© Eric Bénier-Bürckel

Νάσος Βαγενάς

Η γενιά του ’70 στο πλαίσιο της εποχής

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς σήμερα τις επιφυλάξεις ορισμένων, οι οποίοι, μιλώντας για τη γενιά των ποιητών που εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1970, χρησιμοποιούν για να την περιγράψουν διάφορες υπεκφυγικές περιφράσεις ή συνοδεύουν την ονομασία «γενιά του ’70» (όταν δεν την αρνούνται ρητά) με διάφορα αναιρετικά προσδιοριστικά –η φράση «η λεγόμενη γενιά του ’70» είναι η πλέον συνηθισμένη. Εκείνο που οι κριτικοί αυτοί φαίνεται να εννοούν με την παραπάνω φράση, είναι το πλήθος των ποιητών που εμφανίστηκαν από το 1970 περίπου και εξής, των οποίων οι συλλογές αθροιζόμενες συνολικά σχηματίζουν ένα σκοτεινό και συγκεχυμένο τοπίο. Όμως μια λογοτεχνική γενιά, στη συγκεκριμένη περίπτωση μια ποιητική γενιά, δεν αποτελείται από το σύνολο των ποιητών που εμφανίζονται στο χρονικό πλαίσιο που την ορίζει, αλλά από έναν αριθμό ποιητών (που μπορεί να είναι και ελάχιστος), οι οποίοι τροποποιούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, την παραδομένη ποιητική έκφραση. Η εποχή μιας διαφοροποίησης της ποιητικής έκφρασης και όχι η αδιάλειπτα διαδεχόμενη η μία την άλλη περίοδος μιας δεκαετίας ή εικοσαετίας είναι, πιστεύω, ο χρόνος της εμφάνισης μιας γενιάς που θέλει να λέγεται ποιητική. Με άλλα λόγια, οι ποιητικές γενιές δεν διαδέχονται η μία την άλλη με τον ρυθμό της πορείας της ανθρώπινης ζωής: μια εποχή μπορεί να έχει τους ποιητές της, αλλά να μην έχει ποιητική γενιά.

Η έννοια της ποιητικής (ή, ευρύτερα, της λογοτεχνικής) γενεάς, που προσπαθώ εδώ να προσδιορίσω, δεν έχει αναγκαστικά αξιολογική σημασία. Η σημασία της είναι κυρίως ιστορική. Η γενιά του 1880, λ.χ., είναι φυσιογνωμικά πιο ευδιάκριτη (ως προς τη σχέση της με την έως τότε παραδομένη έκφραση) από τους ποιητές που εμφανίστηκαν την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας. Όμως κανείς δεν θα μπορούσε να μας πείσει ότι ο Δροσίνης ή ο Πολέμης είναι καλύτερος ποιητής από τον Βάρναλη ή τον Σικελιανό. Μολαταύτα, για τους τελευταίους δεν έχει επικρατήσει ο χαρακτηρισμός της γενιάς, και οι ελάχιστοι που χρησιμοποιούν τον όρο «γενιά του 1910» αισθάνεται κανείς πως τον χρησιμοποιούν αμήχανα ή καταχρηστικά.

Θεώρησα σκόπιμο να πω τα παραπάνω, γιατί πιστεύω ότι μπορούμε να μιλάμε για γενιά του ’70 χωρίς τον φόβο ότι υπερεκτιμούμε την ποιητική δουλειά εκείνων των ποιητών που συγκροτούν το πρόσωπο αυτής της γενιάς. Γιατί υπάρχουν πράγματι ορισμένοι ποιητές αυτής της δεκαετίας, που η ποίησή τους, καθώς διαμορφώνεται έως το τέλος του αιώνα διακρινόμενη αισθητά από εκείνη των αμέσως προηγούμενων ποιητών, μας επιτρέπει να χρησιμοποιούμε γι’ αυτούς μιαν αριθμική χρονολογική ονομασία.

Η ιδιαιτερότητα των χαρακτηριστικών αυτής της γενιάς έχει περιγραφεί κατά κόρον, ώστε να περιττεύει να τα αναφέρει κανείς σήμερα. Αυτό που θα πρέπει να επαναλάβει κανείς είναι ότι το γεγονός ότι η «γενιά του ’70» έχει αυτή την ονομασία, ενώ οι δύο προηγούμενες ονομάζονται «πρώτη μεταπολεμική γενιά» και «δεύτερη μεταπολεμική γενιά», δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε αξιολογικές διακρίσεις. Άλλωστε, όλοι οι μετά της γενιάς του ’30 ποιητές έως σήμερα είναι επίγονοι της γενιάς του ’30. Κι αυτό γιατί οι ποικίλες μοντερνιστικές προσωδιακές αλλαγές (με τις αιτίες που τις υπαγόρευσαν), οι οποίες συντελέστηκαν κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα (οι ριζοσπαστικότερες στην ιστορία της ποίησης του Δυτικού κόσμου), και οι οποίες εμφανίστηκαν αποφασιστικά στην ποίησή μας τη δεκαετία του 1930 (ο Καβάφης προ-χάραξε τη βαθειά ατραπό ενός δικού του, προσωπικού, μοντερνισμού), αναδεικνύουν την ποίηση της γενιάς του ’30 ως την πλέον επιδραστική σε όλη την μετά από αυτήν ποίησή μας. Θέλω να πω ότι και ο όποιος διάλογος των μετά τη γενιά του ’30 ποιητών με ποιητές των πριν από αυτήν εποχών υπό την αιγίδα της γενιά του ’30 τελείται.

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή