Να δεις τον Κόσμο σε έναν κόκκο άμμου,
και τον Ουρανό σε ένα αγριολούλουδο,
να κρατήσεις το Άπειρο στην παλάμη σου
και την αιωνιότητα σε μια ώρα
William Blake
Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου οι γυναίκες αναζητούν ολοένα και περισσότερο τον εαυτό τους. Στο πεδίο των σχέσεων, στο πεδίο της μητρότητας, του ερωτισμού, της σεξουαλικότητας, στο πεδίο της εργασίας, της καριέρας, της κοινωνίας, της πολιτικής και φυσικά στο πεδίο της λογοτεχνίας. Εάν ο 20ός αιώνας είναι ο αιώνας των μεγάλων ανακαλύψεων, των μεγάλων Πολέμων και ιδίως στο πρώτο μισό των μεγάλων ανδρών στην επιστήμη και στις τέχνες, το δεύτερο μισό και ο 21ος αιώνας που έχει ανατείλει θα μπορούσαμε να πούμε ότι ανήκει στις γυναίκες και σε ό,τι θα μπορούσε να νοηθεί ως θηλυκό στοιχείο. Η αναζήτηση της ετερότητας, της φωνής των κατατρεγμένων, των λαών που πάσχουν, η αναζήτηση της γυναικείας φύσης, μιας φωνής που έμενε για χρόνια σιωπηλή, υπόκωφη, βρίσκει πλέον έναν κεντρικό χώρο στην αφήγηση για να ακουστεί. Το παρόν κείμενο θα επικεντρωθεί κυρίως στον χώρο της λογοτεχνίας και λίγο στον χώρο της ψυχανάλυσης, ως πεδίο αναζήτησης του γυναικείου εαυτού και ενδεχομένως του τραύματος, χωρίς να μπορεί να υποστηρίξει μια ευρύτερη λογοτεχνική μελέτη που να καλύπτει κάθε πτυχή του πεδίου. Η αφορμή του στάθηκε η ανάγνωση των διηγημάτων της Rumena Buzarovska, με τίτλο Ο άνδρας μου, που κυκλοφόρησαν πριν από λίγο στην Ελλάδα, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, από τις εκδόσεις Gutenberg.
Η ενδιαφέρουσα περίπτωση της Buzarovska
Υπάρχουν χώρες χωρίς διεθνές λογοτεχνικό αποτύπωμα, χωρίς διακριτή και ξεχωριστή φωνή, χωρίς την ύπαρξη μιας «σχολής» λογοτεχνικής παραγωγής αναγνωρίσιμης τόσο για τους αναγνώστες όσο και για τους δημιουργούς. Συνήθως αυτές οι χώρες είναι μικρές, νεοσυσταθείσες ή που παλεύουν ακόμα να βρουν την ταυτότητά τους μέσα στον χάρτη των γεωπολιτικών ισορροπιών. Για να υπάρξει ταυτότητα, πρέπει να έχει δημιουργηθεί ο εαυτός, ο πυρήνας της χώρας. Μια τέτοια περίπτωση είναι η Βόρεια Μακεδονία. Αυτή η τόσο κοντινή μας βαλκανική χώρα αλλά και τόσο φορτισμένη συναισθηματικά λόγω της γειτνίασης και της χρόνιας σύγκρουσης για τη μακεδονίτικη καταγωγή, δημιουργεί στους Έλληνες αντανακλαστικά εθνικισμού. Την ίδια στιγμή, όμως, κυκλοφορεί και στην Ελλάδα το βιβλίο της Σκοπιανής συγγραφέως Buzarovska με τίτλο Ο άνδρας το οποίο έχει μεταφραστεί σε πλήθος γλωσσών, γνωρίζοντας μεγάλη απήχηση. Η ίδια, γεννημένη το 1981 στα Σκόπια, είναι καθηγήτρια Λογοτεχνίας και μεταφράστρια των Τρούμαν Καπότε, Φλάνερι Ο’ Κόνορ, Τζον Μάξουελ Κουτσί, Λούις Κάρολ, έχει εκδώσει μέχρι σήμερα τέσσερις συλλογές διηγημάτων και έχει λάβει για το έργο της διάφορες διεθνείς διακρίσεις και υποτροφίες. Το 2016 επιλέχθηκε ως μία από τις «Δέκα Νέες Φωνές της Ευρώπης» της Literary Live Europe, το 2017 κέρδισε το βραβείο Edo Budisa για την καλύτερη συλλογή διηγημάτων, ενώ το 2018 πήρε υποτροφία από το Πανεπιστήμιο της Αιόβα. Φυσικά δεν λείπει και η ακτιβιστική της δράση, ανήκει στις πρωτοστάτριες του Κινήματος MeΤοο για τη χώρα της.
