω της Ατλαντικής Συμμαχίας, αλλά και μέσω της Κοινής Αγοράς, που ήταν δημιούργημα των ίδιων συμφερόντων.[36] Στην πραγματικότητα, ο Παπανδρέου υιοθετούσε μια συνολικά αντιδυτική ρητορική χαρακτηρίζοντας την πολιτική επιλογή της ΕΟΚ από τη Νέα Δημοκρατία «πολιτική εθνικής εγκατάλειψης (…) που μεταβίβαζε το μέλλον της χώρας στα ξένα κέντρα αποφάσεων».[37]

Για τις κυβερνήσεις Καραμανλή, από την άλλη, το ανήκειν στη Δύση, παρέμενε βασικός πυλώνας:

Η Ελλάδα είναι μέρος της Δύσης πολιτικά, γεωγραφικά και ιδεολογικά. Η συνεργασία με τη Δύση θα επιτρέψει την ενίσχυση της θέσης της χώρας στο διεθνές πολιτικό σύστημα και την εγγύηση της εσωτερικής ανάπτυξης.[38]

Οι εξελίξεις όμως, σε συνδυασμό με το φορτισμένο κλίμα που περιγράφτηκε παραπάνω, θα οδηγούσαν σε ορισμένες αποκλίσεις από την προηγούμενη περίοδο. Τα γεγονότα του Αττίλα Β’, τον Αύγουστο του 1974, καθώς και η στάση των Αμερικανών, οδήγησαν στην απόφαση για αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.[39] Η απόφαση αυτή του Καραμανλή χαιρετίστηκε από το σύνολο του Τύπου, μαρτυρώντας το αίσθημα της κοινής γνώμης.[40] Παράλληλα, στις 11 Δεκεμβρίου, ο Έλληνας πρωθυπουργός εξέφρασε επιθυμία για αναθεώρηση των συμφωνιών για τις αμερικανικές βάσεις. Αποτέλεσμα των συγκεκριμένων κινήσεων ήταν η χώρα να απομακρυνθεί, ως ένα σημείο, από την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πλήρη «ρήξη». Το ζήτημα της ενίσχυσης της αμυντικής ασφάλειας της εθνικής επικράτειας αποτελούσε τον άξονα βάσει του οποίου θα διαμορφωνόταν σε μεγάλο βαθμό η εξέλιξη σε επίπεδο διμερών σχέσεων.[41] Έτσι, από τις αρχές του 1977 εγκαινιάστηκε μια σειρά από προσπάθειες επανασύνδεσης. Η πρώτη εκδοχή της υπήρξε το καθεστώς «ειδικής σχέσης». Μετά την πρώτη προσέγγιση απόψεων που παρατηρήθηκε, το 1978, με τη συμφωνία «Χαίγκ-Ντάβου», χρειάστηκε ένα διάστημα λίγο μεγαλύτερο των δύο ετών για την επίτευξη συμφωνίας επανένταξης, η οποία εγκρίθηκε από την κυβέρνηση Ράλλη τον Οκτώβριο του 1980.[42]

Η επιλογή αυτή, όμως, βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση και με τη βαθιά ιδεολογία και τους μεσοπρόθεσμους πολιτικούς στόχους της κυβέρνησης Καραμανλή: την ΕΟΚ, που παρέμενε η ύψιστη προτεραιότητα,[43] και αποτελούσε μια επιλογή προσανατολισμού σε επίπεδο πολιτικής, στρατηγικής και ταυτότητας.[44] Μέσα στο έντονο κλίμα αντιαμερικανισμού, το οποίο έθετε σε ευρύτερη αμφισβήτηση τη Δύση, παρατηρήθηκε μια διαφοροποίηση στη δυναμική της σχέσης Ελλάδας-Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι αποδέχτηκαν σε ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό την Ελλάδα ως μια χώρα, της οποίας η ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση. Παράλληλα, όμως, η Ευρώπη στα μάτια των Ελλήνων θεωρήθηκε ως το καταλληλότερο περιβάλλον για το μέλλον της χώρας, χάρη στη στάση που είχε κρατήσει και την απομόνωση έναντι των συνταγματαρχών.[45]

Στις 12 Ιουνίου 1975, ο Έλληνας πρωθυπουργός κατέθεσε επίσημη αίτηση για ένταξη. Οι διαπραγματεύσεις θα αποδεικνύονταν ιδιαίτερα περίπλοκη υπόθεση και θα διαρκούσαν μέχρι τον Απρίλιο του 1979.[46] Με την υπογραφή της Συμφωνίας ένταξης, στις 28 Μαΐου, ολοκληρωνόταν η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και επιβεβαιωνόταν η θέση της στο Δυτικό κόσμο.

