Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία
Κ. Καρυωτάκης
Είναι η γενιά μου που αρχίζει να θολώνει και να σβήνει
Α. Χιόνης
1.
Η αναδρομική και ακόμη περισσότερο η γραμματολογική θεώρηση ενός λογοτεχνικού φαινομένου, όπως η παρουσία μιας ποιητικής γενιάς, διαφοροποιείται πάντα από τη συγχρονική κριτική πρόσληψη. Ενώ λοιπόν παλαιότερα, περιγράφοντας την ομάδα των ποιητών που πρωτοεμφανίστηκαν λίγο μετά το 1965-66 και έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, γινόταν λόγος για «γενιά της αμφισβήτησης» ή «της άρνησης», δίνοντας έμφαση στον ριζοσπαστικό κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό που εκφράστηκε στην πρώιμη φάση του έργου τους, σήμερα πια αντίστοιχοι ιδεολογικοί και ηθικοί χαρακτηρισμοί φαντάζουν περιοριστικοί και ελάχιστα συμπεριληπτικοί.
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, η στιγμή είναι κατάλληλη για μια πανοραμική αποτίμηση της ποιητικής «γενιάς του ʼ70». Η γενιά αυτή θα απασχολήσει εκτενώς και απολύτως δικαιολογημένα τους νεότερους μελετητές, εκτός των άλλων, και για την κομβική θέση που καταλαμβάνει στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι μελλοντικές ερμηνευτικές απόπειρες δεν μπορεί φυσικά να παραβλέψουν την απόσταση που χωρίζει το οργισμένο ξεκίνημα από τη στοχαστική ωριμότητα, αλλά και την αξιοσημείωτη εκφραστική ομοιογένεια που παρουσιάζει το έργο των σημαντικότερων ποιητών της γενιάς[1]Για «δύο διακριτές εποχές» της «γενιάς του ʼ70» κάνει λόγο η Δημητρούλια. Στο σχήμα που υιοθετεί η κριτικός, η πρώτη (1974-1989) είναι εποχή συντροφικότητας, καλλιτεχνικής διάδρασης και πολιτικής ανυπακοής, ενώ η δεύτερη (1989-σήμερα) είναι εποχή ατομισμού, πλουτισμού και καταναλωτισμού. Βλ. Τιτίκα Δημητρούλια, «Ο “αρνητικός μοντερνισμός” της γενιάς του ‘70», Προσεγγίσεις στην ποίηση της γενιάς του ’70, Γκοβόστης, Αθήνα 2019, σ. 19-38: 21..
Μια αναστοχαστική γραμματολογική προσέγγιση θα επισημάνει ασφαλώς ρήξεις και συνέχειες, αλλά κυρίως θα υπογραμμίσει την ενδιάμεση θέση που διεκδικεί η γενιά αυτή, μαζί με τους ποιητές που εμφανίζονται τη δεκαετία του 1980, όχι απλώς ανάμεσα σε δύο περιόδους, αλλά ανάμεσα σε δύο κόσμους. Δύο κόσμους που σήμερα πια ξεχωρίζουν καθαρότερα, καθώς διαχωρίζονται όχι μόνον αισθητικά αλλά και ανθρωπολογικά: με την έννοια της τυπολογίας των ποιητών, της λειτουργίας του ποιητικού φαινομένου, του ρόλου της ποίησης και της θέσης της στο πολιτισμικό στερέωμα και τον δημόσιο χώρο.
Η ποιητική «γενιά του ʼ70» είναι μια χρονικά «παρατεταμένη»[2]Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Διαδρομές της γενιάς του 1970. Από τη νεανική εξωστρέφεια στην ωριμότητα της εσωτερικής περιπλάνησης», στο Α. Καστρινάκη, Α. Πολίτης, Δ. Τζιόβας (επιμ.), Για μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Προτάσεις ανασυγκρότησης, θέματα και ρεύματα, ΠΕΚ-Μουσείο Μπενάκη, Ηράκλειο 2012, σ. 369-378: 372. και πολλαπλά προνομιούχα γενιά, άμεση και σχεδόν γραμμική συνέχεια των δύο μεταπολεμικών, οι οποίες –αξίζει να σημειωθεί– δεν την αντιμετώπισαν με αντιπαλότητα ή καχυποψία. Κοινωνικά προνομιούχα γενιά, αφενός για το βιοτικό επίπεδο και το ειρηνικό-δημοκρατικό πλαίσιο που απολαμβάνει, χωρίς επώδυνα ιστορικά φορτία, στα χρόνια της μακράς μεταπολίτευσης∙ και αφετέρου γραμματολογικά προνομιούχα, καθώς είναι η πρώτη γενιά σε θέση να απορροφήσει, κατά το δοκούν, κατακτήσεις και διδάγματα από μια πλήρως διαμορφωμένη, ήδη από τη δεκαετία του 1970, ελληνική ποιητική παράδοση: από τον Σολωμό, τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη μέχρι τον Σεφέρη, τη «γενιά του ’30», τους υπερρεαλιστές και τους μεταπολεμικούς. Από την άποψη αυτή το βασικό χαρακτηριστικό της ιδιοπροσωπίας αυτής της γενιάς δεν αφορά, κατά την εκτίμησή μου, νέα ρεύματα, τάσεις, θεματικές και τεχνοτροπίες, αλλά την ενσωμάτωση και απορρόφηση της ποιητικής παράδοσης, ιδίως του 20ού αιώνα των μοντερνισμών και των πρωτοποριών.
Ίσως αυτή η αίσθηση του βάρους της παράδοσης επηρέασε καθοριστικά τη διαμόρφωση της ποιητικής της «γενιάς του 1970», η οποία ωστόσο, γράφοντας στον απόηχο της κρίσης του μοντερνισμού, αρχίζει να διαισθάνεται την ανεπάρκεια της εγχώριας παράδοσης, όπως φαίνεται από τη μεταφραστική κίνηση της εποχής. Επιπλέον, πρόκειται για μια γενιά που δείχνει σταδιακά να υποψιάζεται και την εν γένει ανεπάρκεια ή κρίση του ποιητικού λόγου στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας και της μαζικής κουλτούρας, εξού και τα έντονα διακαλλιτεχνικά στοιχεία που εκδηλώνονται στο έργο αρκετών ποιητών (σχέση με κινηματογράφο, οπτικό πολιτισμό, μουσική κ.ά.), αλλά και το πέρασμα κάποιων στην πεζογραφία.
Σε αυτό το σχήμα συνέχειας της μεταπολεμικότητας και διαχωρισμού από τις πιο σύγχρονες γενιές (τις μετά το 1990), η μεταβατική θέση της «γενιάς του 1970» επιβεβαιώνεται και από τη σχέση της με την πολιτική και την ιδεολογία. Ενώ πρόκειται μια γενιά που αναμφίβολα εκφράζεται πολιτικά στον ποιητικό της λόγο, παράλληλα είναι και η πρώτη γενιά όπου ποιητές με κοινωνικές και πολιτικές ευαισθησίες, με την ευρύτερη ή στενότερη έννοια, δεν έχουν σοβαρές ιδεολογικές δεσμεύσεις και είναι απαλλαγμένοι από στρατεύσεις και κομματικές πειθαρχίες[3]Για «ολωσδιόλου ανένταχτη επαναστατικότητα» και για «ανομολόγητο φόβο ένταξης» κάνει λόγο ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου, Η γενιά του ’70. Ιστορία – Ποιητικές διαδρομές, Κέδρος, Αθήνα 1989, σ. 34-37.. Η κατάρρευση των συλλογικών μύθων έκανε το πέρασμα στον ιδιωτικό χώρο ευκολότερο από ό,τι θα φαντάζονταν και οι ίδιοι οι ποιητές. Έτσι, στην προσωπική εξέλιξη και τη συλλογική διαδρομή των ποιητών της αποτυπώνονται οι γενικότερες μεταβολές στο κοινωνικό και πολιτικό ήθος της εποχής, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση ατομικότητας και συλλογικότητας, στοιχείο που όπως φαίνεται θα αποτελέσει κρίσιμο ερμηνευτικό κλειδί συνολικά για τη μελέτη της λογοτεχνίας της μεταπολίτευσης[4]Όπως άλλωστε έδειξε στη συνθετική του μελέτη για την πεζογραφία της περιόδου ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, Πόλις, Αθήνα 2017..