Χάρη στην εξαιρετική μετάφραση της σλαβολόγου, καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, έχουμε τη δυνατότητα να διαβάσουμε τη συλλογή διηγημάτων που γράφτηκε το 2014 και να έχουμε στα ελληνικά ένα δείγμα γραφής της.
Παράλληλα με την ανάγνωση αυτών των τόσο πυκνών, καυστικών, ανατρεπτικών διηγημάτων δημιουργούνται και σκέψεις για τη δική μας λογοτεχνική πορεία στο εξωτερικό, την αδυναμία σοβαρών μεταφράσεων ή και προώθησης ή ακόμα χειρότερα τη δυσκολία των Ελληνίδων συγγραφέων –όχι φυσικά στο σύνολό τους– να δημιουργήσουν μια τομή στα λογοτεχνικά πράγματα της σύγχρονης πραγματικότητας. Να εκφραστούν αποτυπώνοντας ανάγλυφα την εξέλιξη και του δικού τους εαυτού.
Το άξιο αναφοράς στην περίπτωση της Buzarovska είναι ότι όλα τα διηγήματα αυτής της συλλογής που τιτλοφορείται Ο άνδρας μου αποτελούν μια σύγχρονη σπουδή για το φύλο. Αφορούν κυρίως την ετεροφυλόφυλη κατάσταση –χωρίς να λείπουν οι υπαινιγμοί στη γυναικεία ομοφυλοφιλία– στη μητρότητα, στις ερωτικές σχέσεις και στις σχέσεις γάμου, στην προσπάθεια της γυναίκας να βρει τον εαυτό της μέσα σε έναν κόσμο που μπορεί να αλλάζει αργά μεν, αλλά αλλάζει. Το βλέμμα της συγγραφέως δεν αρκείται όμως στην περιγραφή της εξωτερικής πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας των Βαλκανίων που έχει και δεν έχει κοινά με τη δική μας πραγματικότητα, θυμίζει όμως σίγουρα πολλά από το παρελθόν μας, ή αγγίζει και βαθύτερες χορδές για το πόσα μας ενώνουν, ενώ μας χωρίζουν την ίδια στιγμή. Και αυτά δίνουν αφορμές για σκέψεις.
Το βλέμμα της στρέφεται εντός της θηλυκής ύπαρξης, της γυναικείας φιγούρας, της ηρωίδας που κάθε φορά μπαίνει στο μικροσκόπιο. Χωρίς φόβο και με μπόλικο πάθος η συγγραφέας ανατέμνει την εξαιρετικά σύνθετη κατάσταση της γυναικείας φύσης και χειραφέτησης, μακριά από εξιδανικεύσεις. Οι ηρωίδες της είναι στην κόψη λειτουργικές, στην όψη κατεστραμμένες, και όλο αυτό παράγει ένα λογοτεχνικό σύμπαν που σε αφομοιώνει και σε εμπεριέχει. Είναι η λογοτεχνία της «ασχήμιας», αν θα μου επιτρεπόταν αυτός ο όρος, και γι’ αυτό παράγει τόση έλξη, αν όχι στο βάθος και ομορφιά. Η γραφή της θυμίζει σε στιγμές την πτώση του κόσμου της Lucia Berlin στις Οδηγίες για οικιακούς βοηθούς (εκδόσεις Στερέωμα, μτφρ. Κατερίνα Σχινά) ή και το σύμπαν της Hustvedt Siri στο μυθιστόρημά της Καλοκαίρι χωρίς άνδρες (εκδόσεις Πατάκη, μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου). Αυτές είναι ενδεικτικές αναφορές, υπάρχουν και άλλες γυναικείες φωνές στη διεθνή λογοτεχνική παραγωγή. Στο παρελθόν τέτοια δείγματα ελληνικής γραφής, ίσως με πιο συντηρητικό τρόπο, έδωσε η Νίκη Αναστασέα στο Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι (εκδόσεις Πόλις, 2012), αλλά και η Ελένη Γιαννακάκη στο βιβλίο της Τα χερουβείμ της Μοκέτας (εκδόσεις Εστία, 2006), συγγραφείς μιας προηγούμενης γενιάς που τόλμησαν να ανοίξουν τον έμφυλο διάλογο. Φυσικά δεν είναι οι μόνες. Και έχει και αυτό το ενδιαφέρον του, γιατί μέχρι πρότινος συντηρούνταν η σκέψη ότι είμαστε μια μικρή χώρα που δύσκολα μπορούμε να ξεφύγουμε από τους μύθους του συλλογικού ασυνείδητου, δύσκολα ξεφεύγουμε από το βάρος της Ιστορίας μας και τα βαρύτατα πένθη που αυτή κουβαλά.
Οι γυναίκες και στην Ελλάδα έγραφαν και γράφουν σαν να αναζητούν τον εαυτό τους περισσότερο από την Ιστορία. Η λογοτεχνία μας εν πολλοίς, κυρίως από τους άνδρες, έχει στοιχιστεί περισσότερο στο άρμα της Ιστορίας παρά στο άρμα της σύγχρονης κοινωνικής και ψυχικής πραγματικότητας. Η ανάγκη μας να συνδεόμαστε με την αρχαιοελληνική μας κληρονομιά, τάση που εξυπηρετήθηκε αλλά ίσως ξεφτίζει, όσο και με τα βαρίδια των ξεριζωμών ατονεί την όποια προσωπική, υποκειμενική μας στάση απέναντι στα δικά μας βαρίδια και στις δικούς μας υποκειμενικούς μύθους και κληρονομιές. Γι’ αυτό και η περίπτωση της Buzarovska δίνει μια εξαιρετική ευκαιρία μελέτης και σκέψης για τη δική μας κατάσταση στη λογοτεχνική γραφή. Και ίσως ανοίγει και έναν διάλογο για τα θέματα που απασχολούν τις γυναίκες συγγραφείς και στην Ελλάδα. Το ερώτημα είναι τι μας εμποδίζει να είμαστε τολμηρές στη γραφή; Και πώς καμιά φορά μια μικρή, πρώην κομμουνιστική χώρα μπορεί να είναι πιο απελευθερωμένη σε ζητήματα έμφυλης συζήτησης, από ό,τι μια χώρα που είναι ευρωπαϊκή, όπως η δική μας.
Το μέλλον ανήκει στις γυναίκες της Δύσης;
Υπάρχουν δύο στοιχεία που με απασχόλησαν διαβάζοντας τη συλλογή Ο άνδρας μου της Buzarovska. Το πρώτο έχει να κάνει με τη γέννηση του λογοτεχνικού εαυτού ως επακόλουθου ή παράλληλου σταδίου της γέννησης του ψυχικού εαυτού, της αναζήτησης ταυτότητας εν προκειμένω. Η Ελλάδα δεν είναι ένα νεότευκτο κράτος όπως είναι η Βόρεια Μακεδονία, ούτε βιώνει σε βάθος τις ίδιες ταυτοτικές αναζητήσεις. Εντούτοις και η δική μας χώρα δεν είναι θεμελιωμένο, στέρεο, ασφαλές και σίγουρο κράτος σε έναν τέτοιο βαθμό που να μπορεί να παράγει μεγάλες αφηγήσεις, τουλάχιστον στο παρόν. Μεγάλο μυθιστόρημα μιας παράδοσης αστικής εξέλιξης δεν συναντάμε εύκολα και στην Ελλάδα. Βρισκόμαστε, θα λέγαμε με όρους παθολογίας, κολλημένοι πολλά χρόνια στο πρώτο στάδιο της Μέλανι Κλάιν, της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης, μιας άρνησης να βιώσουμε σε βάθος τα πένθη μας και να μη διασπώμαστε στο δίπολο Αριστερά-Δεξιά αλλά να συζητάμε με όρους πένθησης της μίας και ιδανικής κατάστασης. Η αναζήτηση φυσικά μιας ταυτότητας είτε μιλάμε για το υποκείμενο, τον συγγραφέα, είτε για μια χώρα, είναι μια δύσκολη, επώδυνη και ανοδική πορεία. Σκέφτομαι εδώ τα λόγια του Ρόμπερτ Μούζιλ από το πρώτο του νεανικό βιβλίο με τίτλο Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες: «Η αληθινή μας ζωή είναι φτιαγμένη από τα άπιαστα κομμάτια μιας άλλης ζωής και τρομάζει στην ιδέα ότι θα μπορούσαμε να τα αφήσουμε να μας διαφύγουν.» Σαν να βρισκόμαστε σε εποχές που είναι δύσκολο να ειπωθεί κάτι καινούργιο, χωρίς όμως να μπορούμε να συλλάβουμε όλα τα άπιαστα κομμάτια που μας κάνουν διακριτές προσωπικότητες και άρα, ίσως, συγγραφείς με στίγμα.
