Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Άννα Κατσιγιάννη

Η εξουσία του θανάτου

Γιάννης ΠαπακώσταςΗ κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, Αθήνα, Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 2020.

«Σκέφτομαι σημαίνει σκέφτομαι τον θάνατο»
Νάσος Βαγενάς, Βάρβαρες ωδές, XIV, Κέδρος 1992

«Η σκέψη του θανάτου είναι η κινητήρια δύναμη της ποίησης και του καλλιτεχνικού φαινομένου γενικότερα –για την ακρίβεια, η ασύνειδη επιθυμία υπέρβασης αυτής της σκέψης: ο πόθος να απαλλαγείς, έστω για μια στιγμή από το αίσθημα της φθοράς και του αναπότρεπτου τέλους. Στην εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας δεν αποβλέπει η τέχνη; Στον πάτο κάθε ποιήματος, όποιο και να είναι το θέμα του, βρίσκεται το θέμα του χρόνου. Απέναντι στον θάνατο, ο έρωτας, γειωμένος στο σώμα και στο χώμα, είναι η άλλη όψη του νομίσματος του χρόνου. Βοηθάει με την καταλυτική δύναμή του, έστω προσωρινά, στην υπέρβαση του αισθήματος της ροής του», δηλώνει σε πρόσφατη συνέντευξή του, στην εφημερίδα Το Βήμα (6.11.2022) ο Νάσος Βαγενάς, νοηματοδώντας την ειρωνική βία και την εξουσία που ασκεί ο θάνατος (ακόμη και στις ευτυχισμένες στιγμές). Το πανάρχαιο δίδυμο έρως και Άδης κατακλύζει ως γνωστόν αδιαλείπτως τη λογοτεχνία στη διαχρονία. Aπό την αρχαιότητα ως σήμερα η αφήγηση και η αναπαράσταση του θανάτου σχετίζεται με την εννοιολόγηση της ταυτότητας, αλλά και της ίδιας της ζωής. Η γλώσσα του ποιητικού λόγου, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνεται από την ιδέα ή το βίωμα του θανάτου. Ο θάνατος γίνεται το βαθύτερο μυστικό της ύπαρξης και η θεματική της οδύνης το προνομιακό πεδίο της τέχνης.

Στην εμβριθή και πολυεπίπεδη κριτική μελέτη θανάτου, με τίτλο Η κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας, ο ομότιμος καθηγητής Γιάννης Παπακώστας εστιάζει, με ευαισθησία, σε δέκα ποιητές και ποιήτριες, που, στην κυριολεξία, ανατέμνουν το θέμα του θανάτου. Η ποιητική του πένθους και της οδύνης εκδιπλώνεται αναλυτικά, με εκ του σύνεγγυς αναγνώσεις, σε κείμενα της Κικής Δημουλά, του Παντελή Μπουκάλα, της Αγγελικής Σιδηρά, του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, του Γιώργου Μαρκόπουλου, της Μαρίας Κυρτζάκη, του Νάσου Βαγενά, του Στέλιου Μαφρέδα, του Λευτέρη Πούλιου και του Γιάννη Βαρβέρη. Στη συγκεκριμένη μελέτη διερευνώνται οι λόγοι και οι μορφές της λογοτεχνικής αναπαράστασης του θανάτου, ενώ, εν είδει προλόγου, επιχειρείται μια σύντομη και γενική ιστορική σκιαγράφηση των τρόπων της λογοτεχνικής αναπαράστασής του σε παλαιότερες εποχές και κείμενα ως τη σύγχρονή μας εποχή: στους αρχαίους επιγραμματοποιούς, τον Όμηρο, τους τραγικούς, τους Λατίνους, στους θρήνους της Παναγίας, τα δημοτικά μοιρολόγια‧ παράλληλα γίνεται αναφορά και σε νεώτερους ποιητές (Διονύσιος Σολωμός, Ανδρέας Κάλβος, Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης). Δίδεται επομένως η ευκαιρία στον αναγνώστη να επαναφέρει μέσα από ταφόπλακες, μνημεία, γλυπτά, πίνακες, φωτογραφίες, ποιήματα, κ.ο.κ., το κεντρικό θέμα της μνήμης και του χρόνου ως Κρόνου που συνέχει συνεκτικά όλο το βιβλίο.

Στη μελέτη, ερμηνεύεται, σε χωριστά κεφάλαια κατά συγγραφέα, η σκληρή θεματική, καθώς και η διαφορετική αντιμετώπισή της. Επιχειρείται επομένως η παρουσίαση των διαφορετικών εκδοχών του θέματος του θανάτου επιλεκτικά στη νεοελληνική ποίηση.

Τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια αφορούν την κατεξοχήν ποιήτρια του πένθους και ακαδημαϊκό, την εκλιπούσα Κική Δημουλά, με εκτενείς αναφορές στις αιφνίδιες παραλλαγές του θέματος σε όλο το εύρος της ποίησής της (λ.χ. στο Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, την Άνω τελεία, τον Δημόσιο καιρό και ειδικά στη συλλογή Χαίρε Ποτέ). Οι απρόσμενες αντιφάσεις και οι νοηματικές ανατροπές, η ασυνήθης χρήση της γλώσσας, η διατύπωση του αρρήτου, του ανέκφραστου στοιχείου που εμποδίζεται από τη συναισθηματική εμπλοκή, η παραβολή στίχων της με στίχους του Καβάφη και του Καρυωτάκη, η αναφορά στον διάλογο Αντιγόνης-Ισμήνης, και στη Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη, η πένθιμη περιήγηση στον ομφαλό της Γης, στους Δελφούς, είναι ορισμένα μόνο από τα σημεία όπου ο συγγραφέας, στη μελέτη αυτή, ενοποιεί σε ένα ενιαίο όλον υψηλές στιγμές της λογοτεχνικής και της πολιτισμικής μας παράδοσης (διευρύνοντάς την μάλιστα με εύστοχες συνδέσεις με τον ποιητή κινηματογραφιστή Ταρκόφσκι).

Στην ελεγειακή, ποιητική συλλογή, με τον εύγλωττο τίτλο Ρήματα, του ποιητή, μεταφραστή και κριτικού Παντελή Μπουκάλα, επισημαίνονται τα διακείμενα από την αρχαία γραμματεία, η χρήση λέξεων από τη μεσαιωνική γλώσσα και διατυπώνονται καίριες παρατηρήσεις για τον τρόπο με τον οποίο συμπλέκεται η δημοτική παράδοση με την έντεχνη αφήγηση. Πρόκειται στην ουσία για ένα είδος νέκυιας, για τη ρηματική αποτύπωση του ανείπωτου, του άρρητου πόνου. Η αβάσταχτη θλίψη εκφράζεται με μισές λέξεις, με τη συγκόλληση συλλαβών από στίχο σε στίχο για να αρθρωθεί κυρίως η λέξη «θάνατος» («Νάτοσθα» έτσι τον αποκαλεί από την ανάποδη) και η διαρκώς παρούσα απειλή του ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο, ιδιότητα. Η μακρόχρονη αναστροφή του Παντελή Μπουκάλα με την αρχαία ποίηση και τη μετάφραση τραγικών και λυρικών ποιητών, καθώς και η επίσης μακρόχρονη και εις βάθος δοκιμιακή και επιστημονική ενασχόλησή του με τη λαϊκή παράδοση και το δημοτικό τραγούδι, αφήνει αισθητά διακειμενικά ίχνη στην ποιητική αυτή συλλογή. Η αέναη και απροσδόκητη δυναμική του ρήματος (λ.χ. η χρήση του επιρρήματος ως ουσιαστικού: «η αγαπώ») ανιχνεύεται σε όλο το εύρος της ποίησής του, όπου ακούγονται και κάποιοι παλαμικοί απόηχοι («Και να μισώ τη ζέστα μου, κι ό,τι μου τη δωρίζει»), ενώ τα δημοτικά τραγούδια συχνά μεταπλάθονται σε ποιήματα (κυρίως στην ανέκδοτη συλλογή Είκοσι για την οποία γίνεται εκτενής λόγος στη μονογραφία). Στην εξίσου σπαρακτική συλλογή Οίμοι, λέγουσα της Αγγελικής Σιδηρά επεξηγούνται οι τρόποι με τους οποίους ο πόνος εκφέρεται μέσω της ποίησης, η οποία είτε συνδέεται με τη μνήμη είτε με την ενοχή, λειτουργεί ως η μόνη ιαματική πράξη. Και στις δύο παραπάνω συλλογές ο αιφνίδιος θάνατος του παιδιού, που αγγίζει το όριο του παραλόγου, αποτυπώνεται ποιητικά στην έκφραση του άφατου πόνου και ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του αναγνώστη εμβληματικά, ομοιόθεμα, ελεγειακά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όπως Ο Τάφος του Κωστή Παλαμά.

Στο σκοτεινό Έκτακτο δελτίο καιρού, όπως και σε όλες τις ποιητικές του συλλογές, επισημαίνεται ότι ο Κώστας Παπαγεωργίου διασχίζει, με απρόσμενες, επίσης, παραληρηματικές συνδέσεις, το μαύρο, την ιδέα του θανάτου και της διαρκούς φθοράς που διαπερνά τον λόγο του. Στη λιτή και απέριττη σκηνοθεσία των ποιημάτων του περίβλεπτη θέση κατέχει το σώμα τυραννισμένο από τη θλίψη, την πικρία, την αρρώστια, τη φθορά∙ ο λόγος του υπερβαίνει το προσωπικό και αγγίζει το οντολογικό επίπεδο. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος, στον Κρυφό κυνηγό, μεταπλάθει σε ποίηση την απειλή που δέχεται από τον αήττητο εχθρό. Με πολλές παραλλαγές ντύνεται η μοναξιά και ο εφιαλτικός φόβος του θανάτου μπροστά στην αισθητή απειλή. Άλλη μία ποιητική κάθοδος στον Άδη του νοσοκομείου φιλοτεχνείται από το ποιητικό υποκείμενο, ενώ η ανθρώπινη υπόσταση «Εκείνου», η προσωποποίηση, δηλαδή του ύπουλου εχθρού, τον καθιστά ταυτόχρονα άμεσο και οικείο. Η συνομιλία με τους νεκρούς συγγενείς και ποιητές, η λειτουργία της μνήμης ως της μόνης πατρίδας, διαπερνούν τη συλλογή. Το εκτενές αυτό αυτοβιογραφικό, αφηγηματικό ποίημα μεταμορφώνει τον τρόμο που σπέρνει ο καρκίνος σε διαχρονική νέκυια, όπως παρατηρεί εύστοχα ο μελετητής∙ στην ερμηνευτική προσέγγιση γεφυρώνεται με επιτυχείς παραλληλισμούς η ρητορική του πένθους με την ποίηση του Καρυωτάκη, του Σαχτούρη, του Βαρβέρη, του Λόρκα αλλά και με τον κινηματογράφο του Μπέργκμαν (Έβδομη σφραγίδα).

