Σημειώσεις για ένα έργο αναφοράς
Παναγής Παναγιωτόπουλος, Περιπέτειες της μεσαίας τάξης. Κοινωνιολογικές καταγραφές στην Ελλάδα της ύστερης Μεταπολίτευσης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2021.
Περιπέτειες της μεσαίας τάξης και η περιπέτεια της ανίχνευσής της. Στο νέο του βιβλίο Περιπέτειες της μεσαίας τάξης: κοινωνιολογικές καταγραφές στην Ελλάδα της ύστερης Μεταπολίτευσης ο αναπληρωτής καθηγητής κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ Παναγής Παναγιωτόπουλος φιλοδοξεί να καλύψει ένα διπλό κενό στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών: από τη μία να προσφέρει μία περιεκτική μελέτη για τη μεσαία τάξη, της οποίας ο ορισμός και η καταγραφή των χαρακτηριστικών της ξεγλιστράει συνεχώς από την κοινότητα των κοινωνικών επιστημόνων· και ταυτόχρονα να αναδείξει ότι η έρευνα της ιδιωτικής ζωής και των καθημερινών πρακτικών της, μπορεί να εμπλουτίσει τη γνώση μας για το πολιτικό και δημόσιο πεδίο, για τις συλλογικές και δημόσιες αξίες. Την «ομολογία» αυτού του στόχου μπορεί να τη βρει κανείς στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να διαβαστεί στη θέση του πρώτου.
Οι κυρίαρχες τάσεις στην επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα σπάνια ενδιαφέρθηκαν να εγκιβωτίσουν ή, καλύτερα, να εγγράψουν τις περιπέτειες της καθημερινότητας των ατόμων και της ιδιωτικής ζωής εν γένει στις περιπέτειες της ελληνικής δημοκρατίας. Η καθημερινή ζωή, οι παθολογίες των προσώπων, η επιβλητική μηχανική της οικογένειας στη ζωή των ατόμων, λογίζονταν απλά ως αντανακλάσεις σχέσεων εξουσίας μεγάλης κλίμακας. Το δημόσιο απορροφούσε τη σημασία του ιδιωτικού, οδηγώντας έτσι συχνά σε μία επιστημονική καταγραφή που ήθελε την ιδιωτική ζωή ως μία απεικόνιση της πολιτικής. Η ως τώρα ατελής επιστημονική περιέργεια για την ιδιωτική σφαίρα, φαίνεται λοιπόν να αποτελεί κεντρικό έναυσμα για το ερευνητικό ενδιαφέρον του συγγραφέα.
Η μελέτη μιας ρευστής κατηγορίας, όπως η μεσαία τάξη, ιδίως στο θολό τοπίο της ελληνικής πραγματικότητας, χρειάζεται να ξεφύγει από ντυρκεμιανές και μαρξιστικές προσεγγίσεις που καθιστούν την ιδιωτική σφαίρα υποτελή της δημόσιας. Τα εισοδηματικά και ταξικά χαρακτηριστικά δεν μοιάζουν πλέον ικανά κριτήρια για την προσέγγιση της ολότητας της μεσαίας τάξης στο σύγχρονο ρευστό περιβάλλον του 20ού και του 21ου αιώνα. Ο Παναγιωτόπουλος σε αυτά τα πλαίσια λύνει το γόρδιο δεσμό εντοπίζοντας νέα δρομολογία που παράγουν τις ανισότητες, με σκοπό να μας δώσει ένα αμάγαλμα της ταυτότητας της μεσαίας τάξης, η οποία αποτέλεσε το πιο κρίσιμο κοινωνικό υποκείμενο στη μεταβολή της Ελλάδας από εμπόλεμη και αγροτικού τύπου χώρα σε μία, μακράς πνοής, δυτικοευρωπαϊκού χαρακτήρα ειρηνική κοινωνία.