Από την απολύτως προσγειωμένη στην πολυκερματισμένη και σύνθετη πραγματικότητα «γενιά του ʼ70» απουσιάζουν τα μείζονα ποιητικά μεγέθη, οι μεγάλες συνθετικές αφηγήσεις, οι ολιστικές ερμηνείες και οι υψηλές φωνές. Αντιθέτως, οι πλάγιοι τρόποι, οι ελάσσονες τόνοι και οι έμμεσες υπονομεύσεις κάθε μορφής του «υψηλού» κυριαρχούν εκφραστικά στο έργο των ποιητών, οι οποίοι –ας μην το υποτιμούμε– έζησαν από κοντά όλη τη διαδρομή από τη συμβολική υπεροχή της ποίησης στο λογοτεχνικό πεδίο, υπαρκτή ακόμη στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, μέχρι την περιθωριοποίηση και τη συρρίκνωσή της στα μεταγενέστερα χρόνια της ηγεμονίας του πεζού λόγου.
Η νέα εποχή έθεσε κάποια στιγμή εκτός δημόσιου ενδιαφέροντος τη «γενιά του ’70», αλλά και την ποίηση συνολικά. Πριν θολώσει το ίχνος της όμως, η «γενιά του ʼ70» πρόλαβε να αποτυπώσει το ισχυρό στίγμα της: α) ανανεώνοντας την ποιητική γλώσσα, τη στιχουργία και γενικότερα τον κώδικα της ποίησης, σχεδόν παράλληλα με το γρήγορο αλλά όχι αυτόματο «στρώσιμο» της δημοτικής στη μεταπολίτευση, β) με την τεχνοτροπική, γλωσσική, υφολογική και εκφραστική ποικιλομορφία της[5]Σε γενιά με τη «μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία προσωπικών φωνών» αναφέρεται ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου, ό.π, σ. 26., παρά τη φαινομενική κυριαρχία του μοντερνισμού και του ελεύθερου στίχου, γ) με τη μετατόπιση των μελών της από τον κοινωνικό προβληματισμό, την οργή και την καταγγελία στην υπαρξιακή περιπλάνηση και την ενδοσκόπηση, δ) με τον δυναμικό της διάλογο με την εγχώρια ποιητική παράδοση και ε) με την ευχέρεια των υπαινικτικών της τρόπων, του χιούμορ, του διαβρωτικού σαρκασμού και της πολύτροπης ειρωνείας.
2.
Η υπόθεση εργασίας και παράλληλα υποθήκη μελλοντικής έρευνας που στηρίζει τις παραπάνω σκέψεις, αλλά προφανώς δεν μπορεί να τεκμηριωθεί πλήρως στον χώρο αυτού του αφιερώματος, είναι ότι η μελέτη της ταυτότητας των (πολλών) περιοδικών που εκδίδουν και διευθύνουν οι ποιητές της γενιάς αυτής ίσως μπορεί να επιβεβαιώσει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που περιγράψαμε. Αν και σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορούμε να κάνουμε λόγο για αντιπροσωπευτικά «περιοδικά γενιάς»[6]Με την έννοια, για παράδειγμα, που είχαν η Μούσα για τη γενιά του ’20, τα Νέα Γράμματα για τη γενιά του ’30 και η Κριτική, Τα Νέα Ελληνικά ή η Διαγώνιος για τη μεταπολεμική γενιά., μια συνθετική προσέγγιση της «γενιάς του ’70» και των ιδεών της για την ποίηση πρέπει κατά τη γνώμη μου να στραφεί προς την κατεύθυνση των περιοδικών, που εκ των πραγμάτων πραγματώνουν συλλογικές σχέσεις και ατομικές διαθέσεις. Τα λογοτεχνικά περιοδικά των ποιητών-εκδοτών[7]«Δημιουργικά λογοτεχνικά περιοδικά» τα χαρακτηρίζει ο Πατίλης, αντιδιαστέλλοντάς τα προς τα περιοδικά που δεν εκδίδονται από λογοτέχνες και «αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως “πολιτισμό” – σαν κάτι το εξωτερικό δηλαδή». Βλ. Γιάννης Πατίλης, Μικρός Τύπος: Το λογοτεχνικό περιοδικό. Θεωρία και ασκήσεις. Κείμενα 1978-2013, Ύψιλον, Αθήνα 2013, σ. 24., οι συντροφιές, τα δίκτυα, οι επαφές, οι ωσμώσεις και η πλούσια ζωή που δημιουργούν, όχι μόνο με τα κείμενα, αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της λογοτεχνικής ταυτότητας της μεταπολίτευσης που τώρα μόλις (ειδικά στην πεζογραφία) έχει αρχίσει να χαρτογραφείται.
Δεν διαθέτουν φυσικά όλα τα σχετικά περιοδικά ισχυρό προφίλ και χαρακτήρα, κάποια είναι ολιγόζωα, ενώ όσο περνούν τα χρόνια οι διαφοροποιήσεις μεταξύ τους τείνουν να ελαχιστοποιηθούν. Πάντως, η εκδοτική έκρηξη μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας το 1969, η αναδόμηση και ο εκδημοκρατισμός της δημόσιας σφαίρας και του λογοτεχνικού πεδίου μετά το 1974 και οι ευρύτερες ανησυχίες των νέων λογοτεχνών, που ανασαίνουν τον ριζοσπαστικό αέρα της εποχής, οδήγησαν στο εντυπωσιακής έκτασης φαινόμενο του ποιητή-εκδότη στον χώρο του «μικρού λογοτεχνικού τύπου»[8]Για τον όρο βλ. Πατίλης, ό.π..
Χωρίς να συμπεριλάβουμε εδώ τις επίσης ενδεικτικές συλλογικών προθέσεων ανθολογίες, τα ονόματα των ποιητών και οι τίτλοι των εντύπων είναι ενδεικτικά για το εύρος του φαινομένου, που ακόμα κι αν δεν είναι πρωτόγνωρο και δεν θεμελιώνει «κάποια προνομιακή σχέση με τα περιοδικά, συγκριτικά με άλλες λογοτεχνικές γενιές του παρελθόντος»[9]Λάμπρος Βαρελάς, «Η ποιητική γενιά του 1970 και ο περιοδικός Τύπος», Νέα Εστία, τχ. 1875, Δεκ. 2017, σ. 951-963: 952., ωστόσο αποτυπώνει μια πρωτοφανή δυναμική: Κ. Μαυρουδής: Το Δέντρο, Γ. Πατίλης: Το Δέντρο, Νήσος, Κριτική και Κείμενα, Πλανόδιον, Μ. Γκανάς: Το Δέντρο, Α. Φωστιέρης: Η Νέα Ποίηση, Η Λέξη, Γ. Χρονάς: Οδός Πανός, Ντ. Σιώτης: Ρεύματα, Δέκατα, Poetix, Δ. Καλοκύρης: Τραμ, Χάρτης, Κ.Γ. Παπαγεωργίου: Γράμματα και Τέχνες, Κ, Τα Ποιητικά, Κ. Τριανταφύλλου: Λωτός, Η Πράξις, Ν. Χατζιδάκι: Πρόσωπα, Ε. Στριγγάρη, Κιβωτός τέχνης, Α. Παγουλάτος: Χνάρι, Σ. Μπεκατώρος: Κατάθεση ’73 και ‘74, Διαπίστωση, 20ος αιών, Γ. Θεοχάρης: Εμβόλιμον, Κ. Λάνταβος: Γραφή, Λ. Πούλιος: εφ. Απολογία, Π. Παμπούδη: ηλ. περ. Περί ου, κ.ά. Σ’ αυτά θα μπορούσαν ίσως να προστεθούν ο κομβικός ρόλος της Άντειας Φραντζή στις πλούσιες φιλολογικές σελίδες του Αντί όπως και για ένα διάστημα του Διονύση Καψάλη (οριακά ωστόσο τοποθετημένου στο πλαίσιο αυτής της γενιάς) στον «Λογοτεχνικό Πολίτη» και αργότερα στο φιλολογικό περιοδικό Λόγου χάριν.
