Στέφανος Καβαλλιεράκης

Η γενιά του ασπρόμαυρου φωτός (που έγινε έγχρωμο)

(Ημερολόγιο ενηλικίωσης 1977-2000)

Γεννήθηκα το 1977, στην Αθήνα. Στην πόλη που δεν είχε μάθει ακόμη να τρέχει τόσο γρήγορα όσο σήμερα, αλλά ήδη λαχταρούσε να προλάβει το μέλλον. Οι δρόμοι στον Βύρωνα συναντούσαν ακόμα τις προσφυγικές μονοκατοικίες, το μπαλκόνι της γιαγιάς είχε μοσχομυριστές γαρδένιες και κάτι αδιόρατα αισιόδοξο. Ίσως γιατί όλοι πίστευαν ότι «τώρα αλλάζουν τα πράγματα». Η ασπρόμαυρη τηλεόραση έριχνε πάνω στους τοίχους το φως της — ένα φως παράξενα καθαρό, σαν να γεννούσε ολόκληρες εποχές. Μέσα από εκείνο το φως είδα για πρώτη φορά τον κόσμο: άτεχνο, τρυφερό, αληθινό.

Οι σελίδες του Βερν και το πορτοκαλί των ονείρων

Στο παιδικό μου δωμάτιο, με ένα μικρό φωτιστικό να τρεμοπαίζει, διάβαζα Βερν.

Ο Ιούλιος Βερν ήταν για μένα το πρώτο διαβατήριο. Με τον μικρό Ιρλανδό και τον Φιλέα Φογκ, με έμαθε ότι η φαντασία δεν είναι φυγή — είναι διεκδίκηση. Πως όποιος ταξιδεύει με το μυαλό του, ήδη αλλάζει τον κόσμο γύρω του.

Κι ύστερα ήρθε η πορτοκαλί νεανική σειρά του Καστανιώτη. Εκεί, οι ήρωες δεν ήταν ήρωες – ήταν άνθρωποι. Λίγο θλιμμένοι, λίγο ποιητικοί, αποφασισμένοι να μην παραιτηθούν. Μάθαινα τότε πως το διάβασμα δεν είναι χόμπι· είναι τρόπος να ανασαίνεις αλλιώς.

Η εφηβεία – το χρώμα αλλάζει

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 η τηλεόραση έγινε έγχρωμη κι η χώρα πίστεψε ότι ενηλικιώθηκε.

Εμείς μεγαλώναμε ανάμεσα σε σημαίες και διαφημίσεις, σε τραγούδια που μιλούσαν για αλλαγή και σε οικογενειακά τραπέζια που δεν τελείωναν ποτέ χωρίς πολιτική κουβέντα. Η Μεταπολίτευση ήταν ακόμα ζωντανή, κι εμείς τα παιδιά της.

Η πολιτική δεν ήταν έννοια — ήταν συναίσθημα. Είτε συμφωνούσες είτε όχι, έπρεπε να νιώθεις. Στα τέλη της δεκαετίας οι Beatles και, λίγο αργότερα, Led Zeppelin — μουσικές που έφταναν από το παρελθόν και γίνονταν υπόκρουση της δικής μου αρχής. Αυτά τα τραγούδια, γεμάτα ρωγμές και πάθος, έφτιαξαν μέσα μου την αίσθηση ότι η ελευθερία έχει ήχο.

Οι δρόμοι είχαν ραγίσματα, αλλά και μια ζεστασιά που δεν θα ξαναβρώ. Κρατούσα στο Walkman μου Roxette, George Michael, λίγο Σιδηρόπουλο που είχα ανακαλύψει από τα αδέρφια φίλων, και αργότερα Παύλο Παυλίδη και Τρύπες, όλα λίγο μπερδεμένα. Η μουσική εκείνων των χρόνων δεν ήταν διακόσμηση· ήταν πυξίδα. Έλεγε πως υπάρχει κάτι περισσότερο από το δεδομένο. Πως υπάρχει εσωτερική επανάσταση, αθόρυβη αλλά σταθερή.

Τα 90’s – μια εποχή που έκαιγε φως

Με τα πρώτα χρόνια του ’90, η ζωή έγινε πιο λαμπερή. Τα ιδιωτικά κανάλια, οι πρώτες διαφημίσεις που έμοιαζαν με μικρές ταινίες, το MTV να μπαίνει στα σπίτια. Η Ελλάδα έδειχνε πως ήθελε να ξεχάσει την ταπεινότητά της.

Στα φοιτητικά χρόνια λίγο αργότερα, η πόλη μύριζε καφέ και προοπτική. Εγώ έπινα καφέδες στα Εξάρχεια, στην Κυψέλη και στο Κουκάκι, αγόραζα περιοδικά διάφορων ειδών, συζητούσαμε για Μάτεσι και Ζατέλη — βιβλία που μου έμαθαν ότι η ελληνική λογοτεχνία μπορούσε να είναι και σκοτεινή και τρυφερή, όπως η ψυχή μας.

Ο Μάτεσις με δίδαξε ειρωνεία και πίκρα, τη σκληρή χάρη της επιβίωσης. Η Ζατέλη, με το Και με το φως του λύκου επανέρχονται, μου έδειξε πως το φως και το σκοτάδι είναι αδέρφια, όχι εχθροί.