Συμπερασματικά

Μέσα στο διπολικό μεταπολεμικό κλίμα, η Ελλάδα προσανατολίστηκε σταθερά προς τη Δύση. Στην πρώτη φάση, και με την Ευρώπη να παρουσιάζει ακόμα σημαντικές αδυναμίες, η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική, αφού κατά μία έννοια αντιπροσώπευε τη μόνη ικανή δύναμη του δυτικού «στρατοπέδου». Αυτός ήταν και ο λόγος που, σε αυτά τα χρόνια, προτεραιότητα της Ελλάδας παρέμενε η διατήρηση στενών δεσμών με τις ΗΠΑ. Η πρώτη ουσιαστική μετατόπιση –πάντοτε όμως μέσα στο Δυτικό στρατόπεδο– επήλθε με τη λήξη της αμερικανικής βοήθειας και τις προσπάθειες για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που φιλοδοξούσε να αναδείξει την Ευρώπη σε έναν τρίτο πυλώνα. Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και η εξασφάλιση της αμυντικής βοήθειας ύστερα από την ένταξη στο ΝΑΤΟ, έδωσε την ευκαιρία για ένα άνοιγμα προς την Ευρώπη – εκεί δηλαδή όπου παραδοσιακά το νεοελληνικό κράτος ήταν διπλωματικά στραμμένο. Μια ενωμένη Ευρώπη θεωρούνταν, άλλωστε, από τους υπεύθυνους του εξευρωπαϊσμού των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου, αναγκαιότητα για το μέλλον, και ως εκ τούτου υποστηρίχθηκε ο ενεργός ρόλος της Ελλάδας μέσα σε αυτήν.

Η πολιτική κρίση της δεκαετίας του 1960 και πρωτίστως, η δικτατορία θα αποτελούσαν ανάχωμα στις προσπάθειες αυτές. Η εμπειρία της δικτατορίας θα ήταν αυτή που θα επέφερε σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό της χώρας και θα προκαλούσε ερωτηματικά αναφορικά με τον προσανατολισμό σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής.

Η μεγαλύτερη και η πιο σημαντική διαφοροποίηση από τη μεταπολεμική προδικτατορική περίοδο υπήρξε η αλλαγή προσήμου των ΗΠΑ. Η θετική εικόνα των «αρωγών» –για μία μερίδα πολιτών φυσικά, αφού οι υποστηρικτές της Αριστεράς στο σύνολο της μεταπολεμικής περιόδου τάσσονταν ανοιχτά εναντίον– είχε πλέον αντικατασταθεί από την αρνητική των υπευθύνων της ανόδου της Χούντας. Στο κλίμα του ιδιαίτερα έντονου αντιαμερικανισμού που είχε αναπτυχθεί στη μεταπολίτευση, η Ελλάδα κλήθηκε να πάρει ορισμένες αποφάσεις, οι οποίες όμως, σε μεγάλο βαθμό, δεν αποτέλεσαν μια «πραγματική» επιλογή –πιο χαρακτηριστική ίσως αυτή της αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Για τις κυβερνήσεις Καραμανλή το «ανήκειν εις την Δύσιν» ήταν αδιαπραγμάτευτο. Ωστόσο, η ανάγκη για ομοφωνία και συσπείρωση του συνόλου των πολιτών, σε συνδυασμό με τα γεγονότα στην Κύπρο δεν άφηναν περιθώρια. Την περίοδο αυτή, επομένως, το κέντρο βάρους της «Δύσης» έπρεπε να μετατοπιστεί πλήρως από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη∙ μία πορεία που είχε διακοπεί απότομα. Μεταπολιτευτικά, επομένως, ο Δυτικός προσανατολισμός της χώρας είχε ως πυρήνα την υλοποίηση του ευρωπαϊκού «ονείρου». Για την ελληνική κυβέρνηση, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα όχι μόνο θα ενδυνάμωνε τη δημοκρατία και την οικονομία, αλλά ταυτόχρονα θα ενίσχυε και την ασφάλεια της χώρας∙ τρεις βασικές προτεραιότητες της περιόδου.