Η διπλή ιδιότητα αρκετών ποιητών της γενιάς δείχνει αναμφίβολα την εξωστρέφεια, την αυτονόμηση, τις αναζητήσεις και την παρεμβατική της διάθεση. Το περιοδικό συνιστά έναν χώρο ατομικής και συλλογικής ουτοπίας που στεγάζει ιδέες, αξίες, πρόσωπα και αισθήματα. Είναι το όχημα προσωπικών καλλιτεχνικών οραμάτων αλλά και σημείο συνάντησης της τέχνης με τη διανόηση και την κριτική, πεδίο ανίχνευσης και δημιουργίας σχέσεων κοινότητας με συνοδοιπόρους, παλαιότερους και νεότερους ποιητές και καλλιτέχνες. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι πολλές από τις εκφραστικές και αισθητικές αποτυπώσεις της «γενιάς του ʼ70» καταγράφηκαν παράλληλα στα περιοδικά της, που τις υποδέχτηκαν ως κατεξοχήν πεδίο αναζητήσεων, δοκιμών, πειραματισμών, μεταφράσεων και διαπολιτισμικών μεταφορών.
Αν μπορούμε να ξεχωρίσουμε κάποια γενικά χαρακτηριστικά των περιοδικών της γενιάς, που διαφοροποιούνται κάπως σε σχέση με το παρελθόν, θα επικεντρωνόμασταν ίσως στο πολύ ισχυρό προσωπικό αποτύπωμα του εκδότη-διευθυντή και την υποβάθμιση του ρόλου των συντακτικών επιτροπών. Ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’80, ακολουθώντας το habitus των καιρών, τα περιοδικά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν έχουν τόσο ομαδικό χαρακτήρα, στεγάζοντας περισσότερο εξατομικευμένες ευαισθησίες παρά συλλογικά σχήματα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι παρά τις όποιες αισθητικές, εκδοτικές και κάποτε ιδεολογικές τους διαφορές, ούτως ή άλλως ολοένα και πιο δυσδιάκριτες μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής είναι ελάχιστα ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Οι φιλολογικές κριτικές διαμάχες, σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του περιοδικού τύπου, αμβλύνονται αισθητά, ενώ επίσης απουσιάζουν οι υψηλές φιλοδοξίες και αξιώσεις των εκδοτών για κανονικοποίηση, ηγεμονικό λόγο, εξουσιαστική επιβολή, ή ρυθμιστικό ρόλο στο λογοτεχνικό πεδίο, όπως συνέβαινε με αντίστοιχα έντυπα της γενιάς του ’30 ή με κάποια μεταπολεμικά περιοδικά.
Ο «μικρός λογοτεχνικός τύπος» της «γενιάς του ʼ70» παραμένει ουσιαστικά χαμηλόφωνος, ανοιχτός και ετερογενής. Αυτή η σχέση των ποιητών με τα λογοτεχνικά περιοδικά που ίδρυσαν και διηύθυναν συγκροτώντας παρέες και συντροφιές με κοινές εν πολλοίς αισθητικές αναζητήσεις, αν εξεταστεί προσεκτικά, μπορεί να φωτίσει καλύτερα το μείζον χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της γενιάς: τη δυναμική συσχέτιση του ατομικού με το συλλογικό, που η Τιτίκα Δημητρούλια έχει αποκαλέσει προσφυώς «ενότητα εν διαφορά» και «συναίρεση του ενός και του πολλαπλού» (2019: 15)[10]Η Δημητρούλια τη χαρακτηρίζει ως μια γενιά «εξαρχής ενιαία και πολλαπλή», που όμως «δεν έχει κέντρο ούτε ενότητα με τη συμβατική σημασία του όρου». Βλ. Τιτίκα Δημητρούλια, «Μια προσέγγιση της γενιάς του ʼ70», Προσεγγίσεις στην ποίηση της γενιάς του ’70, ό.