Μέσα από το μυθιστόρημα του Τολστόι, Άννα Καρένινα, διαμεσολαβείται ο πένθιμος τόνος στη συλλογή της Μαρίας Κυρτζάκη, Στη μέση της ασφάλτου. Το ποίημα «Καρένινα», το οποίο είχε σταλεί στον μελετητή λίγες μέρες προτού η ποιήτρια φύγει από τη ζωή, συνιστά την αφορμή για τη συγγραφή του δοκιμίου. Το πάθος, η θλίψη, το ψυχολογικό αδιέξοδο της εμβληματικής ηρωίδας αντανακλάται στην αφηγήτρια που προοιωνίζεται το τέλος. Στη δραστική αποτύπωση του ποιητικού ρεαλισμού, στο βιβλίο του Νάσου Βαγενά, Πανωραία, διερευνάται, η θυμόσοφη και αινιγματική μορφή της ομώνυμης ηρωίδας, θείας του αφηγητή, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το ιστορικό βίωμα συμπλέκεται ειρωνικά με το όνειρο, την παιδική μνήμη, την οικογενειακή ζωή, το μαύρο ενώ παράλληλα δίδονται ελλειπτικές απαντήσεις στα «βαριά ερωτήματα». Ακολουθεί η εστίαση στον διανυκτερεύοντα Αχέροντα και στην Πρέβεζα, με τη συλλογή Υπόκλιση στον αυτουργό του Στέλιου Μαφρέδα: απώλεια, ματαίωση, φθορά και οδύνη, διατυπωμένη στωικά και στοχαστικά, γειώνει τον αφηγητή ολοένα και περισσότερο στην πραγματικότητα. Ο «καλύτερος φίλος» του Λευτέρη Πούλιου, ο θάνατος, γίνεται, στη συλλογή Μωσαϊκό, ο συνομιλητής που μεταστοιχειώνει ο αφηγητής σε ποίηση ακαταπαύστως. Ο Γιάννης Βαρβέρης Στα ξένα εκπονεί μια ποιητική μελέτη θανάτου. Η γνωστή προτίμηση του ποιητή για τη γαλλική ποίηση και μουσική γίνεται η αφορμή για να συζητηθεί η ζωή ως πρόβα θανάτου. Η σωματική φθορά, η προϊούσα παρακμή επιτείνει την αίσθηση της ρευστότητας των πάντων στο έργο του Βαρβέρη. Μόνον η ποίηση μένει για να ανιστορεί το βάρος του χρόνου.

Στη στοχαστική μονογραφία του ομότιμου καθηγητή Γιάννη Παπακώστα, μέσα από τη διερεύνηση της ποικιλομορφίας των αναπαραστάσεων του θανάτου επεξηγείται η αποδόμηση, η κατάλυση του συναισθήματος, αλλά και η ειρωνική εξουσία του νεκρού προσώπου επί του ζωντανού μέσω της μνήμης ή άλλοτε, όπως ειπώθηκε, της ενοχής. Τα ερμηνευτικά σχόλια επί των κειμένων συνοδεύονται από πλήθος παρατηρήσεων για τις διαφορετικές τεχνοτροπίες και τις τεχνικές που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς.

Θα ήταν παράλειψη να μη γίνει αναφορά στο εξώφυλλο του βιβλίου, με τη λεπτομέρεια της τοιχογραφίας από την «Οικία του Χρυσού Περιβραχιόνιου», Πομπηία, 1ος αι. π.Χ., που επιμελήθηκε η Λίζα Κοκκίνη. Η ζωντανή πόλη που ο θάνατος αιφνίδια τύλιξε με το πέπλο της λάβας του Βεζούβιου είναι η πιο εύγλωττη μαρτυρία της απόλυτης κατίσχυσής του. Από την παραδείσια κρήνη με τα δέντρα και τα πουλιά, ειρωνικά ρέουν πλέον μόνο τα δάκρυα του πένθους και της θλίψης.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή