Προσχέδιο δοκιμίου για το έργο του Θάνου Σταθόπουλου
διαβάζω όπως γράφω
Θ.Σ.
Τον Οκτώβριο του 2023 κυκλοφόρησε από τον Ίκαρο μια συγκεντρωτική έκδοση με τα οχτώ παλαιότερα βιβλία του Θάνου Σταθόπουλου, συν ένα καινούργιο, το υπ’ αριθμόν εννέα, που δεν εκδόθηκε αυτόνομα, και που δίνει τον τίτλο σε όλο τον τόμο, άρα και σε όλο το (μέχρι σήμερα) έργο του συγγραφέα: Η διασκευή του εαυτού μου στις 06:30.
Σχετικά με την ώρα, ο Σταθόπουλος μας είχε προειδοποιήσει από το 2003 και το βιβλίο Playback: «Σήμερα κούρδισα το ρολόι. Είχε σταματήσει και τέλος πάντων άρχισε να με πειράζει. Είναι ένα ξυπνητήρι∙ το έχω σχεδόν είκοσι χρόνια, από το 1978 ή ’79. Η αλήθεια είναι ότι σπανίως το χρησιμοποιώ ως ξυπνητήρι, αφού έχω την έξη να ξυπνώ πολύ νωρίς, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος∙ ίσως το αγόρασα επειδή έπρεπε κάτι ν’ αγοράσω».
Αντίθετα με την περίπτωση του Μαρσέλ Προυστ, δεν ξέρουμε τι ώρα κοιμάται ο Σταθόπουλος. Το εγερτήριο θα πρέπει να αρκεί – αυτή είναι και η μόνη εξήγηση που έχω βρει, γιατί αγόρασε το ρολόι: το αγόρασε για να γράψει ότι σπανίως το χρησιμοποιεί ως ξυπνητήρι, αφού έχει την έξη να ξυπνά πολύ νωρίς, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος.
Βεβαίως, για όλα υπάρχει λόγος, που για τον Σταθόπουλο είναι η διασκευή του εαυτού, είδος ανάκτησης (και όχι αναζήτησης) του χαμένου χρόνου, που ο συγγραφέας την επιτελεί δυναμικά, επί 263 σελίδες εν συνόλω. Όχι ότι έλεγε ψέματα το 2003, όταν επεσήμαινε την κατά καιρούς απουσία αποχρώντος λόγου (τη ματαιότητα, δηλαδή), για το ξύπνημα μες στ’ άγρια χαράματα ή για τη ζωή γενικώς. Μόνο που εκείνος επέμεινε να ξυπνά (να ζει), ενδεχομένως από προκατάληψη, η οποία, όταν μιλάμε για ανθρώπους όπως ο Σταθόπουλος, μπορεί να είναι ένα άλλο όνομα για την πίστη. Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι καλά έκανε και ξυπνούσε, ή αγρυπνούσε, ή επαγρυπνούσε, εν αναμονή για το θαύμα.
Επειδή, όμως, οι άνθρωποι όπως ο Σταθόπουλος είναι κατεξοχήν συγγραφείς, και υπό μίαν έννοια απόλυτοι (ή απολύτως) συγγραφείς, η ως άνω αναμονή δεν διαφέρει από την τελεσφόρησή της: η προσδοκία, όταν είναι τόσο έντονη (ή εντατική), εμπεριέχει και την ευόδωση. Η στάση αυτή, εννοώ, φαινομενικά παθητική, είναι ενεργός, είναι δράση∙ είναι μια κατάφαση στη ζωή, που εκδηλώνεται ως αφήγηση – και η κατάφαση και η ζωή.
Το 2003, όταν ομολογούσε τον εθισμό στην αφύπνιση, ο Σταθόπουλος ήταν σαράντα ετών, όσο, φέρ’ ειπείν, ο Ντάντε Αλιγκιέρι, όταν άρχισε να συντάσσει την Κωμωδία του. Η απαρχή είναι εξάπαντος κρίσιμη.
Το κείμενο στο Playback συνεχίζεται (και κλείνει) ως εξής: «Όλες αυτές τις μέρες [το ρολόι] δεν χτυπούσε∙ το έβλεπα (μάλλον, δεν το άκουγα πια) κι έλεγα ότι πρέπει να το κουρδίσω. Δεν ξέρω πόσες φορές έχει σταματήσει (όχι πάντα επειδή αμελούσα να το κουρδίσω), αλλά σήμερα μόλις το κούρδισα και δούλεψε».
Σε αυτό το κούρδισμα (που πρέπει να μας παραπέμπει εξίσου στα αυτόματα και στη μουσική) εντοπίζω την απαρχή για τη διασκευή του εαυτού του Σταθόπουλου, που η κορύφωση, αλλά και η πλήρης συνειδητοποίησή της (από τον ίδιο τον συγγραφέα), θα επισυμβεί κατά τα επόμενα είκοσι χρόνια, και θα αποκρυσταλλωθεί στον τόμο που με απασχολεί, στη συγκεντρωτική έκδοση του 2023. Το Playback είναι ένα σημείο καμπής.
Ο Σταθόπουλος είχε εμφανιστεί στα γράμματα είκοσι χρόνια νωρίτερα, το 1983, με το Θέμα, και ακολούθησε η Ιστορία της μουσικής, μόλις το 1994, ύστερα από έντεκα χρόνια. Άλλα εννιά χρόνια μετά εκδόθηκε και το Playback. Και τότε (θα έλεγα: ξαφνικά, όπως ήταν αναμενόμενο), ο συγγραφέας κουρδίζει το ρολόι, και η συχνότητα πυκνώνει αισθητά, με πέντε βιβλία κατά το διάστημα 2007-2021, καθώς και με την επανέκδοση και αναθεώρηση (το 2015) του τόμου Η ιστορία της μουσικής.
Εδώ εντοπίζω άλλο ένα σημείο καμπής, άλλη μιαν απαρχή, και όχι τόσο επειδή η αναθεώρηση συνιστά κυριολεκτική διασκευή (ή ανασκευή) του εαυτού (ως έργου – προφανώς!), όσο επειδή σηματοδοτεί την ολόπρωτη επιστροφή του Σταθόπουλου σε ένα κείμενό του.
Εν προκειμένω, αυτό που τίθεται υπό αναθεώρηση δεν είναι το ύφος, εφόσον ο Σταθόπουλος αποτελεί μιαν από τις σπάνιες περιπτώσεις συγγραφέων, οι οποίοι έχουν κατακτήσει το ύφος τους από το ξεκίνημα: και το Θέμα, καίτοι εν μέρει πρωτόλειο, φέρει όμως τη σφραγίδα ύφους του συγγραφέα, και δικαίως εντάσσεται στη συγκεντρωτική έκδοση, με την αναθεώρηση να περιορίζεται σε επίπεδο απίσχνασης του περιεχομένου.
Τέτοιας τάξεως και η αναθεώρηση στην Ιστορία της μουσικής (ασφαλώς λιγότερο δραστική από του Θέματος), γεγονός που μου επιτρέπει να υποθέσω ότι ο Σταθόπουλος ανα-θεωρεί το έργο του, όχι κατά τη συμβατική έννοια επιμέρους αλλαγών, αλλά κυρίως διακρίνοντας σε αυτό τους συντελεστές μιας εν προόδω ενότητας. Η ενότητα, η μεγάλη αφήγηση του Θάνου Σταθόπουλου, είναι το θέμα του δοκιμίου που σχεδιάζω εδώ, που θα το συντάξω μόλις βρω λίγο χρόνο – μόλις κουρδίσω κι εγώ το ρολόι μου.
Ο Σταθόπουλος είπαμε ότι κούρδισε το δικό του (ρολόι, αυτόματο, μουσικό κουτί κτλ.) στο Playback, αλλά η αλήθεια είναι ότι μπορεί να το είχε κουρδίσει από την Ιστορία της μουσικής, εκεί όπου απαντά για πρώτη φορά αυτή η λέξη στο έργο του, μάλιστα κατά τον τύπο ρολόγι, μάλιστα εντός παρενθέσεως: «(Είχε ένα ρολόγι κι ένα μεγάλο ψάρι. Ξυπνούσε και κοιμότανε με το ρολόγι, τις άλλες ώρες κοίταζε το ψάρι. Κούρδιζε το ρολόγι, τάιζε το ψάρι. Δεν αγαπούσε το ρολόγι ούτε το ψάρι. Αν σταματούσε το ρολόγι, αν ψοφούσε το ψάρι, θα ’παιρνε άλλο ρολόγι, θ’ αγόραζε καινούργιο ψάρι. Έσπαγε το ρολόγι, έτρωγε το ψάρι. Βγήκε απ’ το σπίτι του και πήγε σ’ ένα μαγαζί. Χάζεψε ώρες κι αγόρασε ένα μουσικό κουτί. Έφυγε, πήγε σ’ άλλο μαγαζί. Αγόρασε ένα μεγάλο σκύλο)».