Χρησιμοποιώντας μια μεγάλη γκάμα σύγχρονων κοινωνικών θεωριών με ερευνητικά εργαλεία τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, τα πολιτικά και κοινωνικά συναισθήματα και τις πτυχές αλλά και τους «θεσμούς» της ιδιωτικής ζωής, ο Παναγιωτόπουλος μας προσφέρει ένα περίγραμμα των γνωστικών πεδίων, μέσα από τα οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή η ελληνική μεσαία τάξη ως διακριτός κοινωνικός σχηματισμός. Απώτερος σκοπός, όμως, είναι μέσω της κατανόησης της ιστορικής της διαδρομής και της περιγραφής της περιόδου που διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο σε κοινωνικό επίπεδο, να πλαισιωθεί η τεκμηρίωση της σημερινής βαθιάς κρίσης που υφίσταται.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας μάς ξεναγεί αρχικά στoν δυτικό κόσμο και μας δίνει μία περιεκτική εξιστόρηση της συγκρότησης της μεσαίας τάξης στις χώρες που επούλωναν τις πληγές του πρόσφατου πολέμου. Η γλαφυρή και πυκνή γλώσσα του Παναγιωτόπουλου φωτίζει πτυχές της μεταπολεμικής ευημερίας, η οποία στεγανοποιήθηκε κατά ένα ποσοστό από τη μεταμόρφωση της έως τότε εργατικής τάξης. Οι εργαζόμενοι της «μεγάλης ανοικοδόμησης» που έχτιζαν ξανά τις χώρες τους, παράλληλα έχτιζαν και τη δική τους ευημερία. Ο πλούτος που παρήχθη έγινε αντικείμενο αναδιανομής υπέρ του ίδιου του πληθυσμού και έτσι μετέβαλε το σύμπαν της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα την κοινωνική δομή των ανεπτυγμένων χωρών εν γένει. Η αύξηση του εισοδήματος, η εξάπλωση του κράτους πρόνοιας, η μείωση του κάματου ήταν κάποια από τα στοιχεία που προετοίμασαν το έδαφος για τη μεταμόρφωση της κοινωνικής ταυτότητας των νέων κοινωνικών στρωμάτων, που αποτελούσαν την πρώτη γενιά που δεν συσχετίστηκε βιωματικά με τον πόλεμο.
Η βεβαιότητα της διαρκούς προόδου, η οποία παγιώθηκε αφενός από την αποκόμιση των καρπών της εργασίας των υποκειμένων για τους εαυτούς τους και αφετέρου από θεσμικές παρεμβάσεις υπέρ της προστασίας των δικαιωμάτων τους, οδήγησε σε μία στροφή προς την απόλαυση και την ενασχόληση με τον εαυτό. Η πρόσβαση των μαζών στην κατανάλωση υπήρξε, σύμφωνα με τον συγγραφέα, καταλυτική για τη μεταβολή της έως τότε ζωής του κοινωνικού υποκειμένου.
Πιστός στη θεωρητική προσέγγιση του συγκερασμού του κοινωνιολογικού διπόλου δομή-δράση, ο Παναγιωτόπουλος τονίζει στο σημείο αυτό ότι η δράση του υποκειμένου μετέβαλε τη δομή, αλλά παράλληλα άνοιξε την πόρτα στο νέο ατομικό σχέδιο: την ατομική ευτυχία. Η πίστη στην αυτοπραγμάτωση έγινε έτσι το νέο σχέδιο ζωής και η ζύμωσή του με το καπιταλιστικό μοντέλο οδήγησε ως εκ τούτου στη διόγκωση του μεσοστρωματικού τρόπου ζωής και στη μαζική δημοκρατία, όπως τη γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες.