Από πού αντλεί σήμερα τα θέματά της μια γυναίκα συγγραφέας; Ποιες είναι οι αναφορές μιας γυναίκας που βρίσκεται σήμερα στην ηλικία της Buzarovska, γύρω στα 40 δηλαδή; Είναι οι σπουδές της; Η ζωή της στις μεγάλες πόλεις του εξωτερικού; Η ζωή στην Αθήνα; Η οικογένεια; Και ποια οικογένεια, η πατρική-μητρική, ή η νέα που δημιουργείται; Ή, στον αντίποδα, η ζωή στο χωριό, η αναζήτηση ενός χαμένου παράδεισου, η επιστροφή στη ντοπιολαλιά; Οι προηγούμενες γενιές συγγραφέων εξάντλησαν το δίπολο, κρατώντας μακριά τον έναν πόλο από τον άλλο. Ή ζούσαν τον εαυτό τους στη γραφή μέσω του κοινοτιστικού κόσμου του παρελθόντος ή ονειρεύονταν μιαν αστική πραγματικότητα, πολλές φορές και εξιδανικευμένη, που δεν επικοινωνεί με κάτι πίσω της αλλά μόνο με το μέλλον.
Και εάν εμείς στην Ελλάδα δεν έχουμε την αναζήτηση της μετά-κομμουνιστικής μας ταυτότητας, ταυτότητα που μάλλον στα έμφυλα ζητήματα μπορεί να είχε και βοηθητικό ρόλο για τις γυναίκες να βρουν την ισοτιμία τους στην κοινωνία, τι αναζητάμε; Ποια είναι τα θέματά μας και από τι εμποδίζονται; Είναι οι ταχύτητες ενός δυτικού ομοιόμορφου παγκοσμιοποιημένου κόσμου ή η συναισθηματική/ψυχική μας εξέλιξη βρίσκεται σε αντιστρόφως ανάλογη πορεία; Κάπου χαμένη και σταματημένη σε μια κλειστού τύπου οικογενειακή-κοινοτιστική ζωή; Με τι βλέμμα κοιτάμε λογοτεχνικά τους δικούς μας προγόνους; Αποφυγής ή εξιδανίκευσης; Ντροπής ή υποτίμησης; Ποιο είναι το βλέμμα μας στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα; Προχωρημένο ή ακινητοποιημένο και πόσο αυτό επενδύεται από εκείνο που θα θέλαμε να είναι, ακόμα και στην ίδια μας τη ζωή; Μπορούμε να γράψουμε για την Αθήνα για παράδειγμα, αλλά όχι σαν να γράφουμε για το Παρίσι, γιατί τελικά το ένα μάς είναι ξένο ενώ η Αθήνα, μέσα σε μια τέτοια οπτική, απομακρύνεται από το βλέμμα μας; Μήπως η τάση να αφομοιωνόμαστε στο όραμα μιας κοινής ευρωπαϊκής ή και υπερατλαντικής γραμμής –που έχει εξαιρετικά θετικά για την κοινωνία– υπονομεύει εκ των έσω την παρούσα κοινοτιστική μας ταυτότητα, ή όποια ταυτότητα θα μας έκανε μεν να ντρεπόμαστε αλλά που ίσως στη γραφή θα απελευθέρωνε τη «λογοτεχνία της ασχήμιας»;
Εάν λάβουμε υπ’ όψιν τη ρήση του Blake και τις εναγώνιες προσπάθειες της κλινικής πρακτικής να αναζητήσει ο αναλυόμενος το πιο κοντινό αφήγημα στη δική του πραγματικότητα, κάθε άνθρωπος είναι ένα ολόκληρο σύμπαν, ένας κόσμος που συνομιλεί απευθείας με τον Κόσμο. Η Buzarovska αντλεί το υλικό της από τις σχέσεις. Γράφει οικογενειακές ιστορίες. Ιστορίες μέσα από τα δωμάτια του σπιτιού, σπιτιών σαν αυτά που κατοικούμε, είτε πιο ευρύχωρα είτε πιο στενά, είναι σπίτια αναγνωρίσιμα όχι μέσα στη λάμψη των προβολέων μιας φωτογράφισης για ένα λάιφ στάιλ περιοδικό, αλλά ενός μισοσκόταδου αληθινών ζωών που κινούνται στους διαδρόμους. Δεν περιγράφει τον κατακερματισμένο κόσμο του ασυνειδήτου της Μαργαρίτας Καραπάνου ούτε όμως λοξοκοιτάζει μια στείρα αναπαραγωγή μιας δυτικότροπης αφήγησης, εμπνευσμένης από διαβάσματα ή ταξίδια, όπως κάνουν άλλες σύγχρονες Ελληνίδες συγγραφείς. Προσπαθεί να ακτινογραφήσει και να σκιαγραφήσει με τόλμη το προσωπικό της σύμπαν. Το σύμπαν μιας υπό κατάρρευση οικογένειας, το σύμπαν μιας νεότευκτης βαλκανικής χώρας, το σύμπαν του πάθους των γυναικών που ονειρεύονται μια ζωή με τέχνη, έχοντας όμως ζήσει άτεχνα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Τολμά να στήσει έναν καθρέφτη όχι για να ρετουσάρει τις ρυτίδες αλλά αντίθετα με γκροτέσκο τρόπο να τις αναδείξει, ενίοτε τρομάζοντας τον αναγνώστη ενίοτε διακωμωδώντας τη συνθήκη προς όφελός του.