π., σ. 9-18: 17.. Σε αυτό το πεδίο μπορούμε να εντοπίσουμε συνομαδώσεις, τάσεις, συγκλίσεις, διασταυρώσεις και αποκλίσεις προσώπων και λογοτεχνικών ιδεών. Μια συγκριτική προσέγγιση των εκδοτικών πρακτικών θα αναδείκνυε γνωρίσματα των περιοδικών που ενδεχομένως χαρακτηρίζουν και τη γενιά: τον πολυφωνικό χαρακτήρα (εξετάζοντας τα ονόματα των συνεργατών), την ποικιλομορφία (σε θεματικές, τάσεις, επιδράσεις, άξονες κ.λπ.), τη σχέση ατομικότητας-συλλογικότητας με καταφανή την τάση προς την εξατομίκευση (π.χ. με τον αρκετά προσωποπαγή χαρακτήρα των περισσότερων περιοδικών), την πρόθεση προσοικείωσης της ελληνικής ποιητικής παράδοσης (π.χ. με τη λογική που ακολουθούν πολλά αφιερώματα), την αναχώνευση του μοντερνισμού, της πρωτοπορίας και των ξένων λογοτεχνιών (μεταφράσεις), τις εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ ποιητών της γενιάς, τον διακαλλιτεχνικό προσανατολισμό (π.χ. σχέση με τον πολιτισμό της εικόνας), το άνοιγμα στην κριτική και τις ιδέες, τη διευρυμένη αντίληψη για τη δημόσια σφαίρα και το λογοτεχνικό πεδίο κ.ά.
Καθώς λοιπόν ολοκληρώνεται ο βιολογικός κύκλος της «γενιάς του 1970» και η δημιουργική της παραγωγή διανύει τη φάση της ανακεφαλαιωτικής ωριμότητας, έρχεται η ώρα να κριθεί δίκαια και καλειδοσκοπικά, ατομικά και συνολικά, χωρίς υπερβολές και ισοπεδωτικές ομαδοποιήσεις, στη βάση των επιτευγμάτων και τις κατακτήσεών της και όχι των σημερινών κριτηρίων και ποιητικών αναζητήσεων. Ίσως τελικά ο ενιαίος μέσα στην πολλαπλότητα χαρακτήρας της, όλο και πιο ξεκάθαρος με το πέρασμα των χρόνων, να την προφυλάσσει από αυτούς τους κινδύνους, που ούτως ή άλλως ελλοχεύουν για κάθε λογοτεχνική γενιά. Το συνεκτικό στοιχείο που ενώνει διαφορετικές φωνές –κι αυτό μπορεί να το αναδείξει η μελέτη των περιοδικών– αφορά περισσότερο ένα κοινό υπέδαφος αναζητήσεων, βιωμάτων, ιδιοσυγκρασιών, αισθημάτων και αισθήσεων, παρά την κοινή πίστη σε θεωρητικές αρχές και μανιφέστα[11]Σωστά ο Ζήρας επισημαίνει την «ατμόσφαιρα σύμπνοιας», τον «κοινό προβληματισμό» και τις «παράλληλες αναζητήσεις στο χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας» ως ενοποιητικά στοιχεία των «ομογάλακτων» αλλά «όχι όμοιων ποιητικών φωνών». Βλ. Α. Ζήρας, «Από τη γλώσσα της οργής στην τραυματική γλώσσα. Ποιητές και ποιητικές μετά το ‘70», στο Δ. Αλεξίου (επιμ.), Γενιά του ’70, Όμβρος, Αθήνα 2001, σ. 9-30: 9-10.. Το αν όμως αυτό το πολύ γενικό περίγραμμα είναι αρκετό για να ορίσει την ισχυρή ταυτότητα και τη συλλογική διάσταση μιας γενιάς είναι ζήτημα μιας ευρύτερης συζήτησης γύρω από τα γραμματολογικά προαπαιτούμενα της συγκρότησής των λογοτεχνικών γενεών.
Υποσημειώσεις[+]
| ↥1 | Για «δύο διακριτές εποχές» της «γενιάς του ʼ70» κάνει λόγο η Δημητρούλια. Στο σχήμα που υιοθετεί η κριτικός, η πρώτη (1974-1989) είναι εποχή συντροφικότητας, καλλιτεχνικής διάδρασης και πολιτικής ανυπακοής, ενώ η δεύτερη (1989-σήμερα) είναι εποχή ατομισμού, πλουτισμού και καταναλωτισμού. Βλ. Τιτίκα Δημητρούλια, «Ο “αρνητικός μοντερνισμός” της γενιάς του ‘70», Προσεγγίσεις στην ποίηση της γενιάς του ’70, Γκοβόστης, Αθήνα 2019, σ. 19-38: 21. |
|---|---|
| ↥2 | Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Διαδρομές της γενιάς του 1970. Από τη νεανική εξωστρέφεια στην ωριμότητα της εσωτερικής περιπλάνησης», στο Α. Καστρινάκη, Α. Πολίτης, Δ. Τζιόβας (επιμ.), Για μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Προτάσεις ανασυγκρότησης, θέματα και ρεύματα, ΠΕΚ-Μουσείο Μπενάκη, Ηράκλειο 2012, σ. 369-378: 372. |
| ↥3 | Για «ολωσδιόλου ανένταχτη επαναστατικότητα» και για «ανομολόγητο φόβο ένταξης» κάνει λόγο ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου, Η γενιά του ’70. Ιστορία – Ποιητικές διαδρομές, Κέδρος, Αθήνα 1989, σ. 34-37. |
| ↥4 | Όπως άλλωστε έδειξε στη συνθετική του μελέτη για την πεζογραφία της περιόδου ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, Πόλις, Αθήνα 2017. |
| ↥5 | Σε γενιά με τη «μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία προσωπικών φωνών» αναφέρεται ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου, ό.π, σ. 26. |
| ↥6 | Με την έννοια, για παράδειγμα, που είχαν η Μούσα για τη γενιά του ’20, τα Νέα Γράμματα για τη γενιά του ’30 και η Κριτική, Τα Νέα Ελληνικά ή η Διαγώνιος για τη μεταπολεμική γενιά. |
| ↥7 | «Δημιουργικά λογοτεχνικά περιοδικά» τα χαρακτηρίζει ο Πατίλης, αντιδιαστέλλοντάς τα προς τα περιοδικά που δεν εκδίδονται από λογοτέχνες και «αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως “πολιτισμό” – σαν κάτι το εξωτερικό δηλαδή». Βλ. Γιάννης Πατίλης, Μικρός Τύπος: Το λογοτεχνικό περιοδικό. Θεωρία και ασκήσεις. Κείμενα 1978-2013, Ύψιλον, Αθήνα 2013, σ. 24. |
| ↥8 | Για τον όρο βλ. Πατίλης, ό.π. |
| ↥9 | Λάμπρος Βαρελάς, «Η ποιητική γενιά του 1970 και ο περιοδικός Τύπος», Νέα Εστία, τχ. 1875, Δεκ. 2017, σ. 951-963: 952. |
| ↥10 | Η Δημητρούλια τη χαρακτηρίζει ως μια γενιά «εξαρχής ενιαία και πολλαπλή», που όμως «δεν έχει κέντρο ούτε ενότητα με τη συμβατική σημασία του όρου». Βλ. Τιτίκα Δημητρούλια, «Μια προσέγγιση της γενιάς του ʼ70», Προσεγγίσεις στην ποίηση της γενιάς του ’70, ό.π., σ. 9-18: 17. |
| ↥11 | Σωστά ο Ζήρας επισημαίνει την «ατμόσφαιρα σύμπνοιας», τον «κοινό προβληματισμό» και τις «παράλληλες αναζητήσεις στο χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας» ως ενοποιητικά στοιχεία των «ομογάλακτων» αλλά «όχι όμοιων ποιητικών φωνών». Βλ. Α. Ζήρας, «Από τη γλώσσα της οργής στην τραυματική γλώσσα. Ποιητές και ποιητικές μετά το ‘70», στο Δ. Αλεξίου (επιμ.), Γενιά του ’70, Όμβρος, Αθήνα 2001, σ. 9-30: 9-10. |