Η συσσώρευση αλλαγών υπέρ της ατομικής αυτοτέλειας του υποκειμένου, που αποτέλεσε τον πυρήνα του τρόπου ζωής των μεσαίων στρωμάτων, είχε ως αποτέλεσμα να ξεπεραστεί σταδιακά η ανάγκη του ατόμου να ανήκει σε κάποια μορφή, εθνικής ή μη, συλλογικότητας. Πράγματι, η εξάντληση του μοντέλου του ατομικού ευδαιμονισμού που προϋπέθετε τη σχετική αποσύνδεση του ατόμου από κρατική και εθνική προστασία ενσαρκώθηκε στην οικονομική κρίση του 2008, όπου η ατομική απόλαυση μεταμορφώθηκε σε «μοναχική διακινδύνευση». Η παρόξυνση του ατομικιστικού μοντέλου και η αμφισβήτηση της πλαισίωσης που την βοήθησαν να επικρατήσει, οδήγησε τη μεσαία τάξη σε μία πεποίθηση-ψευδαίσθηση περί αυθυπαρξίας, γεγονός που έμελλε να είναι η κύρια πηγή της σημερινής υπαρξιακής της κρίσης.
Ο φορμαλιστικός «χάρτης» της ιστορικής πορείας της μεσαίας τάξης στη Δύση, αναζητά στη συνέχεια του πρώτου μέρους του βιβλίου το ελληνικό παράδειγμα. Η επιλογή να προηγηθεί η παρουσίαση της ιστορικής πορείας της μεσαίας τάξης στον δυτικό κόσμο θεωρούμε ότι δεν είναι απλά μία υπόθεση εργασίας για να φανεί κατά πόσο η Ελλάδα ακολουθεί το δυτικό αρχέτυπο. Ο συγγραφέας ανήκει σε μία μικρή ομάδα κοινωνικών επιστημόνων, οι οποίοι εδώ και αρκετά χρόνια έχουν φτιάξει μία παράδοση που εντάσσουν την Ελλάδα στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, δίχως να την θεωρούν ένα παράδειγμα εξαιρετισμού. Αυτή η επιστημονική τάση υλοποιήθηκε και στο συλλογικό έργο Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80 (που ο συγγραφέας επιμελήθηκε από κοινού με τον Βασίλη Βαμβακά το 2010), το οποίο υπήρξε σημαντικός σταθμός για τη μελέτη της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, αλλά και στη μονογραφία του συγγραφέα με τίτλο Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου: παλινδρομήσεις του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα 1947-2000. Η λέξη «παλινδρόμηση» που αναφέρεται στον τίτλο μάς δείχνει ακριβώς αυτή την τάση εγγραφής της Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο. Έτσι και στο παρόν βιβλίο, η ελληνική μεσαία τάξη φαίνεται ότι ακολουθεί μία αρκετά κοντινή πορεία με εκείνη της μεσαίας τάξης στο καπιταλιστικό κέντρο.
Στην ελληνική εκδοχή, η ιστορική ματιά του συγγραφέα εντοπίζει τις δυναμικές που προοικονομούν τη μεσαία τάξη της Μεταπολίτευσης στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 και έτσι τα περίφημα 60s αποτελούν για τον συγγραφέα την κοιτίδα των ζυμώσεων, μέσω των οποίων είδαμε αργότερα την πιο ολοκληρωμένη μορφή μεσαίας τάξης με δυτικού τύπου γνωρίσματα στην Ελλάδα.
Η μεταπολιτευτική μεσαία τάξη, στο ζενίθ της ανάπτυξής της, αποτέλεσε ένα περιβάλλον εύκρατο στον πλουραλισμό που, παρά τις εσωτερικές αντιφάσεις, κατάφερε να συνυπάρξει, έχοντας ως αρωγό βέβαια την κρατική χρηματοδότηση. Οι κοινές εμπειρίες των υποκειμένων αποτέλεσαν σίγουρα το συγκολλητικό στοιχείο του ετερόκλητου και συνάμα ογκώδους ψηφιδωτού. Η απεικόνιση αυτής της συνύπαρξης εκφράστηκε σε έναν βαθμό μέσα από τη μαζική τηλεοπτική κουλτούρα, ιδίως των 90s, αλλά εκφράζεται καλύτερα παρατηρώντας το εξώφυλλο του βιβλίου όπου η αποβάθρα του Μετρό αποδίδει σε απόλυτο βαθμό αυτό που ο συγγραφέας εννοεί με τον όρο «συνύπαρξη».