Το ρολόγι, βέβαια, το έσπαγε στον παρατατικό – όπως έτρωγε και το ψάρι. «Θα μείνω εδώ», διαβάζω πιο κάτω, «είπε το ψάρι. Κι εγώ, είπε η φωνή του». Εδώ θα μείνει και το ρολόγι, που επανέρχεται, έκτοτε, με πιο πρόσφατη εμφάνιση στο ομώνυμο βιβλίο της Διασκευής: «Γυρίζω με ένα ρολόγι πεταλούδα». Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε: «Είμαι ένα κουτί γεγονότων από τη ζωή ώς την τέχνη». Θα είναι το μουσικό κουτί. Θα είναι, δηλαδή, η μουσική των γεγονότων: η ζωή ως τέχνη∙ η ζωή ως αφήγηση – του εαυτού.
Το Θέμα του 1983, με τη μορφή που εντάσσεται στην έκδοση του 2023, αρχίζει με τους στίχους: Καθισμένοι στο τραμ / κοιτάζαμε την ατέλειωτη πόλη // Πρόσεχε, το χέρι σου μέσα, είπες. Και στην Ιστορία της μουσικής, του 1994, απαντά αίφνης η (αυτόνομη) φράση: «Πρόσεχε, το χέρι σου μέσα».
Αυτή τη λεπτομέρεια προτείνω να την προσέξουμε, διότι αποτελεί ουσιαστικά τον πρώτο εμφανώς ενοποιητικό συντελεστή στο σύνολο έργο του Σταθόπουλου, ένα από τα αμέτρητα εκείνα στοιχεία που, είτε ως θεματικοί άξονες είτε ως leitmotifs, μεταβάλλουν τα εννέα βιβλία του σε σχετικώς αυτοτελή κεφάλαια μιας εκτενούς αφηγηματικής (εννοώ: μυθιστορηματικής) σύνθεσης, υπό τον τίτλο: Η διασκευή του εαυτού μου στις 06:30.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο αναφοράς θα ήθελα να εντάξω την απάντηση που έδωσε ο Σταθόπουλος στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 13 Οκτωβρίου 2021, όταν ο Μισέλ Φάις τον ρώτησε: «Γράφετε συνεχώς το ίδιο βιβλίο ή στο έργο σας εντοπίζετε τομές και ασυνέχειες;» Και ο Σταθόπουλος: «Είναι προφανές νομίζω ότι γράφω συνεχώς το ίδιο βιβλίο. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, κατά την οποία κάθε νέο βιβλίο είναι η φυσική συνέχεια ή ανέλιξη του προηγουμένου. Χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εντοπίσει κανείς τομές. Από την Ιστορία της μουσικής (1994), η οποία εγκαινιάζει, στην ουσία, τη δουλειά μου, μέχρι την Εισαγωγή στη μέρα (2021), που μόλις κυκλοφόρησε, μπορεί κανείς να διακρίνει εμμονές, τομές, συγκλίσεις, αποκλίσεις και άλματα».
Το επ’ εμοί, πιστεύω ότι ο Σταθόπουλος γράφει κατά κυριολεξίαν το ίδιο βιβλίο, ότι γράφει (ακριβέστερα: έγραφε) ένα βιβλίο, τη Διασκευή, αρχίζοντας εν αγνοία του με το Θέμα, αρχίζοντας ενστικτωδώς με την Ιστορία της μουσικής, αρχίζοντας συνειδητά με το Playback. Προσπαθώ να πω: η αρχή είναι το παν.
Στην αρχή του βιβλίου Ένας σωρός γλώσσα (2007) ο Σταθόπουλος θέτει αυτή τη φράση από τη Βλάβη του Ντίρενματ: «Υπάρχουν ακόμη ιστορίες για συγγραφείς;» Και αμέσως μετά, άλλη μια φράση, από την Τρέλα της ημέρας του Μπλανσό: «Όχι αφήγημα, κανένα, ποτέ πια». Ναι∙ μόνο που ο Σταθόπουλος θέτει αυτή τη δεύτερη φράση, που σαν να απαντά στην πρώτη, υπό τον τίτλο: «ΚΑΤΑΦΑΣΗ». Ώστε: έτσι άρχισαν όλα.
