Εξ αφορμής
Τον Απρίλιο του 2017 ο συγγραφέας J.M. Bernays δημοσιεύει στο Baffler ένα άρθρο με τον πολύ ενδιαφέροντα τίτλο: «Ανατομία της φιλελεύθερης μελαγχολίας». Αν και σ’ αυτό αναφερόταν κυρίως σε γεγονότα της τραγελαφικής διακυβέρνησης Τραμπ, στην παγκόσμια υποχώρηση του φιλελευθερισμού και στη σταδιακή κατ’ αυτόν επανεμφάνιση των σοσιαλιστικών ιδεών στο προσκήνιο, δεν μπορεί κανείς ν’ αποφύγει τη συσχέτιση του τίτλου με την «αριστερή μελαγχολία» του Enzo Traverso, το ομώνυμο βιβλίο του οποίου είχε κυκλοφορήσει μόλις έναν χρόνο πριν (2016). Ο Bernays τοποθετεί λανθασμένα ή εσκεμμένα τη δική του μελαγχολία σε φροϋδικό πλαίσιο (ενδεχομένως επειδή ακριβώς δεν θέλει να ταυτιστεί με τον Traverso), ωστόσο και οι δύο –αριστερή και φιλελεύθερη μελαγχολία– δεν είναι ψυχολογικού τύπου, δεν αναφέρονται σε ιδιωτικά γεγονότα, αντιθέτωςˑ λόγω της κοινωνικής τους αποβλεπτικότητας, συνιστούν πολιτισμικού χαρακτήρα μελαγχολίες, αναφέρονται στην ιστορία και την πάλη των ιδεών, στο χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και ιδεώδους. Ο μελαγχολικός αυτών των περιπτώσεων δεν είναι απλώς κάποιος που έχει βυθιστεί μέσα στους καθρέπτες τουˑ ακόμη περισσότερο, νιώθει έκπτωτος της ίδιας της ανθρωπότητας. Και τις δύο περιπτώσεις τις έχει περιγράψει προδρομικά ο Παναγιώτης Κονδύλης στο περίφημο δοκίμιό του «Μελαγχολία και πολεμική» (1997): η πολιτισμική μελαγχολία εμφανίζεται σε μεταβατικές περιόδους και μπορεί να μην οδηγεί τελικά σε θρηνητικό αναχωρητισμό ούτε να συνιστά έναν παρατεταμένο αποχαιρετισμό στα όπλα, απεναντίας, συχνά υπηρετεί έναν πολεμικό ακτιβισμό, μια εκ νέου «άρθρωση και ικανοποίηση κοινωνικών αξιώσεων ισχύος».
Στη μελαγχολική θεώρηση της Ιστορίας υφέρπει πάντα ένα δέον, που μετά την κατάρρευση συχνά καταλήγει σε ελεγειακό ηθικισμό: η αριστερή μελαγχολία προκύπτει από τη συντριβή του υπαρκτού σοσιαλισμού κατά τη διετία 1989-90 (πτώση του τείχους στο Βερολίνο και των κομμουνιστικών καθεστώτων) και σημαίνει την αποτυχία της μαρξιστικής εσχατολογίας. Η φιλελεύθερη μελαγχολία προκύπτει από την απορρύθμιση της αγοράς, την αποτυχία της τεχνοκρατικής διαχειριστικής διακυβέρνησης και τις αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις, στοιχεία που συνιστούν ακύρωση της αστικής πίστης στη συνεχή πρόοδο και ανάπτυξη, δηλαδή της καπιταλιστικής εσχατολογίας. Η μελαγχολία είναι ό,τι απομένει μετά το ναυάγιο των αξιών κάθε συστήματος, μετά την ήττα της «αυθεντικής ζωής» (με ό,τι σημαίνει αυτό για την κάθε περίπτωση) που αφήνει τους θιασώτες τους απαρηγόρητους, χωρίς ορίζοντα προσμονής μέσα στην Ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, κι επειδή ακριβώς ο ηθικισμός των δύο, αξιακών πρωτίστως, νομοτελειακών συστημάτων υπήρξε πάντοτε αρκετά αυτάρεσκος, η μελαγχολία είναι εύκολο να οδηγήσει σε υποτίμηση του παρόντος και σε πολεμικό ακτιβισμό, όπως λέει ο Κονδύλης, ειδικά όταν επικρατεί η μεσσιανική αντίληψη ότι η επικράτηση των θέσεών μας ταυτίζεται μ’ ένα σωτηριολογικό σχέδιο κοινωνικής απολύτρωσης. Και τα δύο συστήματα, ουσιαστικά, επιχειρούσαν με διαφορετικό τρόπο να καταστήσουν τους άλλους ευτυχισμένους και ελεύθερους, ανεξαρτήτως της βούλησής τους.
Αφήνοντας για άλλη ευκαιρία αυτή τη μεγάλη συγκριτική συζήτηση, ας περάσουμε μετά τις πρώτες διευκρινιστικές παρατηρήσεις στο θέμα μας.
Η γενιά της φιλελεύθερης μελαγχολίας
Η γενιά μου –και δεν εννοώ εδώ μόνο τη συγγραφική μου «γενιά», η οποία εμφανίστηκε στα Γράμματα λίγο πριν και λίγο μετά το 2000– έζησε τα συγκλονιστικά γεγονότα της κομμουνιστικής κατάρρευσης στα πολιτικά ανώριμα γυμνασιακά ή λυκειακά της χρόνια ως αξιοπερίεργες ειδήσεις στην τηλεόραση. Η αριστερή μελαγχολία στην Ελλάδα γνώρισε δύο φάσεις, αλλά δεν είχε σχέση με τους συνηλικιώτες μου: ήταν το κυρίαρχο αίσθημα στους νικημένους του εμφυλίου, δηλαδή στην πρώτη μεταπολεμική «γενιά της ήττας» («Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ / δεν παραδέχτηκα την ήττα»: Μ. Αναγνωστάκης), ενώ μετά το 1989 αφορούσε πρωτίστως μια ανυποχώρητη στις αρχές της αριστερή μειοψηφία, που αποτελούνταν από τριανταπεντάρηδες και πάνω. Η αριστερή μελαγχολία άγγιξε ελάχιστους από εμάς –εδώ αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ποιητική μου γενιά– κυρίως ως προβολή συναισθημάτων και εμπειριών μεγαλύτερών μας ποιητών που θαυμάζαμε. Αντιθέτως, όλοι ανεξαιρέτως βιώνουμε σήμερα τη φιλελεύθερη μελαγχολία.
Η δική μου γενιά διαμόρφωσε τα οράματα και τις κοσμοθεωρίες της κατά την ανέμελη δεκαετία του 1990, σε μια εποχή οικονομικής ευμάρειας, ανόδου της ατομικότητας και ακραίων καταναλωτικών προτύπωνˑ στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης, των lifestyle περιοδικών και προτύπων, του «έξω», όπου το μέλλον μάς χαμογελούσε με μια υπόσχεση ξέφρενης, μέχρι τελικής πτώσεως, γιορτής. Ήταν η εποχή του φιλελεύθερου θριάμβου που παρουσιαζόταν ως «τέλος της Ιστορίας» (Francis Fukuyama), μετά τον οριστικό τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και της διαπάλης των ιδεολογιών. Η επικράτηση των αγορών οδηγούσε σε μονοκρατορία του φιλελευθερισμού, που εξελισσόταν ταχύτατα σε ασύδοτο νεοφιλελευθερισμό.
Μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση, μια πρωτοφανή υγειονομική κρίση και συνεχείς περιβαλλοντικές καταστροφές, τίποτα δεν δείχνει ότι οι υποσχέσεις που μας δόθηκαν θα εκπληρωθούν, το αντίθετο. Αν η γενιά της αριστερής μελαγχολίας στην Ελλάδα αντίκρυζε ανατρέχοντας στο πρόσφατο παρελθόν τα ερείπια μιας ακυρωμένης και τελικά προδομένης επανάστασης, η δική μου γενιά βλέπει στο παρελθόν μια «κανονικότητα» βίου, στην οποία σταδιακά κι επώδυνα συνειδητοποιεί ότι δεν θα επιστρέψει ποτέ. Ζει τη μελαγχολία της αλλοτινής της παντοδυναμίας, ένα σύνδρομο Μπλανς Ντιμπουά όπως το βλέπουμε στην ταινία Λεωφορείον ο πόθος (1951). Υπενθυμίζω ότι στο θεατρικό έργο του Τένεσι Ουίλιαμς και στην εξαιρετική κινηματογραφική μεταφορά του από τον Ελία Καζάν, η αλλοτινή καλλονή Μπλανς (Βίβιαν Λι) μεγαλοπιάνεται ζώντας με την ψευδαίσθηση του οικογενειακού της μεγαλείου, που δεν υπάρχει πια. Αντίστοιχα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η αισιοδοξία για το μέλλον έχει χαθεί, είμαστε η πρώτη γενιά μετά από καιρό που παρακολουθεί ανήμπορη την παρακμή της –ακόμα χειρότερα, οι επόμενοι γεννιούνται με τους ορίζοντες ευθύς εξαρχής κλειστούς. Και μάλιστα, η παρακμή αυτή σημαίνει κατά μία έννοια και παρακμή της ίδιας της Δύσης ως πνευματικού χώρου μέσα μας, των κεντρικών ιδεών της νεωτερικότητας (αφού η ιδέα της νεωτερικότητας και η ιδέα της Δύσης ιστορικά γεννιούνται μαζί: Ferenc Feher)ˑ δεν δηλώνει το τέλος μόνο ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, αλλά μοιάζει να προφητεύει και το τέλος κάθε δυνατού για εμάς πολιτισμού. Οπότε, αν αυτή η στάση (η καθημερινότητα νοούμενη σαν μια αδιάλειπτη ακολουθία από μικρές ή μεγάλες ήττες) δεν αντικατασταθεί σύντομα από μια κριτική αποστασιοποίηση που θα εκδηλωθεί δημιουργικά ως απαίτηση παρρησίας, από μια δίψα για την ίδια τη ζωή, μια ακόμα χαμένη γενιά θα προστεθεί στο εθνικό μας παθητικό.