Όμως η ειδοποιός διαφορά με το δυτικό πρότυπο βρίσκεται στον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει η οικογένεια στην ελληνική μεσαία τάξη. Εδώ φαίνεται ότι νοηματικά υπάρχουν τρεις ομόκεντροι κύκλοι, με το άτομο στον πυρήνα, την οικογένεια να ακολουθεί και το κράτος στον τελευταίο και μεγάλο κύκλο. Η οικογένεια δρα ως διαμεσολαβητής μεταξύ ατόμου και κράτους και καταφέρνει να γίνει η προβλήτα στη μετάβαση από την οικογενειακή ασφάλεια στην ασφάλεια για μία ομαλή ατομική βιογραφία. Το κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης φαίνεται με αυτό τον τρόπο να ήταν μία συνάντηση κράτους-οικογένειας-αγοράς, με τον κρατικό εξωτερικό δανεισμό να αποτελεί για μακρά περίοδο την κύρια πηγή της ευημερίας της μεσαίας τάξης και την εξατομίκευση να ριζώνει στο οικογενειακό περιβάλλον.
Η τεχνητή ασφάλεια που το οικογενειακό περιβάλλον καλλιέργησε στο άτομο, έμελλε εντέλει να συγκρουστεί με τις νέες νόρμες του ρευστοποιημένου παγκόσμιου περιβάλλοντος. Η άμεση ανάγκη για θεμελιώδεις αλλαγές, που προέκυψε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, έθεσε σε κίνδυνο αυτή τη διαγενεακή συμβίωση και συνεπακόλουθα έπληξε το μοντέλο με το οποίο η ελληνική μεσαία τάξη γιγαντώθηκε. Η ελεγχόμενη ατομική αυτοπραγμάτωση που η οικογένεια πέτυχε με την κρατική αρωγή, εντάσσοντας στο κέντρο της προσοχής το «παιδί-βασιλιά» και κατ’ επέκταση το μοντέλο της «διευρυμένης οικογένειας» με την πρόσδεση στην κρατική οικονομία, έφτασε στα όριά του. Ειδικά μετά τη χρεοκοπία της χώρας, η ισχύς της οικογένειας φαίνεται ότι υποχώρησε, καθιστώντας το υποκείμενο υπεύθυνο για τη διαχείριση των κινδύνων που θα κληθεί να αντιμετωπίσει.
Με την παραδοχή αυτή, περνάμε έτσι στο δεύτερο μέρος του έργου, στο οποίο αναλύεται η συνθήκη ρίσκου στην οποία βρίσκεται η μεσαία τάξη τα τελευταία χρόνια, έχοντας ως αφετηρία την οικονομική κρίση. Οι συθέμελοι τριγμοί στο οικονομικό σύστημα και οι νέες κανονικότητες που γεννήθηκαν κατά τη διάρκειά της οικονομικής κρίσης εξετάζονται από τον συγγραφέα υπό το πρίσμα συγκεκριμένων διακριτών διχοτομήσεων, οι οποίες διαπέρασαν τη μεσαία τάξη και πριόνισαν την αίσθηση συνύπαρξης των μελών της.
Ο συγγραφέας εντοπίζει τρεις διαιρέσεις στο εσωτερικό των μεσοστρωμάτων, οι οποίες διέπονται από το δίπολο ασφάλεια-ανασφάλεια. Τα τρία σημεία αναφοράς των τομών είναι: το τραπεζικό γεγονός του 2015 και η δημιουργία δύο άτυπων νομισμάτων, η εν γένει σχέση των ατόμων με την αγορά που τα βρίσκει είτε εκτεθειμένα στη ρευστότητα της ιδιωτικής οικονομίας είτε «κρατικά» προστατευμένα και τέλος η προσαρμογή τους στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που ενσαρκώνεται είτε μέσω της απελευθέρωσης από το εθνικό κράτος είτε μέσω του εγκλωβισμού στην επικράτειά του.