Ο Σωρός είναι άλλο ένα σημείο καμπής, καθότι οδηγεί στο Αυτόματο του 2013, που αποτελεί για τον Σταθόπουλο την πλήρη (την πρώτη πλήρη) έκφραση συγγραφικής ωριμότητας, νομίζω και την πλήρη συνειδητοποίηση της ενότητας του έργου. Το βιβλίο αρχίζει με τη φράση του Σιοράν: «Αναπνέω από προκατάληψη». Εγώ, ακολουθώντας τις προκαταλήψεις μου, λέω ότι θα πρόκειται για την κατά Τσέλαν «τροπή της ανάσας».
Και εννοώ: από το Αυτόματο και εφεξής, η ενότητα που διέπει το ένα βιβλίο, την εκτενή σύνθεση που απεργάζεται ο Σταθόπουλος, παύει να εξαρτάται από εμμονές, και αναπτύσσεται (επιτελείται∙ εκτυλίσσεται) ως το προϊόν ενός καλά οργανωμένου σχεδίου.
Η ανάπτυξη και οργάνωση του σχεδίου, ο τρόπος του Σταθόπουλου να προωθεί την ενότητα, απαράμιλλα μορφοποιείται σε ένα κείμενο από το Αυτόματο, με τον τίτλο «ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ», που το παραθέτω ολόκληρο: «Το 1974, ο Bas Jan Ader, ένα χρόνο πριν εξαφανιστεί στα νερά του Ατλαντικού, στο έργο του Primary Time, βιντεοσκοπεί τον εαυτό του μέχρι το στήθος, ντυμένο στα μαύρα, να τοποθετεί λίγα λουλούδια σ’ ένα βάζο και να τα αναδιατάσσει συνεχώς επί 25΄ και 47΄΄. Η προσοχή όμως επικεντρώνεται περισσότερο στα λουλούδια, στη μαυροφορεμένη αδύνατη σιλουέτα του καλλιτέχνη και, κυρίως, στα χέρια του – και λιγότερο στον πραγματικό χρόνο».
Στην αυτόνομη έκδοση του Αυτόματου, από τον Γαβριηλίδη, το εξώφυλλο ήταν, ακριβώς, ένα καρέ από το πιο πάνω βίντεο του Άντερ, η εργασία του οποίου, η διαρκής αναδιάταξη των λουλουδιών στο βάζο, θα μπορούσε να περιγραφεί και ως διευθέτηση ή arrangement, όρος που απαντά στο Λεξικό του Τριανταφυλλίδη: «διασκευή η [δiaskeví] Ο29: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διασκευάζω: Ραδιοφωνική ~ ενός θεατρικού έργου. [λόγ. < ελνστ. διασκευή ‘νέα έκδοση’ σημδ. γαλλ. arrangement]».
Να τι έκανε ο Θάνος Σταθόπουλος εδώ και σαράντα χρόνια, στις έξι και μισή το πρωί (κάθε πρωί), όσο εγώ κοιμόμουν. Κι ο Σταθόπουλος, ωστόσο, δεν το έκανε από την αρχή εν πλήρει εγρηγόρσει∙ θα έλεγα ότι το προωθούσε ως εν ονείρω, σε ενύπνιο, ώσπου το συνειδητοποίησε με το Αυτόματο, και δεν θα μας διαφεύγει εδώ η συνάφεια του τίτλου με τις Μαριονέτες του Κλάιστ, τα αυτόματα που συμβολίζουν, όχι την έλλειψη ή απουσία συνείδησης, αλλά την κατάκτηση και υπέρβασή της, καθοδόν προς την τελειότητα.
Ένας άλλος και ακριβέστερος όρος για τις μαριονέτες του Κλάιστ, ή για εκείνη την υπερμαριονέτα που ονειρευόταν ο Κρεγκ (και που αργότερα την αναγνώρισε ο κόσμος στην τελειότητα του Βασλάβ Νιζίνσκι), είναι το εκκλησιαστικό σχήμα για τον άνθρωπο που γίνεται σκεύος εκλογής, που εκχωρεί τη στενά ατομική θέλησή του στην υπέρτατη ελευθερία της θείας βούλησης, επιλέγοντας να χειραγωγείται από τον Λόγο: πρόκειται για τη διασκευή του εαυτού εν Χριστώ – για μια μεταμόρφωση.
Τηρουμένων των αναλογιών, και ειδικά μετά το 2013, πιστεύω ότι ο Σταθόπουλος χειραγωγείται από το σχέδιο και τον μηχανισμό, από τη λυρική λογική μιας αφήγησης που προφανώς την έθεσε ο ίδιος σε λειτουργία, ήδη από το Θέμα, και προπάντων από την Ιστορία της μουσικής. Η οργάνωση των στοιχείων, όμως, ειδικά για τα βιβλία της πρώτης εικοσαετίας, γίνεται εκ των υστέρων, με έναν δημιουργικό αναχρονισμό, ως αναδημιουργία, κι έτσι αντιλαμβάνομαι τον όρο διασκευή στον τίτλο της συγκεντρωτικής έκδοσης.
Όλα αρχίζουν (ξανά) κατά το 2015, όταν ο Σταθόπουλος επιστρέφει στον Ίκαρο, επανεκδίδει την Ιστορία της μουσικής, και εκδίδει το La folie, παγκόσμια ιστορία της τρέλας, που παραπέμπει όμως και στην Τρέλα της ημέρας ή La folie du jour, απ’ όπου η φράση του Μπλανσό στο Ένας σωρός γλώσσα: «Όχι αφήγημα, κανένα, ποτέ πια».
Με τόσες αρνήσεις, η κατάφαση ήταν αναπόφευκτη. Για τα επόμενα δέκα χρόνια ο Σταθόπουλος τη γιορτάζει, δηλαδή he is celebrating and singing himself (θα πρόσθετα: and rearranging himself), οργανώνοντας την αφηγηματική ενότητα ολόκληρου του έργου με μια μέθοδο που δεν πειράζει να την περιγράψω ως αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής.
Το βιβλίο Η ώρα, του 2018, ξεκινά με τη φράση: «Κατάγομαι από τον πεθαμένο αρχιτέκτονα», ενώ εδώ βρίσκουμε τη μοναδική (αν δεν κάνω λάθος) ρητή αναφορά του Σταθόπουλου σε παλαιότερο δικό του έργο: «Πώς περπατάω; Στο Playback είχα γράψει “Πώς περπατάμε;” (Μόνο τον ενικό μπορώ πλέον να εγγυηθώ.)». Είναι μια διασκευή.
Επίσης, είναι μια (άκρα) εκλέπτυνση, στην οποία οφείλουμε να διακρίνουμε και τη διεύρυνση, φέρ’ ειπείν όπως στο πανί που τεντώνεται, και γίνεται διάφανο. Το ίδιο θα συμβεί με τον εαυτό – του Σταθόπουλου, πιθανώς και του αναγνώστη. Η ταύτιση της εκλέπτυνσης με τη διεύρυνση πυροδοτεί και άλλες ταυτίσεις, π.χ. του μερικού με το όλον και του γενικού με το συγκεκριμένο, που θα τις αναπτύξω στο μελλοντικό μου δοκίμιο.
Για την ώρα, αρκεί να πω ότι η Ώρα του 2018 είναι πολύ συγκεκριμένη, είναι η έκτη (και μισή) πρωινή, που ο Σταθόπουλος την έχει κουρδίσει στο ρολόι του (και στο αυτόματο, και στο κουτί) από το Playback, ου μην και από το Θέμα, όπου το δίστιχο: η νύχτα πασχίζει να τελειώσει / μ’ ένα σωρό προσευχές. Κάποτε αυτές εισακούγονται.
Στην Ώρα διαβάζω: «Καμιά φορά, βεβαίως, έκανε την προσευχή του». Το 2021, η Ώρα γίνεται Εισαγωγή στη μέρα, το όγδοο βιβλίο του Σταθόπουλου, που αρχίζει ως εξής: «Η ψυχή πολύ νωρίς το πρωί». Στην Ώρα έγραφε: «Ο τροχός γυρίζει η ψυχή στο στόμα». Οσονούπω θα βγει. Οι αρχαίοι Έλληνες ταύτιζαν την ψυχή με την πεταλούδα, σαν το ρολόγι με το οποίο γυρίζει (σαν τροχός) ο συγγραφέας. Και ιδού το ερώτημα: «Θεέ μου, πότε θα χύσουμε στον ουρανό;» Στην Ώρα διαβάζουμε και την αυτοκτονία του Κλάιστ.
Η αυτοκτονία του Σταθόπουλου είναι ζωοποιός: «Τουλάχιστον έκανα διαυγή τον τρόμο να υπάρχω», γράφει στην Εισαγωγή. Θα είναι «η μόνη διαύγεια» από το La Folie, ή μια άλλη αποστροφή της Εισαγωγής: «η ευλογία όταν έχεις καταπιεί την κατάρα». Η αυτοκτονία του Σταθόπουλου είναι αυτός ο μεταβολισμός: εκ του θανάτου εις την ζωήν, με την πιο απεγνωσμένη κατάφαση, που ο συγγραφέας την καταρτίζει αντιστρέφοντας (πήγα να πω: διασκευάζοντας), μάλιστα με πάσαν ακρίβεια, ένα ποίημα του Νίκου Καρούζου από το βιβλίο Μονολεκτισμοί και ολιγόλεκτα, το υπ’ αριθμόν 31: μια μέρα με θεόφτωχη βροχούλα / θα χωθώ / στον τάφο μου και θα / χουζουρέψω. Ο Σταθόπουλος το αναποδογυρίζει ευλαβικά: μια μέρα με βαθύπλουτο ήλιο / θα βγω / απ’ τον τάφο μου και θα / χαζέψω. Προηγουμένως, θα πρέπει ο τάφος να ανεγερθεί – και να ανοίξει.
Στην Εισαγωγή, παρεμπιπτόντως, με δύο παραθέματα από τον Ρολάν Μπαρτ, ο Σταθόπουλος ξεκαθαρίζει και τους λογαριασμούς του με την παρωχημένη και μάταιη συζήτηση περί ειδολογικών ταυτοτήτων, προκρίνοντας τον όρο μυθιστόρημα όταν δεν πρόκειται για (συμβατικά) μυθιστορήματα, και κυρίως τον όρο κείμενο, που εμένα με παραπέμπει στα μνήματα: ενθάδε κείται – ποιο; Πιθανόν αυτό από το οποίο ξεκινάμε.
Ο Σταθόπουλος, πάντως, είναι σαφής: «Όσον αφορά τον εαυτό μου, δεν κάνω παρά αυτό που ομολογούσε για τον εαυτό του ο Robert Walser, δηλαδή ότι γράφει “το παντοιοτρόπως κατακερματισμένο και κατασπαραγμένο βιβλίο του εαυτού”, όπως αποσπώ την ομολογία από το δοκίμιο του W.G. Sebald, Le promeneur solitaire, Στη μνήμη του Ρόμπερτ Βάλζερ».
Ακολουθεί η φράση «ζω μέσα σε αγκύλες», που μας επαναφέρει στην Ώρα, σε αυτό το παράθεμα από τον Ευγένιο Αρανίτση: «Ο Γκομπρόβιτς γράφει τις λέξεις [αγόρι] και [κορίτσι] μέσα σε αγκύλες». Και ο Σταθόπουλος: «Ο Witold Gombrowicz, εραστής της φιλοσοφίας, ως γνωστόν, γράφει τις λέξεις [αγόρι] και [κορίτσι] μέσα σε αγκύλες στην Πορνογραφία, αφορμώμενος από το Husserl, ο οποίος γράφει εντός παρενθέσεων τη λέξη (numen): (το πράγμα καθεαυτό) –εφόσον δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα για το (numen)– αλλά και τον (κόσμο) και όλες τις (επιστήμες) που αφορούν τον (κόσμο)».
Αμέσως μετά ο Σταθόπουλος επιλέγει να γράψει: «Το βλέμμα του πατέρα μου σε οποιαδήποτε ηλικία», που εκβάλλει στη Διασκευή (στο ομώνυμο βιβλίο), στις φράσεις: «Έχω τα ταραγμένα μάτια του πατέρα μου» και «Τα βλέμματα των παιδιών είναι βλέμματα μεγάλων». Το [αγόρι] και το [κορίτσι] μπορεί να δραπετεύουν από τις αγκύλες, τουλάχιστον με το βλέμμα τους. (Και να ελευθερώνουν τον κόσμο από τις παρενθέσεις.)
Επισημαίνω αυτή την ορισμένως παράδοξη σειρά / διαδοχή των κειμένων και των θραυσμάτων, για να υποστηρίξω ότι, παρά την ανέφικτη γνώση, πιθανώς και εξαιτίας της (ή χάρη σ’ αυτήν), η αφήγηση είναι εφικτή – ακριβέστερα: η αφήγηση είναι η μοναδική δυνατότητα. «Τα θραύσματα», γράφει ο Σταθόπουλος στον επιμέρους, ομώνυμο τόμο της Διασκευής, «είναι ολόκληρα». Αυτή η ακεραιότητα με απασχολεί, που είναι η γνώση, όχι του πράγματος καθεαυτού, αλλά με τη βιβλική και εκκλησιαστική έννοιά της, τουτέστιν η γνώση ως ερωτική σχέση, ως σύναξη και συναρμογή – ως αποκατάσταση ενότητας. Οι αγκύλες, δηλαδή, μέσα στις οποίες ζει ο συγγραφέας, ενδέχεται να υπομνηματίζουν τον εναγκαλισμό. «Η αποτυχία», γράφει (βέβαια) ο Σταθόπουλος, «είναι βεβαία». Θα έλεγα: τόσο το καλύτερο.
Το 2014, όταν το ενιαίο έργο του Σταθόπουλου ήταν ακόμη υπό κατασκευή, και εγώ δεν είχα καν υποψιαστεί την εξέλιξη της υπόθεσης, κατέθεσα ένα ορισμένως πρώιμο κείμενο στο περιοδικό Φρέαρ (στο τεύχος υπ’ αριθμόν 9), επιχειρώντας να αναδείξω τις εσωτερικές συνάψεις στο Αυτόματο, δηλαδή την αφηγηματική συνοχή ενός μοναδικού, επιμέρους και αυτοτελούς τόμου. Στο σημείωμά μου, παίζοντας και με το γεγονός ότι ο Σταθόπουλος επιμελείται εκθέσεις εικαστικών, είχα δώσει τον τίτλο «Ο συγγραφέας ως επιμελητής», που εξακολουθώ να πιστεύω ότι εκφράζει την αφηγηματική τακτική του ανθρώπου αυτού, να αναπτύσσει τα βιβλία του (ανα)διευθετώντας κείμενα δικά του και άλλων. Ύστερα από δέκα χρόνια, όμως, όταν διάβασα τη Διασκευή, όταν είδα όλες μαζί τις αίθουσες της έκθεσης (σαν ένα Παλάτι της Μνήμης), διαπίστωσα ότι έσφαλα με τη διάταξη του τίτλου, που εστιάζει στην επιμέλεια αντί για τη συγγραφή, και γι’ αυτό τον διασκευάζω τώρα, και δίνω σε αυτό το προσχέδιο τον τίτλο: «Η επιμέλεια ως αφήγηση».
Δεν αποκλείεται να τον ανασκευάσω σε άλλα δέκα χρόνια, αλλά προς το παρόν με καλύπτει, κατά το ότι βασίζεται στη φράση του ίδιου του Σταθόπουλου: «διαβάζω όπως γράφω». Προφανώς είναι νόμιμη και η αντιμετάθεση των όρων, εφόσον ο Σταθόπουλος γράφει όπως διαβάζει, αλλά βρίσκω ιδιαίτερα κρίσιμη αυτή τη διευθέτηση, που εστιάζει στη γραφή, στην αέναη αφήγηση του εαυτού, ο οποίος γίνεται (διαρκώς, καθ’ ημέραν) όλοι οι άνθρωποι, ο κόσμος, τα πράγματα, επειδή εκλεπτύνεται και διευρύνεται, επειδή τεντώνεται και τανύεται, έως αφανισμού.
Στον αφανισμό, βεβαίως, κυοφορείται η ανεύρεση, όπως η ανάσταση μέσα στους τάφους, δηλαδή η ζωή εν ετέρα μορφή, νέα και αληθινή, εμπλουτισμένη και ακέραιη. Η ανάσταση, ειρήσθω εν παρόδω, είναι η διασκευή του εαυτού την ώρα της Αποκάλυψης.
Στο τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός του, ο Σταθόπουλος γράφει: «Είμαι αυτός που είναι», κι εγώ αντιλαμβάνομαι ότι η διασκευή έχει τελεσφορήσει με τον μόνο δυνατό τρόπο, σε μιαν ασυντέλεστη τελείωση, κατά τη δυναμική και πάντοτε εν προόδω αποκατάσταση της ενότητας (άνθρωποι, κόσμος, πράγματα), φυσικά διά της αφηγήσεως.
Στο βιβλίο Σχήματα ΙΙΙ. Ο λόγος της αφήγησης: Δοκίμιο μεθοδολογίας και άλλα κείμενα (μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, επιμ. Ερατοσθένης Καψωμένος, Πατάκης 2007), ο Ζεράρ Ζενέτ κάνει μιαν αναφορά στον Προυστ (που κάνει μιαν αναφορά στον Μπαλζάκ), που πιστεύω ότι επακριβώς εκφράζει την κατορθωμένη ενότητα στην οποία έφτασε ο Θάνος Σταθόπουλος, διευθετώντας ολίγα άνθη στο μνήμα, με τόσην επιμέλεια, ώστε να επικεντρωνόμαστε στον καλλιτέχνη και όχι στον πραγματικό χρόνο, η σύμβαση του οποίου ξεπεράστηκε με το κούρδισμα ενός ρολογιού πεταλούδας, με το πέταγμα της ψυχής, που δραπετεύει από τις αγκύλες (από το κάδρο) και χάνεται στην άκρη της νύχτας, μάλιστα της μεγαλύτερης νύχτας του χρόνου, εισχωρώντας σε βαθύπλουτο πρωί: ξύπνα, φτάσαμε – λέω, κι εννοώ ένα «οντολογικό εφάπαξ», που γίνεται κτήμα εσαεί.
Ο Ζενέτ γράφει: «Υπάρχει “κολάζ” ή μάλλον patchwork στο Recherche, και η ενότητά του ως αφηγήματος είναι, όπως ο Προυστ θεωρούσε εκείνη της Comédie humaine ή της Tetralogie, μια εκ των υστέρων ενότητα, που επιδιώκεται τόσο πιο επίμονα όσο πιο ύστερη είναι και όσο πιο επίπονα έχει κατασκευαστεί με υλικά πάσης εποχής και προελεύσεως. Είναι γνωστό ότι ο Προυστ αυτόν τον τύπο ενότητας όχι μόνο δεν τον θεωρούσε “απατηλό” (Vigneron), αλλά και τον έκρινε ως “μη τεχνητό, ίσως μάλιστα και πιο πραγματικό, καθώς υπήρξε μεταγενέστερος και γεννήθηκε σε μια στιγμή ενθουσιασμού, κατά την οποία αποκαλύφθηκε ανάμεσα σε κομμάτια που δεν έμενε παρά να σμίξουν μεταξύ τους∙ ενότητα που αγνοούσε τον εαυτό της και άρα ήταν ζωική και όχι λογική, που δεν απέκλεισε πραγματικά την ποικιλία, δεν ψύχρανε την εκτέλεση”. Νομίζω πως δεν μπορούμε παρά να του δώσουμε κατά βάθος δίκιο […]».
Αυτή την ενότητα, για την οποία ο Σταθόπουλος εργάστηκε επί σαράντα χρόνια, την αναγνώρισα κατά την ανάγνωση της συγκεντρωτικής έκδοσης, στο τέλος της οποίας ήξερα ότι είχα διασχίσει τη Μεγάλη Σαρακοστή ενός εαυτού, που τυγχάνει να είναι ένας αγαπημένος μου φίλος – και οι φίλοι, έγραψα κάποτε, είναι ο καλύτερός μας εαυτός.
Μιας και το ανέφερα, και επειδή διά του παρόντος κειμένου εκτίθεμαι στα πυρά διάφορων θεματοφυλάκων της δεοντολογίας (της πιάτσας), επιτρέψτε μου να συντάξω εγώ το κατηγορητήριο: γνώρισα τον Θάνο Σταθόπουλο το έτος 2012, και αρχίσαμε να κάνουμε παρέα το έτος 2013. Το 2015 ανέλαβα την επιμέλεια του βιβλίου La Folie, κι έτσι γνώρισα τους ανθρώπους του Ίκαρου, που αργότερα είχα την τιμή να εκδώσουν και δικά μου βιβλία. Σημειώνω επίσης ότι το 2018 έκανα την επιμέλεια στην Ώρα.
Για να συνοψίσω τα πιο πάνω, θα αναφέρω δύο ορόσημα: τον Απρίλιο του 2013 ο Σταθόπουλος έβαλε μιαν αφιέρωση στο αντίτυπό μου του Αυτόματου, γράφοντας «Στον Κυριάκο Μαργαρίτη»∙ τον Οκτώβριο του 2023, στο αντίτυπο όλου του μυθιστορήματος, της συγκεντρωτικής έκδοσης, η αφιέρωση είχε διασκευαστεί: «Στον αδελφό Κυριάκο».
Αυτή είναι η μόνη διασκευή που με απασχολεί: η σύναξη, η ενότητα, η σύμπνοια – είναι η αδελφοσύνη, κατά τη δεύτερη εντολή του Ιησού: Ἀγάπα τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Ο εγγύτερός μας πλησίον, γράφει κάπου ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ίσως είναι ο νεκρός μας εαυτός.
Ο Σταθόπουλος τον ανασταίνει σε (με, επί) εννέα κεφάλαια, γι’ αυτό μπορεί να κλείσει το μυθιστόρημά του με την πιο κατακόρυφη κατάφαση, με αυτή τη φοβερά και πλατυτέρα διάνοιξη: «Ευγνωμονώ το κέντρο μου. Με τα πεθαμένα του».
Ζωγράφου, 23 Απριλίου 2024