Όταν προσπαθούμε να μιλήσουμε για το στενό οικογενειακό πεπρωμένο σαν να χάνουμε το δικό μας. Και όταν μιλάμε για το δικό μας, πέφτει σε λήθη το ευρύτερο οικογενειακό. Ο Alejandro Zambra είχε πει ότι οι συγγραφείς λειτουργούν σαν να είναι τα μοναδικά παιδιά μιας οικογένειας, σαν να μην έχουν αδέρφια. Η γραφή αλλά και η ψυχανάλυση εμπεριέχουν εν πολλοίς και τα δύο, σε μια εξελικτική κίνηση και σε μια παλίνδρομη πορεία. Σαν να βρισκόμαστε συνεχώς ένα βήμα πριν από τον χωρισμό ανθρώπου και οικογένειας, ένα βήμα αφού έχει συντελεστεί ο χωρισμός. Το μαζί και το χώρια τίθενται συνεχώς σε άπειρες εκδοχές. Αυτό αναζητά ο συγγραφέας ή θα έπρεπε να αναζητά να βρει, τον κόσμο του, τα υλικά του, μέσα από το δικό του μεγάλωμα, για να πει μια ιστορία που θα συνομιλεί εκ νέου με τον κόσμο του και τελικά με τον κόσμο ευρύτερα.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι γυναίκες αναζητούν αυτήν τη νησίδα για να περπατήσουν. Να μιλήσουν για το βαθύ προσωπικό, εντάσσοντάς το στο βαθύ οικογενειακό που γίνεται εν τέλει βαθύ κοινωνικό. Έχουμε άραγε δυσκολίες οι Ελληνίδες συγγραφείς ως προς αυτό; Υπάρχει ένα ζήτημα αναζήτησης του εαυτού, μια διαδικασία ωρίμανσης και εξέλιξης του ψυχικού οργάνου και τελικά και του οργάνου της γραφής, της αναπαραστατικής δυνατότητας; Τι είναι αυτό που δίνει στο κείμενο ολοένα και μεγαλύτερη συνέπεια, συνάφεια, χώρο, χρόνο, εαυτό, και βάρος αντοχής στους κραδασμούς της έκθεσης και της σύγκρισης; Επιδιώκουμε το μεγάλωμα και τελικά το ξεγύμνωμα ή είμαστε ασφαλείς σε ένα μεταίχμιο φαντασίωσης και αυτοηρεμιστικής συγκοίμησης του εαυτού μας με τους αναγνώστες μας και με όλους τους ενδιάμεσους, πασχίζοντας ως καλές θυγατέρες να ευχαριστήσουμε εκδότες, κριτικούς, δημοσιογράφους, φίλους, συντρόφους, ακόμα και γονείς; Και πόσο εύκολη τελικά γίνεται η αφοσίωση στη γραφή όταν, παρά τις εσωτερικές μετακινήσεις μας, εξυπηρετούμε συνεχώς ένα βαθιά κρυμμένο αίτημα να είμαστε καλές σε όλα; Να μη χαλάσει η επιφάνεια, γιατί είναι μικρός ο τόπος. Πόσο επηρεάζει η δική μας μακριά παράδοση στον κομφορμισμό και στον συντηρητισμό της μικρής κοινότητας «να μη δίνουμε δικαιώματα προς τα έξω» τη γραφή μας; Πόσο επηρεάζει τις σύγχρονες Ελληνίδες συγγραφείς το γεγονός ότι εδώ δεν συνέβη ο Γαλλικός Μάης του ’68, οι δικές μας μητέρες δεν έκαψαν τα σουτιέν τους στην Πλατεία Συντάγματος; Τι θα σκεφτόταν άραγε η Βορειομακεδονίτισσα συγγραφέας γι’ αυτόν τον μικρό τόπο, που είναι μεγαλύτερος από τον δικό της αλλά μοιάζει ασφυκτικός στη γραφή; Μήπως το πνεύμα μας διαποτίζεται από την ομοιομορφία της παγκοσμιοποίησης και την ίδια στιγμή από τη δυσκολία απαλλαγής του εγγενώς εμποτισμένου μικροαστισμού μας; Μήπως το να βρεθεί ο λογοτεχνικός εαυτός δεν απέχει πολύ από την τόλμη να βρεθεί ο ένας και μοναδικός εαυτός; Να βρεθεί καταρχάς η τόλμη να συναντηθούμε με τον εαυτό μας; Θυμάμαι σε αυτό το σημείο, πόσο δυσκολευόταν κάποτε μια συγγραφέας να γράψει για την απιστία του πατέρα της σε ένα λογοτεχνικό διήγημα, γιατί θα το διάβαζε η εν ζωή μητέρα της. Και φυσικά αυτό δεν αφορά μόνον τις γυναίκες. Η λογοτεχνική ατολμία δεν έχει φύλο.
Από την άλλη, τι ρέει στις φλέβες μας, σε κάποιες από εμάς τουλάχιστον περισσότερο, αλλά τελικά σε όλες μας; Ρέει και αίμα κοινοτιστικό στις ίδιες ποσότητες με το αστικό αλλά και με το δυτικό. Και σίγουρα σε καθεμία από εμάς οι ποσότητες αλλάζουν. Οι οικογένειες, οι σχέσεις, η μητρότητα, η σεξουαλικότητα και των Ελληνίδων έχουν όλα τα χαρακτηριστικά ενός αφηγήματος τρόμου και φτώχειας και ανέχειας, και μισογυνισμού όσο και μια τεράστια φούσκα που κρεμόταν πάντα πάνω από το κεφάλι μας από την ώρα που γεννηθήκαμε ότι Ανήκομεν εις την Δύσιν και αυτό με βεβαιότητα. Ιδίως για τις αντίστοιχες γενιές με την Buzarovska, όλες εμείς έχουμε ζήσει έναν κόσμο πριν, της παιδικής μας ηλικίας και έναν κόσμο μετά, της ψηφιακής επανάστασης και της ευημερίας. Ο κόσμος πριν όμως μυρίζει κεριά που καίγονται σε ερειπωμένες εκκλησίες, μισοσβησμένα τσιγάρα μέσα σε παλιές λαμαρίνες αυτοκινήτων, καμένα λάστιχα και νυχτολούλουδο στις αυλές. Όπως μυρίζει και στην κουζίνα καμένο λάδι από μπόλικες τηγανητές πατάτες και κρέας σε τσιγκέλια με μύγες άφθονες να γυρίζουν σαν αλογόμυγες, σε μια διάθεση να σπάσουμε το κέλυφος ενός στενού παράλογου αλλά την ίδια στιγμή υπέροχου κόσμου, στα όρια της ακινησίας, του τραγικού και της γελοιότητας. Μήπως είναι η ώρα να αναζητήσουμε όχι την ομοιομορφία μας με τους Γάλλους, τους Ιταλούς, τους Άγγλους και τους Αμερικανούς στη γραφή, όσο με τις πονεμένες Βαλκάνιες –προτού διαβρωθούν και αυτές ταχύτατα από το μαύρο χρήμα της «εξέλιξης»– που μας θυμίζουν τι άλλο; Τον εαυτό μας που πασχίζουμε ίσως να μη συναντήσουμε. Αυτή η εσωτερική μας πάλη με τα στοιχειά της ίσως έχει ένα ενδιαφέρον στη γραφή. Γιατί θα είναι ο δικός μας κόκκος άμμου, που θα προσφέρει ενδεχομένως και άξια αναγνώριση στο διεθνές λογοτεχνικό στερέωμα.