Αυτές οι διαιρέσεις είναι αισθητές στον καθημερινό βίο των ατόμων και για πρώτη φορά (τουλάχιστον μεταπολιτευτικά) απέκτησε η διαίρεση πραγματικό νόημα, εφόσον μεταμορφώθηκε σε οδυνηρή εμπειρία για την καθημερινότητα των ατόμων. Η διάρρηξη στη συνοχή της μεσαίας τάξης, απόρροια της δημοσιοοικονομικής προσαρμογής στα νέα δεδομένα, δεν αφορά έτσι ένα καταγωγικό γνώρισμα της ελληνικής κοινωνίας στην ιστορία, ούτε βέβαια πρόκειται για κάποια αταβιστική στροφή. Αντίθετα, φαίνεται ότι το «τέλος» του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης προκάλεσε κοινωνικά χάσματα που είχαν ως αφετηρία τον υλικό κόσμο.
Αυτές οι αδιαφανείς ανισότητες, δεν παράγουν όμως κάθετες και ολοκληρωμένες ταυτότητες και ως εκ τούτου δεν αποζητούν τη ρήξη. Ο ελεγχόμενος κατακερματισμός που διαφαίνεται συγκρατείται από τα πλέγματα σχέσεων μέσα στα οποία βρίσκεται το υποκείμενο. Οι νέες μικρο-ταυτότητες που προκύπτουν από αυτές τις διχοτομήσεις, δεν εκτονώνονται σε μία καταστροφική κοινωνική σύγκρουση, καθώς τα άτομα σε πολλές περιπτώσεις κατέχουν πολλές κοινωνικές θέσεις ταυτόχρονα, οι οποίες δεν έχουν μόνο αρνητικό ή θετικό πρόσημο, αλλά και τα δύο, συγκρατώντας έτσι μία τυχόν καθοδική πορεία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κάθε μορφής εξαθλίωση.
Ωστόσο, το στίγμα που άφησαν οι ανισότητες που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης παραμένει, όπως βλέπουμε και στην πανδημική περίοδο, όπου και τίθενται εκ νέου ηθικά ερωτήματα σχετικά με την άνιση κατανομή των βαρών της οικονομικής αναπροσαρμογής σε συγκεκριμένα τμήματα της μεσαίας τάξης. Με την καταγραφή, λοιπόν, της θέσης της μεσαίας τάξης πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας θα κλείσει ο συγγραφέας την ερευνητική του περιπλάνηση.
Οι νέοι κίνδυνοι που απειλούν την άλλοτε κραταιά κοινωνική κατηγορία, περνούν μέσα από τα φίλτρα κοινωνιολογικής παρατήρησης του πρώτου lockdown, της περιόδου «ανοίγματος» της οικονομικής δραστηριότητας και της εν γένει νέας σχέσης που συγκροτείται μεταξύ του ατόμου και του κράτους. Οι ανάγκες κρατικής παρέμβασης που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πρωτόγνωρης υγειονομικής κρίσης, αφήνει, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ένα ανοιχτό παράθυρο για μία κοινωνική επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης κράτους-πολίτη, καθώς η πανδημική ανασφαλής συνθήκη προσέδωσε εκ των πραγμάτων στο κράτος τον ρόλο του εγγυητή της ασφάλειας και της αίσθησης του συνανήκειν στην κοινότητα. Τίθεται έτσι με ξεκάθαρο τρόπο το ερώτημα: θα γίνει η πανδημία η αφορμή να ανακτήσει το έθνος-κράτος τον ρόλο που σταδιακά απώλεσε λόγω της παγκοσμιοποίησης;
Συμπερασματικά, ο Παναγής Παναγιωτόπουλος με τη συγκεκριμένη μελέτη μάς προσφέρει ένα περίγραμμα της «αδιόρατης» μεσαίας τάξης που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου. Το παρόν έργο αποτελεί μία βάση μελέτης που μάς προσφέρει στέρεη γνώση γύρω από την πραγματική κατασκευή της μεταπολιτευτικής μεσαίας τάξης, με τον συγγραφέα να καταφέρνει να αποδώσει επιστημονικά γεγονότα και λειτουργίες, που όλοι ζήσαμε ή είδαμε αλλά δεν μπορούσαμε να τα περιγράψουμε ή να τα αναλύσουμε. Ταυτόχρονα, η μελέτη αυτή θα παραμείνει και ένας ανοιχτός οδηγός ή πλοηγός κατά τη γνώμη μας. Η προσπάθεια του συγγραφέα να συγκρότησει τα γνωστικά πεδία μέσω των οποίων μπορεί κανείς να συλλάβει και να διακρίνει τη θολή αυτή κοινωνική κατηγορία, μπορεί παράλληλα να λειτουργήσει για τον μελλοντικό ερευνητή ως ένα γνωστικό GPS που του υποδεικνύει τα σημεία που μπορεί να επιλέξει για την καλύτερη και πιο σίγουρη διαδρομή.
