Η πρώτη καθαρή παιδική ανάμνηση που κουβαλάω δεν είναι ούτε σχολείο ούτε γειτονιά. Είναι μια παράσταση Καραγκιόζη, στο Φανάρι του Διογένη στην Πλάκα, όπου τότε, τη δεκαετία του ’70, η γιαγιά μου, η κυρά Ουρανία, είχε έναν ξακουστό φούρνο, που μοσχομύριζε φρέσκο ψωμί όλη η περιοχή. Εκεί έστηνε παραστάσεις ο καραγκιοζοπαίχτης Μίμης Στρατής, γνωστός στα έργα του ως πιο «μάγκας» και λιγότερο φολκλορικός από τον Σπαθάρη. Θυμάμαι ακόμη το σφίξιμο στο στομάχι από τον τρόμο που μου προκάλεσαν οι φιγούρες του μπερντέ, που σε εκείνη την ηλικία μου φαίνονταν γιγάντιες. Και καθώς περνούσαμε πίσω από τη σκηνή, είδα τα κοντάρια να κινούνται μέσα στο ημίφως και έβαλα τα κλάματα. Από τότε κατάλαβα ότι ο κόσμος έχει δύο όψεις, αυτό που φαίνεται και αυτό που στην πραγματικότητα το κινεί.
Ως οικογένεια, ήμασταν ολίγον τι νομάδες. Λόγω της δουλειάς του πατέρα μου ζήσαμε σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Περαία. Οπότε, άλλαξα συνολικά 7 σχολεία. Έπρεπε να βρω τις δικές μου σταθερές. Τα παιδικά μου χρόνια είχαν κασετόφωνο, TDK κασέτες, Dire Straits, Police και τις πρώτες ηλεκτρονικές μελωδίες των ’80s, που έντυναν μια νέα εποχή με έναν πρωτόγνωρο ήχο. Στο σινεμά, επίσης μια ακόμη τραυματική παιδική εμπειρία. Η μάνα μου ήταν φανατική των θρίλερ και με πήρε μαζί της αναγκαστικά, μιας και δεν είχε που να με αφήσει, στο θερινό σινεμά ΡΕΞ για να απολαύσει τον Εξορκιστή. Της άρεσε τόσο πολύ η ταινία που πήγαμε και τη δεύτερη μέρα προβολής να την ξαναδούμε. Από τότε λατρεύω κι εγώ τα θρίλερ. Τα σαγόνια του καρχαρία και τα πολύ soft όπως το Star Wars, το Στενές επαφές τρίτου τύπου, το E.T., αλλά και το Κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη ήταν πλέον για μένα περίπατος.
Μεγάλωσα στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, σε μια εποχή που οι γεύσεις δεν ζητούσαν να είναι εύκολες ή ευγενικές. Το γάλα ερχόταν στο σπίτι σε γυάλινο μπουκάλι, με την κρέμα να επιπλέει στην επιφάνεια, η πορτοκαλάδα περιπτέρου με ανθρακικό και ίζημα στον πάτο, αλλά και το κασέρι με την πικρίλα δεν ήταν ελάττωμα, αλλά χαρακτήρας. Έπρεπε να αποδεχτείς την πικρίλα, την οξύτητα και την ένταση, να μάθεις ότι το φαγητό, όπως και η ζωή, δεν χαρίζεται, αλλά σε εκπαιδεύει. Εκείνες οι γεύσεις σφυρηλάτησαν μια γενιά που έμαθε να αναγνωρίζει την ποιότητα, χωρίς φτιασίδια, να σέβεται την πρώτη ύλη και να καταλαβαίνει πως το αυθεντικό αφήνει πάντα ένα αποτύπωμα, ακόμη κι αν στην αρχή σε ξαφνιάζει.
Οι ποδηλατικές βόλτες ήταν η πρώτη μου γεύση ελευθερίας. Το ποδήλατο έγινε τρόπος ζωής: ισορροπία, ρυθμός, ψυχοθεραπεία, άσκηση και διαφυγή. Εκεί, πάνω σε δυο ρόδες, νομίζω πως γεννήθηκε και η αγάπη μου για τη φύση, μια σχέση που θα την έλεγα σχεδόν πνευματική, η οποία αργότερα θα με έσπρωχνε να την προστατεύσω και θεσμικά – «Απάτητα Βουνά», «Απάτητες Παραλίες», Δασικοί Χάρτες και προστασία της βιοποικιλότητας.
Αποφοίτησα από τη Νομική Αθηνών, αλλά η καρδιά μου με τράβηξε στη δημοσιογραφία. Στα πρώτα μου βήματα είχα την τύχη να συναντήσω επαγγελματίες του χώρου που άφησαν βαριά αποτύπωση μέσα μου, μεταξύ αυτών ο Στέλιος Πουλάκης, ο Θαλής Ματσούκης, ο Γιώργος Κράλογλου, ο Νίκος Χασαπόπουλος και ο Αριστείδης Ζευγίτης, που με έμαθαν ότι η δημοσιογραφία δεν είναι μόνο λέξεις, αλλά οξυμμένη ματιά, ευθύνη και αντοχή. Από εκεί ξεκίνησε κι ένα ταξίδι γνώσης, εμπειριών και ανθρώπων.
Το ταξίδι, με την κυριολεκτική και μεταφορική του σημασία, έγινε για μένα σχολείο αλλά και επάγγελμα. Ταξίδεψα ανά τον κόσμο και έμαθα να τον βλέπω χωρίς στερεότυπα, με βλέμμα καθαρό και περιέργεια. Γύρισα απ’ άκρη σε άκρη τη χώρα μας μέσα από το «Μένουμε Ελλάδα» της ΕΡΤ και αγάπησα 2 φορές παραπάνω τον τόπο μου.
Και φυσικά, τα βιβλία. Ο Σαραμάγκου με δίδαξε ότι η ανθρωπιά βρίσκεται στις λεπτομέρειες και πως η ελευθερία αρχίζει από το μέσα σου. Αυτή η ματιά, νομίζω, καθόρισε την ενηλικίωση της γενιάς μου.
Αν έπρεπε να τη συνοψίσω, θα έλεγα πως η γενιά μου αναζητούσε πάντα ισορροπία: ανάμεσα στην ταχύτητα και την ουσία, στην τεχνολογία και τον άνθρωπο, στο ατομικό και το συλλογικό. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, μάθαμε πως η ενηλικίωση δεν έρχεται με τα χρόνια, αλλά με τη στιγμή που αποφασίζεις τι αξίζει.
Σήμερα ξέρω πως η ενηλικίωση είναι μια κατάσταση ανοιχτή, χωρίς τελειωμό. Είναι μια διαρκής συμφιλίωση με τον εαυτό σου, τους άλλους, τον χρόνο και μια υπόσχεση να συνεχίζεις να αλλάζεις εσωτερικά γιατί μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος.