Ούτε θύματα του παρελθόντος ούτε θύτες του μέλλοντος
Αν είναι να περιμένουμε κάτι από το μέλλον, αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι η παλινόρθωση του απωλεσθέντος παραδείσου –που, έτσι κι αλλιώς, ως πλαστός παράδεισος είναι εν πολλοίς υπεύθυνος για τη σημερινή κατάσταση. Νοσταλγούμε την ειρήνη, την ευμάρεια, τους ανοιχτούς ορίζοντες εκείνης της εποχής, αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε μια επιστροφή. Αν προσηλωθούμε στη νοσταλγία, οι διαρκείς ματαιώσεις θα ανατροφοδοτούν την αυτολύπηση και απλώς θα περιφέρουμε το πένθος μας από θύελλα σε θύελλα κι από ηλικία σε ηλικία. Και στο τέλος, θα είμαστε ανύπαρκτοι για τον κόσμο, δηλαδή χωρίς συνέχεια ή επίδραση μέσα στην Ιστορία: το να αποφασίσουμε πως προοριζόμαστε ως γενιά να γίνουμε λίπασμα για τα δέντρα που καίμε θα ήταν ένα πολύ καλό οικολογικό τσιτάτο για τον επιφανειακό κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά θα δήλωνε συγχρόνως μια πολύ περιορισμένη φιλοδοξία. Θα εξέφραζε μια κατάρρευση της βούλησης ή την «αποφασιστικότητα» μιας γενιάς, για πρώτη ίσως φορά στην ανθρώπινη ιστορία, να μείνει αμετάβατη, να παραμείνει χωρίς απογόνους, στείρα. Πιθανόν, η ίδια η εποχή με τον απρόσωπο και αποστασιοποιημένο τρόπο διακυβέρνησης και με την επικράτηση του δημόσιου ψηφιακού ψευτοειδώλου μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οδηγεί στο να μην έχουμε πλέον συνείδηση του εαυτού μας ως ιστορικού όντος με προσωπική αρετή και δημόσια ηθική συμπεριφορά. Η αδιαφορία επιλογής πεπρωμένου δηλώνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως θεωρούμε πλέον ότι η ίδια η ζωή δεν έχει νόημα ή ότι νόημά της είναι η απάνθρωπη ατομιστική ευδαιμονία («ευτυχιοκρατία») –και σ’ αυτήν την ηττοπαθή ενόρμηση θανάτου θα πρέπει να αντιταχθούμε.
Υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που μπορεί να θεωρηθούν επείγοντα για μια προγραμματική ατζέντα της γενιάς μας. Ας σταθούμε σε τρία μόνο από αυτά:
α. Αυτονόητα, το πρώτο θέμα είναι η προστασία του περιβάλλοντος και των ζώων. Αποσυνδεδεμένη από τις κατά καιρούς αριστερίστικες, μυστικιστικές ή και αντιουμανιστικές τάσεις, μια ριζοσπαστική οικολογική συνείδηση θα πρέπει να γίνει τρόπος ζωής όλων, ακόμα κι αν χρειαστεί να βάλουμε στο τραπέζι το θέμα της «αποανάπτυξης», της μείωσης των παραγωγικών ρυθμών της ανθρωπότητας και της αποσύνδεσης της ευημερίας από την κατανάλωση των φυσικών πόρων. Με το θέμα σχετίζεται ασφαλώς τόσο η κλιματική δικαιοσύνη όσο και η δικαιότερη κατανομή πλούτου στον κόσμο: εάν μας έμαθε κάτι η περίοδος της πανδημίας είναι ότι δεν μπορεί οι χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου να έχουν την πολυτέλεια να επιλέξουν μεταξύ διαφορετικών εμβολίων και οι φτωχότερες χώρες της Ασίας, της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής (χώρες μεταξύ άλλων και υποδοχής των αποβλήτων του δυτικού κόσμου) να μην έχουν στη διάθεσή τους καν εμβόλια, η ανθρωπότητα είναι πλέον παγκοσμιοποιημένη και νοείται ως μία ενότητα μπροστά στον κοινό κίνδυνο. Κι αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζουμε είναι οι εκτεταμένες περιβαλλοντικές καταστροφές και η ακραία κλιματική αλλαγή.