Λειτουργώντας άλλοτε ως ένα μικροσκόπιο και άλλοτε ως τηλεσκόπιο, ο συγγραφέας με μεγάλη ευχέρεια και επιμέλεια καταφέρνει να μάς «μεταλάβει» τη σημασία των μικρών πτυχών της καθημερινότητας και της ιδιωτικής βιωματικής εμπειρίας, στη διάρθρωση των θεμελιακών συμβολαίων της δημοκρατίας. Εναλλάσσοντας μικρές λεπτομέρειες της ιδιωτικής σφαίρας και φαινόμενα παγκόσμιας εμβέλειας, ο Παναγιωτόπουλος καταφέρνει να σαρώσει με μεγάλη ευκρίνεια τα χαρακτηριστικά της μεσαίας τάξης, την εξέλιξή της, το απόγειό της αλλά και την υπαρξιακή της κρίση.
Ο αναγνώστης έτσι θα έρθει σε επαφή με αυτό που θα τολμούσαμε να περιγράψουμε ως (Ουελ)Μπεκική ικανότητα. Μια ιδιότυπη σκέψη που συναιρεί δύο παράλληλους κόσμους και που με έναν τρόπο αποτελεί το σήμα κατατεθέν του συγγραφέα σε αυτήν τη φάση των ερευνών του. Από τη μία βρίσκεται ο κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ, που εισήγαγε την προβληματική της διακινδύνευσης ως ίδιον των κοινωνιών της ύστερης νεωτερικότητας, δίνοντας έμφαση στα ειδικά χαρακτηριστικά της κρίσης του ατομικισμού που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν οι δυτικές κοινωνίες και από την άλλη, ο λογοτέχνης Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος ανήκει στις ανανεωτικές φωνές της γαλλικής μα και παγκόσμιας λογοτεχνίας, και αντλεί τη θεματολογία του από τις καθημερινές υπαρξιακές βυθίσεις του μέσου ευρωπαίου, δίνοντας μία ερμηνεία στα όρια του σαρκασμού, που αναδεικνύει ότι η κρίση στη ζωή ενός υποκειμένου, συλλογικού ή μη, έχει ως αιτία αρκετές φορές την εξάντληση του μοντέλου στο οποίο βασίστηκε η αναπαραγωγή του και η εξέλιξή του. Ένας κόσμος απολαύσεων που γκρεμίζεται χωρίς να αφήνει απογόνους, ένα τρόμος για την ίδια τη ζωή που δεν είναι όμως αρκετός για να τον αντικαταστήσουμε από κάποια ουτοπία, μια δημοκρατία των ατόμων και των ταπεινών αλλά και απόλυτων ηδονών που σέρνεται περιγελώντας τα μεγαλόπνοα οράματα συναντιούνται με τη στέρεη γνώση της ελληνικής κοινωνίας και με προσφυείς διαπραγματεύσεις τόσο της εσωτερικής μηχανικής της όσο και της σχέσης της με τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Παραδοσιακές δομές, μεταμοντέρνες εμπειρίες, ευημερία και καταστροφή, αφανείς παραδόσεις και εμφανείς νεωτερισμοί περιγράφονται, συμβόλαια και μορφές αλληλεγγύης που όλο εκπνέουν και πάντα επιβιώνουν, σε ένα βιβλίο που αποτελεί σταθμό στη μελέτη της σύγχρονης Ελλάδας.