Μπορούμε επομένως να κάνουμε λόγο για ασυνέχειες; Σε επίπεδο συνείδησης, σίγουρα. Σε επίπεδο πολιτικής όχι ιδιαίτερα, αφού ναι μεν το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε στην Ευρώπη, στην πραγματικότητα όμως δεν επηρεάστηκε ο  ευρύτερος προσανατολισμός απέναντι στη Δύση. Η Δύση παρέμεινε και στη μεταπολίτευση σταθερά για το μέλλον της χώρας.


[1] J. Young, Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, 1945-1991. Πολιτική Ιστορία, μτφρ. Γιώργος Δεμερτζίδης, Αθήνα 2001, 41-45, 49.

[2] Αξιοσημείωτο σε αυτό το σημείο είναι ότι σε πνευματικό επίπεδο, η επινόηση του όρου «Δύση» δεν αποτέλεσε «εφεύρεση» των μελετητών του 20ού αιώνα. Αντίθετα η ιδέα της Δύσης, σε έναν βαθμό, εξυπηρετούσε τη δημιουργία μιας αφήγησης της παγκόσμιας ιστορίας που επικεντρωνόταν στον ρόλο ενός δυτικού πολιτισμού που παρουσιαζόταν ανώτερος από τους άλλους, ώστε να δικαιολογηθεί η κυριαρχία ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών σε διάφορα μέρη του κόσμου. Παρόλα αυτά η έννοια της Δύσης – και πρωτίστως το ερώτημα ποιος είναι «δυτικός» και ποιος όχι – δεν παρουσίαζε πάντοτε το ίδιο περιεχόμενο. Γι’ αυτόν το λόγο, αναζητήθηκαν οι αξιακές απαρχές της Δύσης ήδη κατά το διάστημα του Μεσοπολέμου – χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η πολιτιστική ιστορία του Arnold Toynbee. (Βλ. A. Toynbee, A Study in History, Οξφόρδη 1934.)

[3] Η αυτοκρατορική Ρωσία ανήκε παλιότερα στις «Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης», καθώς σε μεγάλο βαθμό οι αρχές, ο πολιτειακός και στρατιωτικός τρόπος οργάνωσης, παρουσίαζαν ομοιότητες με όσα ίσχυαν στη Βρετανική Αυτοκρατορία και στη Γαλλία. Οι αλλαγές που επήλθαν ύστερα από την Οκτωβριανή Επανάσταση απομάκρυναν αυτές τις ομοιότητες.

[4] A. S. Milward, The Reconstruction of Western Europe, 1945-1951 (Λονδίνο 1984). David Ellwood, Rebuilding Europe: Western Europe, America and Postwar Reconstruction, 1945-1955 (Λονδίνο 1992).

[5] Στο παρελθόν, οι δύο αυτοί όροι «Ανατολή» και «Δύση» ταυτίζονταν με διαφορετικά δεδομένα. Μέχρι τη νεότερη εποχή, για παράδειγμα, συνήθως γινόταν λόγος για την καθολική Δύση και την ορθόδοξη Ανατολή. (Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Α.-D. Poimenidou, La culture comme facteur d’européisation. La culture de l’argument culturel dans la politique européenne de la Grèce (1944-1979), Bruxelles 2020, 21-32.)

[6] M. Matloff, «Allied Strategy in Europe, 1939-1945» στο Peter Paret, Gordon Craig, Felix Gilbert (επιμ.), Makers of Modern Strategy from Machiavelli to the Nuclear Age, New Jersey 1986, 677-702.

[7] Για περισσότερες πληροφορίες για τον ΟΕΟΣ βλ. R. Woodward, The Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD), London 2009.

[8] Π. Kαζάκος, Ανάμεσα σε κράτος και αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, Αθήνα 2010, 85 & 90.

[9] Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1945-1981, 41.

[10] Καθημερινή, 2 Φεβρουαρίου 1949.

[11] Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1945-1981, 30-33.

[12] Ε. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός Φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979, Αθήνα 2010, 23.

[13] Η σταθερότητα ήρθε από το 1952, όταν τις κυβερνήσεις συνεργασίας του Κέντρου διαδέχτηκε η αναμορφωμένη Δεξιά, αρχικά με τον Αλέξανδρο Παπάγο και στη συνέχεια με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Βλ. ενδεικτικά Σ. Ριζάς, Παρατάξεις και κόμματα στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα 2016. Θ. Διαμαντόπουλος, Η ελληνική συντηρητική παράταξη: Ιστορική προσέγγιση και πολιτικά χαρακτηριστικά. Από το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Γούναρη στη Ν.Δ. του Έβερτ, Αθήνα 1994.

[14] Κ. Svolopoulos, « La politique européenne de la Grèce et le Général de Gaulle (1959-1963) », De Gaulle et Caramanlis. La Nation, l’Etat, l’Europe, Colloque, Athènes, 5 et 6 octobre 2000, Athènes 2002, 179-181.

[15] Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή (εφεξής ΑΚΚ), Φ. 1Α, Πρωτόκολλο συμφωνίας Δυτικής Γερμανίας-Ελλάδας, Νοέμβριος 1953.

[16] Βλ. για παράδειγμα, ΑΚΚ, Φ. 1Α, Συμφωνία μεταξύ των υπουργείων Τηλεπικοινωνιών και Δημοσίων Έργων με τη Siemens, Ιούλιος 1955. Βλ. ακόμα, Μ. Pelt, Tying Greece to the West. US – West German – Greek Relations 1949-74, Copenhagen 2006, 80-81.

[17] Η ευρωπαϊκή επιλογή της κυβέρνησης Καραμανλή οφείλει πολλά στην άνοδο μαζί της σε θέσεις πολιτικής ευθύνης της νέας γενιάς διανοουμένων που είχαν θέσει την ανάγκη για εξευρωπαϊσμό στο επίκεντρο των ανησυχιών τους: ο Τσάτσος ως υπουργός Προεδρίας, ο Κανελλόπουλος ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Ζολώτας ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ ο Θεοτοκάς, αν και υποστηρικτής του Κέντρου, ήταν υπέρ της ευρωπαϊκής επιλογής. (Για ενδελεχή ανάλυση του ρόλου της διανόησης στην επιλογή της ΕΟΚ, βλ. Α.-D. Poimenidou, La culture comme facteur d’européisation.)

[18] Α.-D. Poimenidou, La culture comme facteur d’européisation, 84-88.

[19] Βλ. Σ. Ριζάς, Η Ελλάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη, 1961-1964, Αθήνα 2001.

[20] Για τον Στεφανόπουλο, για παράδειγμα, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ είχαν αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους. (Ελευθερία, 13 Νοεμβρίου 1965.)

[21] L. Plassmann, Comme une nuit de Pâques ? Les relations franco-grecques, 1944-1981, Bruxelles 2012, 219-227.

[22] Βλ. Μ. Αυγερίδης, Ε. Γαζή, Κ. Κορνέττης (επιμ.), Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, Θεσσαλονίκη 2015, 18∙ Ε. Χατζηβασιλείου «Μεταπολίτευση, 1974-1975: Στρατηγική, Μεθοδολογία και Ελλείμματα», στο: Σ. Βλαχόπουλος, Δ. Καιρίδης, Α. Κλάψης (επιμ.), Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Ανατομία μιας Επταετίας, Αθήνα 2018, 218-237).

[23] Κ. Κωστής, Τα Κακομαθημένα Παιδιά της Ιστορίας. Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Αθήνα 2015, 792-799.

[24] Σ. Ριζάς, Η ελληνική πολιτική σκηνή μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Κοινοβουλευτισμός και Δικτατορία, Αθήνα 2008, 35-36. Για το Σύνταγμα του 1952, βλ. Ν. Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του στη Νεοελληνική Ιστορία, 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 2011, 366-372.

[25] Το πρώτο βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, όταν με τη δημοσίευση του σχετικού διατάγματος περί επαναλειτουργίας των κομμάτων, καταργείτο ο νόμος 509, ο οποίος είχε θέσει το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος εκτός νόμου από το 1947, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε μέριμνα για την κατάργηση των διακρίσεων και των αυταρχικών πρακτικών της προδικτατορικής περιόδου, συμπεριλαμβανομένων των εκτοπίσεων καθώς και των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. (Σ. Ριζάς, Κωνσταντίνος Καραμανλής. Η Ελλάδα από τον Εμφύλιο στη Μεταπολίτευση, Αθήνα 2018, 113.)

[26] Ε. Χατζηβασιλείου, «Η σύσταση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος 1974-1981», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ’΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, 302-303.

[27] Βλ. μεταξύ άλλων Η. Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία. Kόμματα και εκλογές, 1946-1967, Πατάκης, Αθήνα 2001∙ Α Μητσοπούλου, Ο ελληνικός αντικομμουνισμός στον ‘σύντομο’ 20ό αιώνα. Όψεις του δημοσίου λόγου στην πολιτική, στην εκπαίδευση και στη λογοτεχνία, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014.