Υπήρχαν πάντα και τα θέατρα από το Αμφι-θέατρο του Ευαγγελάτου με τους γονείς στις μικρές, στριμωγμένες, όμορφες σκηνές στις ακόμα άγουρες αθηναϊκές συνοικίες του Ψυρρή και του Θησείου, όταν ακόμα το εργατικό ή αστικό πλαίσιό τους ήταν υπαρκτό αλλά ετοιμαζόταν να σβήσει.

Η Αθήνα τότε ήταν γεμάτη φωνές — των νέων καλλιτεχνών, των μουσικών, των ανθρώπων που πίστευαν ότι «τώρα κάτι αρχίζει». Και πράγματι, κάτι άρχιζε: η φούσκα.

Όλα ήταν πιθανά, όλα έμοιαζαν λαμπερά. Η πολιτική έγινε θέαμα, η αντίσταση lifestyle κι η ευαισθησία εμπόρευμα. Μια ελαφρότητα είχε αρχίσει να μας καλύπτει σαν φίλτρο.

Η ενηλικίωση – μέσα από ήχους και λέξεις

Η ενηλικίωσή μου δεν ήρθε απότομα. Ήρθε με τους πρώτους λογαριασμούς, τα πρώτα «όχι», τις πρώτες ήττες. Ήρθε όταν κατάλαβα πως το να πιστεύεις σε κάτι δεν είναι ρομαντισμός — είναι επιλογή.

Δούλευα, διάβαζα, έγραφα σημειώσεις στα περιθώρια βιβλίων. Η μουσική, τα βιβλία, το θέατρο, έγιναν οι σταθερές μου. Σε μια χώρα που άρχισε να γυαλίζει υπερβολικά, εγώ έψαχνα τις ρωγμές. Εκεί που το φως μπαίνει αληθινά.

Το Στρασβούργο – μια άλλη αρχή

Το 2000, έφυγα για Στρασβούργο. Μεταπτυχιακό, μετά διδακτορικό. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα να με χωρίζει από την Ελλάδα κάτι περισσότερο από τα χιλιόμετρα: η απόσταση του χρόνου.

Το Στρασβούργο ήταν ψυχρό και όμορφο, με ποδήλατα, ποτάμια και βιβλιοθήκες που μύριζαν παλιό χαρτί. Έπρεπε να ξαναβρώ ποιος είμαι χωρίς τη βουή της Αθήνας, χωρίς τους φίλους, χωρίς τα γνωστά στέκια. Εκεί κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά να μεγαλώνεις: να μαθαίνεις να είσαι μόνος σου χωρίς να νιώθεις μοναξιά.

Στα απογεύματα, άκουγα μουσική και έγραφα στο μικρό φοιτητικό μου δωμάτιο. Το ίντερνετ ήταν ένας κόσμος και ο δεσμός με την πατρίδα. Ξανάκουγα τα τραγούδια της εφηβείας, είχαν γίνει η γέφυρά μου με τον παλιό εαυτό. Η μουσική κρατούσε ζωντανή την εφηβεία μου, κι ας ήμουν πια σε άλλη χώρα, σε άλλη φάση. Ταξίδευα παντού στην Ευρώπη με κάθε ευκαιρία.

Η επιστροφή του φωτός

Η ενηλικίωση είναι παράξενη: νομίζεις πως την έχεις ολοκληρώσει, κι έρχεται πάντα ένα νέο κεφάλαιο. Στο Στρασβούργο συνειδητοποίησα ότι η γενιά μου, η γενιά του ασπρόμαυρου φωτός, ήταν μια γενιά μεταβατική. Γεννηθήκαμε με τον ρεαλισμό των γονιών μας και μεγαλώσαμε με τη φαντασίωση της αφθονίας. Είδαμε τον κόσμο να γίνεται έγχρωμος, αλλά και πιο επιφανειακός.

Κι όμως, μέσα σε αυτό το πέρασμα, μάθαμε κάτι ουσιώδες: ότι η ουτοπία μπορεί να επιβιώσει, αρκεί να μην την παίρνεις τοις μετρητοίς. Να τη ζεις λίγο κάθε μέρα στις σχέσεις, στη δημιουργία, στη γενναιοδωρία.

Επίλογος

Αν πρέπει να δώσω έναν ορισμό για την ενηλικίωσή μου, θα έλεγα πως είναι η ιστορία ενός παιδιού που έμαθε να αγαπά τον κόσμο χωρίς να τον εξιδανικεύει. Που κράτησε τη φαντασία του Βερν, τη μελαγχολία του Σιδηρόπουλου, τη στοχαστικότητα της Ζατέλη.

Η γενιά μου έζησε την εποχή που το φως έγινε έγχρωμο κι αναγκάστηκε να μάθει ότι μαζί με το χρώμα έρχεται και η θολούρα. Μα αν έχεις μέσα σου ακόμα λίγη περιέργεια, λίγο ρυθμό και λίγη πίστη, μπορείς πάντα να δεις καθαρά.

Ενηλικιώθηκα, ναι. Μα όχι εντελώς , δεν με παρασέρνει πια το φως. «Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό αρμόζει πιο καλά, θα ʼναι πιο συμπαθές σαν έρθουν της Αγάπης, αν έρθουν οι Σκιές» όπως γράφει τόσο σώψυχα ο Αλεξανδρινός.

Κύλιση στην κορυφή