Άννα Γρίβα

Η ενηλικίωση στο κατώφλι του 21ου αι.

Ποια είναι η γενιά μου; Είναι άραγε μια γενιά «συμπαγής»; Ενηλικιώθηκαν όλα τα μέλη της με τον ίδιο τρόπο; Μοιραζόμαστε περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά ή μήπως τελικά μας ορίζουν σημαντικά (και) οι διαφορές μας;

Όντας γεννημένη το 1985, θα έλεγα ότι ανήκω στη γενιά (τους γεννημένους μεταξύ 1980 και 1989) που ενηλικιώνεται ψυχικά και πνευματικά περίπου μεταξύ 2000 και 2010. Το διαδίκτυο είχε εμφανιστεί, αλλά δεν είχε πλημμυρίσει τον χρόνο μας. Τα smartphones υπήρχαν, αλλά δεν είχαμε όλοι. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν έπαιζαν ρόλο στη ζωή μας. Τι καθόρισε τότε τη μετάβασή μας στην ωρίμανση; Κάτι τέτοιο δεν νομίζω πως απαντιέται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Θα μιλήσω λοιπόν για εμένα, υποθέτοντας πως ίσως εκφράζουν τα βιώματά μου και κάποιους ακόμη της γενιάς μου.

Για εμένα η ενηλικίωσή υπήρξε συνδεδεμένη με τις σκοτεινές μουσικές, τα gothic clubs, τα Διάφανα Κρίνα, τον Nick Cave, τις ροκ συναυλίες, τις νυχτερινές εξορμήσεις στα βουνά της Αττικής, τις ομαδικές επικλήσεις και τις αυτοσχέδιες τελετές μέσα στα δάση, τα καλοκαίρια σε απάτητους τόπους και απόκρημνες παραλίες, αλλά και την ποίηση, που τη διάβαζα μανιωδώς ήδη από την πρώιμη εφηβεία μου, αναζητώντας απαντήσεις σε πιεστικά ερωτήματα. Μπορώ πλέον να δω καθαρά πως η ποίηση αλλά και, αργότερα, η συστηματική ενασχόληση με τα κλασικά κείμενα με έσωσαν από αδιέξοδα και απογοητεύσεις. Θυμάμαι πως μαθήτρια λυκείου αναζητούσα στη βιβλιοθήκη του Ευγενίδειου Ιδρύματος κάθε είδους αρχαία κείμενα και περνούσα ώρες χαμένη στις ελληνικές τραγωδίες. Ποιος με οδήγησε εκεί, στην ποίηση και στις τραγωδίες; Ποιο ερέθισμα; Αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω. Δεν υπήρξε καμία προτροπή από το περιβάλλον μου, αλλά κάτι μέσα μου με ωθούσε να ανασκάψω μέσα στις λέξεις και να βρω εκεί τις απαντήσεις μου. Κυρίως απαντήσεις για τον θάνατο, την ανθρώπινη μοίρα, τον πόνο και τη λύτρωση από αυτόν. Σαν να προσπαθούσα κάτι να θυμηθώ, κάτι που το ήξερα και είχε χαθεί στο διάβα αυτού του κόσμου.

Κι έτσι, με τρόπο φυσικό, λίγο αργότερα οι αναζητήσεις επεκτάθηκαν στην παράδοση του μυστικισμού και των πρακτικών του, στις σχολές που κουβαλούσαν μια μεγάλη ιστορία και έμοιαζαν πια να ενδιαφέρουν λίγους ανθρώπους, μέσα στη γενική απαξίωση της σύγχρονης εποχής προς τέτοιου είδους ενασχολήσεις – ο 21ος αιώνας δεν παύει να φέρει τη σφραγίδα μιας ξεπερασμένης θετικιστικής σκέψης που θαρρεί πως όλα απαντώνται με βάση την αισθητηριακή αντίληψη του κόσμου, την ύλη και μόνο αυτή, κλείνοντας τις πόρτες προς τα διαχρονικά ερωτήματα για τη φύση της συνείδησης, την αρμονία των συμπαντικών δομών, τις μεταβάσεις προς τη ζωή και τον θάνατο, ζητήματα τα οποία παραμένουν ανοιχτά και δυσερμήνευτα για τη φιλοσοφία, την επιστήμη, την τέχνη. Ευτυχώς, υπήρχαν πάντα κάποιοι άνθρωποι γύρω μου, λίγοι βέβαια, για να περάσουμε μαζί τα άγνωστα μονοπάτια.

Δεν νομίζω όμως πως αυτές οι ενασχολήσεις που αναφέρω παραπάνω καθόρισαν την ενηλικίωση των περισσότερων συνομηλίκων μου. Οπότε, ας πούμε πως τα καταγράφω αυτά ως ένα από τα outsiders της γενιάς μου. Ίσως να έχει κι αυτό μια αξία.

Η γενιά μου, πολύ περισσότερο, καθορίστηκε από την οικονομική κρίση του 2008. Πήρα πτυχίο το 2007 και στα χρόνια που ακολούθησαν δεν υπήρχαν σταθερές και καλοπληρωμένες δουλειές ούτε σχετικές με τις σπουδές μας. Τότε, όλοι οι νέοι πτυχιούχοι αναγκαστήκαμε να κάνουμε αμέτρητα «ακροβατικά», συνδυάσαμε τις πιο απίστευτες εργασίες. Και νομίζω πως επειδή μάθαμε έτσι, ακόμη και τώρα συνεχίζεται το «χούι» σε κάποιους από εμάς, να λειτουργούμε με παράδοξους τρόπους στα επαγγελματικά μας: συνδυάζουμε απασχολήσεις, λειτουργούμε πολύ ευέλικτα και προσαρμοστικά ως προς τις εκάστοτε ευκαιρίες, προτιμούμε δουλειές με ρίσκο παρά μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη απασχόληση. Μιλώντας ειδικότερα για εμένα και δεδομένου πως απέκτησα την πρώτη μου κόρη το 2011, στα 26 μου, πράγμα σπάνιο για τη γενιά μου, ήταν αναγκαίο να εργαστώ με πρωτότυπους και παράδοξους τρόπους για να ανταπεξέλθω στις οικονομικές ανάγκες. Παράλληλα, πολλοί από εκείνους που έφυγαν στο εξωτερικό δεν γύρισαν πίσω. Κι αυτό είναι κάτι που καθόρισε τη γενιά μας. Όλοι έχουμε φίλους που ζουν μακριά και δεν θέλουν ή δεν μπορούν να γυρίσουν. Αλλά και όσοι είμαστε εδώ έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας τη σκέψη ότι μπορεί κάποια στιγμή να φύγουμε (ή να ξαναφύγουμε) – είναι για εμάς μια οικεία και φυσική σκέψη αυτή.

Εν γένει, υπήρξαμε μια ευπροσάρμοστη, κινητική και ανήσυχη γενιά. Μέσα σε αυτή την κινητικότητα και τον πειραματισμό, βέβαια, κάποιοι χάθηκαν σε άλλου είδους ατραπούς. Τουλάχιστον στους δικούς μου εφηβικούς και μετεφηβικούς κύκλους υπήρξαν ετερόκλιτες προσπάθειες να «ανοίξουν οι πύλες» προς άγνωστους κόσμους – κάποιοι από τους πειραματιστές ακόμη παλεύουν με τις καταστροφικές συνέπειες αυτών των δοκιμών.

Εντέλει, είναι αυτά που περιέγραψα η ενηλικίωση της γενιάς μου; Μάλλον όχι – όχι απολύτως. Ίσως να είναι η ενηλικίωση η δική μου και μερικών φίλων μου. Όσοι από αυτούς θα διαβάσουν το παρόν κείμενο ξέρουν ακριβώς σε τι αναφέρομαι και ποιες αναμνήσεις θα μας δένουν για πάντα, μέχρι το τέλος της παρούσας ζωής μας.

Κύλιση στην κορυφή