[28] Για μεγαλύτερη ανάλυση για την αλλαγή αυτή και το πώς η μεταπολίτευση μπορεί να ιδωθεί ως μια «οριακότητα», ως ένα σημείο μεταβολής, βλ. Ζ. Λιαλιούτη, Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα, 1947-1989, Ασίνη, Αθήνα 2016, 60-61∙ Τζ. Λιαλιούτη, «Ο αντιαμερικανισμός και το εθνικό αφήγημα της μεταπολίτευσης, 1974-1985: Ανορθολογικά στοιχεία, ορθολογικές χρήσεις», στο: Μ. Αυγερίδης, Ε. Γαζή, Κ. Κορνέττης (επιμ.), Μεταπολίτευση, 197-210, 197-198.

[29] Βλ. για παράδειγμα, Γ. Θεοτοκάς, Δοκίμιο για την Αμερική, Αθήνα 2009.

[30] Καθημερινή, 1 Απριλίου 1975.

[31] Γ. Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, 1974-1990. Σταθερή δημοκρατία σημαδεμένη από τη μεταπολεμική ιστορία, 79-82.

[32] Χ. Τάσσης, «Το θεωρητικό Σχήμα του ΠΑΣΟΚ: Θεωρία της Εξάρτησης, ριζοσπαστικός προσανατολισμός με σοσιαλιστική προοπτική», στο: Β. Ασημακόπουλος, Χρ. Δ. Τάσσης (επιμ.), ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική Οργάνωση. Ιδεολογικές Μετατοπίσεις. Κυβερνητικές Πολιτικές, Αθήνα 2018, 323-366, 324-327).

[33] Βλ. Ζ. Λιαλιούτη, «Ο Αντιαμερικανισμός στον λόγο του ΠΑΣΟΚ (1974-2018)».

[34] Άλλο αντίστοιχο βιβλίο είναι το εξής: Κ. Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία, Αθήνα 1974.

[35] Α. Παπανδρέου, Η δημοκρατία στο Απόσπασμα, τ. Β’, Αθήνα 2006, 237.

[36] Ό.π., 218.

[37] Βλ. Α. Papandreou, “La position du PASOK”, La Grèce dans la Communauté Européenne. LEurope en formation, 233(August-October 1979), 47-50.

[38] Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο, Γεγονότα και Κείμενα, τ. 8, Αθήνα 1997, 258-9.

[39] Βλ. D. Chourchoulis, L. Kourkouvelas, «Greek Perceptions of NATO during the Cold War», Southeast European and Black Sea Studies, 12.4 (2012), 497-514.

[40] Βλ. Ζ. Λιαλιούτη, Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα, 380-381.

[41] Κ. Σβολόπουλος, «Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας», 324.

[42] Γ. Βαληνάκης, Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, Αθήνα 1993, 222-231.

[43] Ο Καραμανλής πίστευε ότι η διατήρηση των κακών σχέσεων με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και η ενδεχόμενη αποχώρηση από τη Δύση, θα ήταν καταστροφικές για την Ελλάδα, εφόσον θα αποκόπτονταν αυτόματα και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. (Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική, 206).

[44] Βλ. Θ. Κουλουμπής, «Κρίσιμα Διλήμματα της μεταδικτατορικής περιόδου», Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η Ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας, Ίδρυμα Κ. Καραμανλής-Πατάκης, Αθήνα 2000, 28-32.

[45] Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Α.-Δ. Ποιμενίδου, «Ανήκομεν εις την Δύσιν»: Αυτοεικόνα των Ελλήνων και εξευρωπαϊσμός στην πολιτική ατζέντα των κυβερνήσεων της μεταπολεμικής εποχής (1950-1979)», Νεοελληνικά Ιστορικά, 6 (2021), 318-347.

[46] Βλ. Γ. Κοντογεώργης, «Οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, 1975-1980», στο: Φ. Τομαή (επιμ.), Η συμμετοχή της Ελλάδας στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Από το πάγωμα της Συμφωνίας Σύνδεσης στην ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (1968-1981), τ. 2, Αθήνα 2006, 51-129. Για τη στάση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, βλ. E. Karamouzi, Greece, the EEC and the Cold War 1974-1979. The Second Enlargement, London 2014.

Κύλιση στην κορυφή