β. Θα πρέπει να συλλογιστούμε τρόπους με τους οποίους θα ενεργοποιηθεί ο πολίτης για αμεσότερη συμμετοχή στα κοινά. Η παρατηρούμενη «αδημία» (η παντελής απουσία του δήμου από τις πολιτικές εξελίξεις), με τα όλο και πιο απομακρυσμένα γραφειοκρατικά κέντρα αποφάσεων (λ.χ. στους ευρωπαϊκούς θεσμούς η πολιτική κοινότητα δεν ταυτίζεται με το φυσικό σώμα της πόλης, όπως εύστοχα παρατηρεί ο G. Agamben), με το κράτος να έχει ουσιαστικά απωλέσει την κυριαρχία του, με την προβληματική έμμεση αντιπροσώπευση και την παραπληροφόρηση, σημαίνει μια ελευθερία εν κινδύνω, που δεν μπορεί να υποκαθίσταται από τη θυμική συμμετοχή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γιατί αυτού του είδους η ηθικολογική εκτόνωση σημαίνει περαιτέρω ενίσχυση της εικονικής και συναισθηματικής δημοκρατίας. Σκοπός είναι να ενισχύσουμε τον αγωνιστικό χαρακτήρα της δημοκρατίας, φεύγοντας από την αυτάρεσκη απάθεια που κληρονομήσαμε από το καταναλωτικό μας παρελθόν και που συνεπάγεται ένα είδος ναρκισσιστικής τυφλότηταςˑ να οικοδομήσουμε μια ηθική μέριμνα που σημαίνει ευθύνη και λογοδοσία αναφορικά με το μέλλον. Προς τούτο η ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών είναι πιο αναγκαία από ποτέ.
γ. Στην εποχή μας κυριαρχούν οι ταυτοτικές διαμάχες. Οφείλουμε να υπερασπιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις τον ευάλωτο και κατατρεγμένο άνθρωπο των μειονοτήτων χωρίς όμως, την ίδια στιγμή, να επιτρέπουμε στην πολιτική ορθότητα να κηδεμονεύει την ελευθερία της έκφρασης και της σκέψης. Οφείλουμε, επίσης, να φύγουμε από τις ηγεμονικές αντιλήψεις του παρελθόντος που αξίωναν καθολική εγκυρότητα για τις δυτικές μας αξίες, γεγονός που γεννά μόνο συγκρούσεις πολιτισμών με αυτόκλητους σωτήρες-εξολοθρευτές και υπανάπτυκτους εξολοθρευόμενους. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορούμε να αποδεχτούμε, στο πνεύμα μιας εμμονικά ιδεοληπτικής ανεκτικότητας προς το πολιτισμικό «άλλο», να καταστρατηγούνται οι αρχές της ισότητας, του αλληλοσεβασμού, της ελευθερίας της έκφρασης, της ίδιας εντέλει της δυτικής δημοκρατίας –η ισορροπία είναι λεπτή αλλά απαιτείται η πολιτική βούληση που θα θέσει όρια.
Η σημασία του παρόντος ορίζεται από τον βαθμό ανοιχτότητάς του προς το μέλλον. Οι συνεχείς κρίσεις είναι βέβαιο πως θα συνεχιστούν, είναι εγγενείς στο καπιταλιστικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, όμως είναι προτιμότερο να περνάς περιόδους αστάθειας, παρά να νιώθεις πως βρίσκεσαι μπροστά σε οριστικό αδιέξοδο. Το δικαστήριο της ιστορίας θα είναι αμείλικτο αν η γενιά της φιλελεύθερης μελαγχολίας παραδώσει κλειστούς ορίζοντες. Η μελαγχολία μας θα πρέπει να γίνει πολεμική, ένας μοχλός πίεσης για το αύριο.
[Μια πρώτη εκδοχή ορισμένων απόψεων του κειμένου, με άλλα όμως συμφραζόμενα, δημοσιεύτηκε εδώ.]
