Α.
Η συστηματική μελέτη της εξέλιξης των ιστορικών γεγονότων, των τελευταίων 40 χρόνων, που συναπαρτίζουν το σύγχρονο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, μας παρέχει την δυνατότητα να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται, τεμνόμενα, τα διάφορα υποσυστήματα του κοινωνικού γίγνεσθαι, δηλαδή το κοινωνικό, το ιδεολογικό και το οικονομικό και με την συντονιστική και συνεκτική δράση του πολιτικού (ως γενική κοινωνική αξίωση) να έχει ως τελικό αποτέλεσμα την επιβολή ενός «νέου» κυρίαρχου πολιτικού υποδείγματος.
Μπορούν να διακριθούν δύο συγκεκριμένες φάσεις αυτής της πορείας: η πρώτη όπου το Οικονομικόν προτάσσεται ως καθοριστικός παράγοντας των εξελίξεων και το Πολιτικόν περιστέλλεται ως ένα μερικό σύστημα κοινωνιολογικά ισότιμο των άλλων, γεγονός που το ταυτίζει απλά με την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό και η δεύτερη όπου το Πολιτικό αποκαλύπτεται ως ο βασικός και αποκλειστικός καθοριστικός παράγοντας των συνολικών εξελίξεων. Με την έννοια ότι το Πολιτικό έχει την αποκλειστική ικανότητα της επίτευξης ή της διατήρησης της συνοχής των υποσυστημάτων και δεν αποτελεί απλώς ένα απλό υποσύστημα όπως όλα τα υπόλοιπα.
Στην πρώτη φάση της εμφάνισης του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης αυτό παρουσιάζεται κυρίως με τη μορφή των οικονομικών και τεχνολογικών διεργασιών. Εμφανίζεται ως μια «νέα» οικονομική πρόταση, η οποία υιοθετεί το ελεύθερο εμπόριο, την απελευθέρωση των αγορών από τους εναγκαλισμούς των παρεμβάσεων του εθνικού κράτους, ως απορρύθμιση όλων των επιμέρους αγορών σε μια προσπάθεια να διευρυνθεί η ευημερία του συνόλου των χωρών του πλανήτη και κατά προτεραιότητα των χωρών του τρίτου λεγόμενου κόσμου.
Η Παγκοσμιοποίηση αρχίζει να παρουσιάζει το αληθινό της πρόσωπο, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείπει την προσχηματική ηθικοκανονιστική οπτική της οικονομικής ολοκλήρωσης και της ειρηνικής εξάπλωσης των φιλελεύθερων οικονομικών σχέσεων, όταν έρχεται στην εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών ο Τζωρτζ Μπους junior, και η ομάδα των νέο συντηρητικών[1], όπου το σχέδιο της παγκοσμιοποίησης λαμβάνει μια εντελώς άλλη μορφή. Περνά σε μια άλλη φάση. Είναι η φάση κατά την οποία η γεωπολιτική διάσταση αρχίζει να εμφανίζεται σιγά-σιγά σε πρώτο πλάνο. Να παίζει τον πρώτο ρόλο στο πλανητικό γίγνεσθαι. Το γιατί συμβαίνει αυτό θα επιχειρήσουμε θα δείξουμε στη συνέχεια.
Β.
Με την εμφάνιση της παγκοσμιοποίησης επανέρχεται στο προσκήνιο η (παλαιά) αντίληψη που αντιπαραθέτει την πολιτική με την οικονομία. Διαχωρίζονται, δηλαδή, in senso lato, οι παράγοντες πολιτικής ισχύος από την αντίστοιχη οικονομική ισχύ, χωρίς βεβαίως να θεωρούνται ολοκληρωτικά αυτόνομοι. Θεωρείται όμως ότι υπάρχει σαφής διασύνδεση μεταξύ των δύο ειδών ισχύος και παράλληλα πραγματοποιείται ένα περαιτέρω βήμα, αποδίδοντας το πρωτείο στην οικονομία και στους οικονομικούς παράγοντες από τους οποίους εξαρτώνται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αλλά τουλάχιστον in ultima istanza, οι παράγοντες της πολιτικής ισχύος.
Βασική προϋπόθεση για να ισχύει η αντίληψη αυτή είναι η ύπαρξη ενός σαφούς ορισμού για το πώς εννοείται η πολιτική ισχύς και η οικονομία. «Πράγματι, κάθε απόπειρα ενός τέτοιου ορισμού θα αντιμετώπιζε ήδη από το πρώτο της βήμα το στοιχειώδες διπλό πρόβλημα: ποια είναι η υφή, η λειτουργία και οι προϋποθέσεις της οικονομικής δραστηριότητας εξεταζόμενης με τα κριτήρια της πολιτικής και της ισχύος, και ποια είναι τα οικονομικά ερείσματα, συστατικά στοιχεία και προαπαιτούμενα της κοινωνικής και πολιτικής ισχύος;»[2].
Αν δεχθούμε, για αναλυτικούς λόγους, την ισχύ αυτής της αντίληψης είμαστε αναγκασμένοι να δεχθούμε παράλληλα την ύπαρξη ενός οικονομικού υποβάθρου κάθε διαδικασίας πολιτικής και ισχύος και μάλιστα κατά τρόπο απολύτως μονοσήμαντο: από την οικονομία προς την πολιτική. Ακόμη περισσότερο θα πρέπει να δεχθούμε ότι: Κάθε ανθρώπινη ενέργεια καθορίζεται από μια εμφανή ή λιγότερο εμφανή οικονομική διαδικασία. Το οικονομικόν προτάσσεται ως η μόνη καθοριστική «στιγμή» του ανθρώπινου βίου. Το πολιτικόν, το κοινωνικόν, το ψυχολογικόν, το πολιτισμικόν και ό,τι άλλο καθορίζονται in ultima istanza από το οικονομικόν.
Η αποδοχή του παραπάνω ισχυρισμού σημαίνει πριν από οτιδήποτε άλλο την παραδοχή του αιτήματος μιας αναλλοίωτης ανθρώπινης φύσης, της οποίας το μοναδικό ζητούμενο είναι η κάλυψη μιας οικονομικής ψυχολογίας που υπήρχε ανέκαθεν. Ως εκ τούτου θα πρέπει να υιοθετηθεί μια «οικονομική ενόρμηση» σαν βασική ανθρώπινη ψυχονοητική λειτουργία, η οποία θα έπαιρνε τη θέση «των ενορμήσεων ζωής»[3].
Ακόμη και αν θεωρηθεί η «οικονομική ενόρμηση» ότι συνυφαίνεται ουσιωδώς με την «αρχή της ηδονής»[4], δεν σημαίνει ότι είναι η πρώτη, η μοναδική και η καθοριστική έννοια και ακόμα περισσότερο ότι το περιεχόμενό της είναι πάντοτε η μεγιστοποίηση της «οικονομικής ικανοποίησης» που στρέφεται προς την απόκτηση και την κατανάλωση αγαθών κατά τη δυτική καπιταλιστική έννοια. Είναι γνωστόν ότι η σεξουαλικότητα ή ο Έρως καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στην «αρχή της ηδονής» και ως εκ τούτου δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης με την «οικονομική ενόρμηση», οι οποίες εξειδικεύονται εντός του πολιτιστικού προτύπου και των σημασιών κάθε κοινωνίας.
Η ανάδειξη του οικονομικού ως κινητήριας δύναμης της ιστορίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αμετάβλητου τύπου θεμελιώδους κινήτρου όλων των ανθρωπίνων κοινωνιών: του οικονομικού κινήτρου. Αυτό απλώς σημαίνει ότι πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες ανέκαθεν σκόπευαν, συνειδητά ή ασυνείδητα, πάνω από όλα, στην αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσής τους. Ότι η αληθινή φύση του ανθρώπου συνίσταται στο να είναι ένα οικονομικό-παραγωγικό ζώο.
Πράγμα τελείως αυθαίρετο και απολύτως ψευδές αν ανατρέξει κανείς στη μελέτη της ιστορίας της ανθρωπότητας. Τα κίνητρα, κάθε είδους, που καθοδηγούν τους ανθρώπους αποτελούν κοινωνικές αξίες, κοινωνικές δημιουργίες και όχι φυσικές καταστάσεις. Είναι αυτές οι αξίες, ο πολιτισμός κάθε κοινωνίας που διαμορφώνει ουσιαστικά την «ανθρώπινη φύση». Ο άνθρωπος δεν γεννιέται έχοντας μέσα του το οριστικό νόημα της ζωής του. Αυτό διαμορφώνεται από τον πολιτισμό στον οποίο υπόκειται η κοινωνία που ζει. Επομένως η κατάσταση που περιγράφει την ανθρώπινη φύση ως συνεχώς ρέπουσα προς την μεγιστοποίηση της συσσώρευσης ή της κατανάλωσης περιγράφει απλώς την κατάσταση που επικρατεί στην καπιταλιστική κοινωνία.
Γ.
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η εποχή της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης κυριαρχείται από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, η οποία βασίζεται στην απλοϊκή αλλά και άκρως επικίνδυνη άποψη ότι για να επιτευχθεί η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και η ευημερία του παγκόσμιου πληθυσμού φτάνει να απελευθερωθεί η οικονομία από οποιαδήποτε μορφή κρατικής ή κοινωνικής παρέμβασης. Αρκεί να λειτουργήσουν οι κανόνες της ελεύθερης οικονομίας και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα βρει την ισορροπία του, θα αυτορυθμισθεί μακριά από οποιαδήποτε παρέμβαση πολιτικής υφής. Οι ελεύθερες αγορές θα βοηθήσουν τα άτομα να εξελιχθούν, να εξασφαλίσουν στις κοινωνίες την ευημερία και θα αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές διεθνείς αντιπαλότητες με την οικονομική αλληλεξάρτηση[5].
Απόλυτα δεμένη με την παραπάνω αντίληψη είναι και η θέση σύμφωνα με την οποία ως φορέας της παγκοσμιοποίησης δεν θεωρείται οποιαδήποτε δραστηριότητα, π.χ. το κήρυγμα της αδελφοσύνης ή της αγάπης, αλλά μια δραστηριότητα εντελώς συγκεκριμένη: η διευρυνόμενη και διαπλεκόμενη οικονομία.
Έχει γίνει συνείδηση σε όλον τον κόσμο ότι η οικονομία επιχειρείται να αυτονομηθεί ως σύστημα, στο οποίο τείνουν να υποταχθούν όλοι οι τομείς και οι δράσεις της κοινωνικής ζωής. Διαμορφώνεται ένα είδος πίστης στην πρωτοκαθεδρία της οικονομίας και ειδικά στην αντίθεσή της προς την πολιτική, θεωρώντας ότι η οικονομία εμπεριέχει εγγενώς ειρηνικότητα και ως εκ τούτου βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση με την πολιτική, η οποία βασίζεται κυριολεκτικά στην «ισχύ». Αυτή η άποψη όμως προϋποθέτει τη δυνατότητα πλήρους διχοτόμησης μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, μέσω ενός τόσο στενού ορισμού (αν π.χ. η οικονομία περιορισθεί στην τεχνική διαδικασία της παραγωγής και η πολιτική περισταλεί στη διοίκηση και στη διαχείριση), όπου χάνεται κάθε ουσιαστική σχέση με την πραγματικότητα.
Παράλληλα, και από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη η διχοτομία αυτή αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα[6]. Το ότι στην ιστορική διαδρομή η οικονομία δεν μπόρεσε ποτέ να αναπτύξει την αναμενόμενη αυτοτελή νομοτέλειά της οφείλεται κυρίως στο ότι η οικονομία συνυφάνθηκε ουσιωδώς με παράγοντες συναφείς με την ισχύ και την εξουσία και άρα με την πολιτική[7].
Ο γενικός λόγος για τον οποίο πολιτική και οικονομία παραμένουν αδιαχώριστες είναι προφανής. Η οικονομία και η πολιτική αφορούν εξίσου τις συγκεκριμένες σχέσεις συγκεκριμένων ανθρώπων και κάθε οικονομική αλλαγή προκαλεί μια μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος ορισμένων ανθρώπων εις βάρος άλλων. Οι οικονομικοί σκοποί ούτε επιδιώκονται ούτε επιτυγχάνονται μέσα σ’ ένα κοινωνικό κενό: η πολιτική διεισδύει στην οικονομία όχι τόσο μέσω των διαδικασιών της παραγωγής και της επικοινωνίας, όσο μέσω του προβλήματος της κατανομής.
«Είναι άκρως χαρακτηριστικό ότι η συζήτηση για την παγκοσμιοποίηση στρέφεται γύρω από διαδικασίες και προτάσεις οι οποίες αφορούν τη διαπλοκή της παγκόσμιας βιομηχανίας και του παγκόσμιου εμπορίου καθώς και την πύκνωση των παγκόσμιων επικοινωνιακών δικτύων –το μυστικό μιας παγκόσμιας αποδεκτής κατανομής των πόρων και του πλούτου δεν το έχει ανακαλύψει ως σήμερα κανείς…»[8]. Έχει σημαντικό ενδιαφέρον να υπογραμμισθεί ο ειδικός τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η «συγχώνευση» πολιτικής και οικονομίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της μαζικοδημοκρατίας. Η παγκοσμιοποίηση «συγχώνευσε» πολιτική και οικονομία με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Δημιούργησε μια κατάσταση όπου «η πολιτική είναι υποχρεωμένη να ασχολείται αδιάκοπα και συστηματικά με οικονομικά ζητήματα προχωρώντας παραπέρα από την απλή χάραξη των γενικών κατευθύνσεων, ενώ συνάμα οι αλλαγές του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων πραγματοποιούνται συχνότατα μέσω ανακατανομών του εθνικού εισοδήματος».
Δ.
Αφ’ ότου υπάρχει ανθρώπινη ιστορία και ιστορική μνήμη, οι καταστάσεις «τάξης» και «αταξίας» διαδέχονται η μία την άλλη στο διεθνές περιβάλλον. Στην πραγματικότητα ούτε η τάξη ούτε η αταξία μπόρεσαν να είναι απόλυτες και διαρκείς μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Τούτο διότι η συνεχής αταξία θα διέλυε την κοινωνική ζωή, ενώ η συνεχής τάξη θα σταματούσε όλες τις συγκρούσεις, κάτι που διαψεύδεται από τη μελέτη της ιστορίας.
Όταν μιλάμε για «τάξη» στις διεθνείς σχέσεις όλων των εποχών εννοούμε τον συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος χάρη στη σχετική του σταθερότητα εμποδίζει σοβαρές συγκρούσεις στα νευραλγικά σημεία του συστήματος, μολονότι τέτοιες συγκρούσεις ξεσπούν συχνά στην περιφέρεια και μολονότι από καιρό σε καιρό ακούγονται τριγμοί και στο κέντρο.
Η γεωπολιτική μελετά τους συσχετισμούς δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο (παγκόσμιο ή περιφερειακό) και συνδέεται με την έννοια της πολιτικής ισχύος και της εξωτερικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, η γεωπολιτική αναφέρεται στην πολιτική που έχει ως αντικείμενο γεωγραφικές περιοχές που ενδιαφέρουν το συγκεκριμένο κράτος και επηρεάζουν την ασφάλειά του ή τα εθνικά του συμφέροντα. Υποστηρίζει τη στρατηγική, η οποία αποτελεί τον τρόπο της χρήσης/σύζευξης των υπαρχόντων μέσων για την επίτευξη των εθνικών/πολιτικών σκοπών .[9]
Η εξέταση των γεωπολιτικών σχέσεων προσφέρει ένα πλαίσιο σκέψης πιο ανθεκτικό όσον αφορά στα εθνικά θέματα. Δεν επικεντρώνεται μόνο σε μία χώρα, αλλά στις σχέσεις της με τις άλλες και στις σχέσεις που μπορεί να έχουν μεταξύ τους. Με αυτόν τον τρόπο, η προσέγγιση του χώρου είναι πολλαπλή και εμπλουτίζει την έννοια των συνόρων, τα οποία δεν είναι πλέον μονοδιάστατα και στατικά, όπως είθισται να τα θεωρούμε.
Οι ευρύτεροι χώροι, μέσα στους οποίους εκδιπλώνει ένα έθνος την πρωτογενή του ενέργεια με ποικίλους (οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς κ.τ.λ.) τρόπους, αλλά πάντα σε συνάφεια με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς, συνιστούν το γεωπολιτικό του δυναμικό. Οι χώροι αυτοί προφανώς δεν επιλέγονται αυθαίρετα, αλλά συναρτώνται με το βεληνεκές της πρωτογενούς ενέργειας του έθνους, με τη γεωγραφία και με τα ιστορικά προηγούμενα. Συναρτώνται επίσης με τις κινήσεις εχθρικών δυνάμεων, οπότε ένας χώρος, ο οποίος καθ’ εαυτόν ελάχιστα ενδιέφερε τη μία πλευρά, έρχεται στο επίκεντρο της προσοχής της επειδή σ’ αυτόν διεισδύει ήδη η αντίπαλη.
Στην περίπτωση μικρών ή μεσαίων Δυνάμεων το γεωπολιτικό τους δυναμικό, με την παραπάνω έννοια, έχει ουσιώδη σημασία ως προς τον προσδιορισμό των σχέσεών τους με πλανητικές Δυνάμεις, οι οποίες αναζητούν περιφερειακούς δορυφόρους, τοποτηρητές ή εταίρους. Έμμεσα, έτσι, η μικρή ή μεσαία Δύναμη γίνεται παράγοντας της πλανητικής πολιτικής και, ανεξάρτητα από την πρωτογενή της ενέργεια, το γεωπολιτικό της δυναμικό αυξομειώνεται ανάλογα με την πλανητική σπουδαιότητα του ευρύτερου χώρου όπου εκδιπλώνει την ενέργεια αυτή.
Η πλανητική πολιτική δημιουργεί μια κατάσταση, μέσα στην οποία όλες οι πλευρές αναγκάζονται λίγο-πολύ, έμμεσα ή άμεσα, να προσδιορίσουν την πολιτική τους συμπεριφορά με κριτήριο τον συσχετισμό δυνάμεων πάνω σ’ ολόκληρο τον Πλανήτη, μολονότι η ακτίνα δράσης της κάθε Δύναμης είναι διαφορετική. Η παγκόσμια κατάσταση αντικατοπτρίζεται σε κάθε περιφέρεια του πλανήτη μέσα στους συσχετισμούς που προκύπτουν από την εκεί παρουσία των πλανητικών Δυνάμεων, καθώς και από τις συναφείς δράσεις και αντιδράσεις των τοπικών Δυνάμεων. Το αποτέλεσμα είναι ότι, με δεδομένη μια σχετικά μεγάλη πυκνότητα της πλανητικής πολιτικής, δεν υπάρχει πια σε περιφερειακό επίπεδο διεθνής πολιτική δίχως πλανητικές απόψεις και επιπλοκές.
Τα δρώντα υποκείμενα στην ιστορική τους πορεία δεν μένουν στατικά και αναλλοίωτα. Υπόκεινται στη βάσανο των κοινωνικών διεργασιών που διαδραματίζονται στο εσωτερικό τους καθορίζοντας τις κοινωνικοϊστορικές εξελίξεις. Επομένως δεν αποτελούν στο διηνεκές σταθερά μεγέθη. Συνεπώς χρειάζεται να διευκρινισθεί ο κοινωνικοϊστορικός χαρακτήρας των δρώντων πολιτικών υποκειμένων στο σημερινό πλανητικό πλαίσιο. Όπως έχουμε αναφέρει, οι ερμηνευτικές προσβάσεις στην γεωπολιτική ανάλυση εντάσσονται σε μια ενιαία αντίληψη επαναλαμβανόμενη σε κάθε ευκαιρία. Όμως αυτές οι ερμηνευτικές προσβάσεις είναι πολλαπλές και αφορούν ταυτόχρονα στο διπλωματικό, στρατιωτικό, γεωγραφικό, φυλετικό, θρησκευτικό, οικονομικοκοινωνικό, πολιτικό και ψυχολογικό status των δρώντων υποκειμένων. Η προσπάθεια κατατείνει στη σύλληψη ενός πολυμερούς όλου.
Η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται κάποια θεωρητική προάσπιση του πρωτείου της εσωτερικής πολιτικής. Δεν σημαίνει ότι υπάρχει περίπτωση οι κοινωνικοί παράγοντες, που υπερισχύουν τη δεδομένη ιστορική στιγμή στο εσωτερικό, να αρνηθούν την αναγκαιότητα άσκησης της εξωτερικής πολιτικής. Η αναγκαιότητα άσκησης εξωτερικής πολιτικής που προηγείται από την απόφαση, αποτελεί μια ανεξάρτητη σταθερά.
Όποιος κατευθύνει την εξωτερική πολιτική είναι αναγκασμένος να υπηρετήσει τον σκοπό που έχουμε αναφέρει, αλλά μπορεί να το πράξει μόνο με τα μέσα και τις μεθόδους που προσιδιάζουν στον κοινωνικοπολιτικό του χαρακτήρα. Ανεξάρτητα από τους λόγους που γεννούν καθ’ εαυτή την επιδίωξη ισχύος στην εξωτερική πολιτική, η επιδίωξη τούτη αρθρώνεται σε μορφές ανταποκρινόμενες στον κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα του πολιτικού υποκειμένου, δηλ. της κυρίαρχης ομάδας ή τάξης στο εσωτερικό του. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, τα δρώντα υποκείμενα αναλύονται με βάση το σύνολο των υπαρχόντων χαρακτηριστικών, τα οποία είναι κοινά σε όλα. Όμως τα στοιχεία (οικονομία, κοινωνία, γεωγραφία, πολιτική, ιδεολογία…) είναι ανισομερώς ανεπτυγμένα σε κάθε δρών υποκείμενο. Συνεπώς κάθε υποκείμενο που δρα, συμμετέχει στη διεθνή κονίστρα με εκείνο το στοιχείο που προέχει στην εσωτερική του οργάνωση.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, το διακύβευμα της γεωπολιτικήςείναι ένα, πάγιο και μοναδικό: η συμμετοχή των δρώντων υποκειμένων από συνεχώς καλύτερη θέση στον πλανητικό καταμερισμό ισχύος.
Δρώντα υποκείμενα στη σημερινή εποχή και βασική επίσημη μονάδα της διεθνούς ζωής, είναι τα κρατικά μορφώματα με όποια μορφή εμφανίζονται. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, για να μην πω στο σύνολο, εμφανίζονται ακόμη και σήμερα ως εθνικά κράτη[10]. Μάλιστα ο αριθμός τους στον ΟΗΕ συνεχώς αυξάνεται. Κατατάσσονται σε μεγάλες – μεσαίες – μικρές δυνάμεις, ανάλογα με τη γεωπολιτική ισχύ που διαθέτουν αλλά και την γεωστρατηγική που ακολουθούν και εφαρμόζουν. Παρότι αυξάνονται σε αριθμό τα κράτη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια η φύση του κράτους δέχεται πληθώρα πιέσεων: η Ευρώπη έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια υπέρβασης του κράτους με ελάχιστα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, αλλά το κυριότερο είναι ότι το μέλλον προοιωνίζεται δύσκολο και οι προοπτικές δυσοίωνες. Κάποιες περιοχές της Μέσης Ανατολής έχουν κατακερματιστεί σε θρησκευτικές και φυλετικές ζώνες, οι οποίες συγκρούονται μεταξύ τους. Επίσης σε αρκετά σημεία του πλανήτη έχουν δημιουργηθεί «αποτυχημένα κράτη» ή κράτη που μετά βίας δικαιούνται να χαρακτηρίζονται ως τέτοια (χαρακτηριστικές περιπτώσεις, Σομαλία και Λιβύη). Όμως η μεγαλύτερη πίεση προέρχεται, ως γνωστόν, από την καταιγιστική ορμή των γεγονότων που αφορούν στην εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης και την σκόπιμα και εσκεμμένα αποδόμηση του κράτους σε σχέση με αυτές τις εξελίξεις.[11]
Από τις μεγάλες δυνάμεις μπορεί να υπάρξει κάποια που να είναι κυρίαρχη σε μια ιστορική φάση. Με την έννοια «κυρίαρχη» σηματοδοτείται εκείνη η δύναμη, η οποία μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της το σύνολο της ισχύος των υπολοίπων δυνάμεων.
Σήμερα, προφανώς δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια δύναμη, μετά την άνοδο της Κίνας και την υποχώρηση της ισχύος των ΗΠΑ[12].
Ε.
Η οικονομική «αναρχία» της φιλελεύθερης παγκόσμιας αγοράς πρέπει σε κάθε ιστορική περίοδο να έρχεται σε σχέση ισορροπίας με το «πολιτικό καθεστώς» του διεθνούς συστήματος, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη (και επομένως και τα ιδιαίτερα συμφέροντα) ενός πλήθους εθνικών κρατών.
Τούτο σημαίνει απλά ότι η διεθνής σταθερότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο στον βαθμό που επέρχεται μια σχέση λειτουργικής αντιστοιχίας μεταξύ των διαφορετικών λογικών λειτουργίας που καθορίζουν τις σχέσεις της παγκόσμιας αγοράς με τις επιμέρους πολιτικές των εθνικών κρατών.
Στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, αυτή η οργάνωση πραγματοποιείται, κατά βάση, από μια ηγεμονική δύναμη, «η οποία με τα μέσα της προσπαθεί να ρυθμίσει σφαιρικά τη λειτουργία των οικονομικών διαδικασιών». Στη σημερινή εποχή τα ειδικά χαρακτηριστικά (υψηλή τεχνολογία, μικροηλεκτρονική, παγκόσμια δίκτυα επικοινωνιών) της οικονομικής δραστηριότητας επιτρέπουν τη γενικά γρήγορη οικονομική μεγέθυνση περιφερειακών κρατών, με αποτέλεσμα τη σύσταση μιας ευρύτερης κοινότητας συμφερόντων. Δεν είναι μόνο οι χώρες της Δύσης που καλλιεργούν την επιστήμη και την τεχνολογία. Ο υπόλοιπος κόσμος ασχολείται πια εντατικά με την προώθηση της επιστήμης και της τεχνολογίας, και μάλιστα, επειδή δεν βαρύνεται από εδραιωμένα μοτίβα, με ακόμη μεγαλύτερη ίσως ενεργητικότητα και ευελιξία από ό,τι η Δύση. Τουλάχιστον αυτό ισχύει στην περίπτωση χωρών όπως η Κίνα και οι ασιατικές τίγρεις, αλλά και η Ινδία, η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ν. Αφρική.[13]
Οι ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις καθώς επιχειρούν να διεισδύσουν στην περιοχή άλλων δυνάμεων θίγοντας τα συμφέροντά τους, δημιουργούν εχθρούς, οι οποίοι αισθανόμενοι να απειλούνται από τον ανταγωνισμό είναι διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν πολιτικά μέσα για να διαφυλάξουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Έτσι διαγράφεται η αντίστροφη τάση από αυτήν που παρατηρήθηκε στην αρχή της εμφάνισης της παγκοσμιοποίησης: από την οικονομικοποίηση της πολιτικής (δηλαδή της απορρόφησης της πολιτικής από την οικονομία) εμφανίζεται όλο και με μεγαλύτερη σαφήνεια η δυνατότητα πολιτικοποίησης της οικονομίας (δηλαδή η επιδίωξη πολιτικής ισχύος μέσω της οικονομίας).
Παρ’ όλο που στη σημερινή φάση της παγκοσμιοποίησης η οικονομία βρίσκεται κατά μεγάλο μέρος σε ιδιωτικά χέρια (πολλαπλασιασμός πολυεθνικών εταιρειών), τα οικονομικά ζητήματα παραμένουν συνεχώς στο επίκεντρο της δημόσιας προσοχής. Αποτελούν δηλαδή θεμελιώδες ενδιαφέρον των πολιτικών εξουσιών των δρώντων υποκειμένων του πλανητικού πεδίου, δηλαδή των κρατών. Το διεθνές οικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο σε μεγάλο μέρος του στα χέρια ιδιωτών, έχει καταστεί πλανητικό, την ώρα που οι πολιτικές του πλανήτη εξακολουθούν να βασίζονται στο εθνικό κράτος. Οι οικονομικοί διαχειριστές της παγκοσμιοποίησης έχουν ελάχιστες ευκαιρίες να έρθουν σε επαφή με τις πολιτικές διαδικασίες της. Οι διαχειριστές των πολιτικών διαδικασιών έχουν ελάχιστα κίνητρα να διακινδυνεύσουν τη στήριξη τους στο εσωτερικό της χώρας τους με αποτέλεσμα να επιχειρούν να στρέψουν τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης προς την κατεύθυνση του εθνικού πλεονεκτήματος ή του μερκαντιλισμού (π.χ. Γερμανία, Κίνα).
ΣΤ.
Είναι η φάση όπου εντελώς ξεκάθαρα η παγκοσμιοποίηση αλλάζει μορφή, με κύριο χαρακτηριστικό την εμφάνιση σημαντικών ρωγμών στο παγκόσμιο δίκτυο ροών που αυτή είχε εγκαθιδρύσει και την έντονη πλέον περιφερειοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας[14]. Δημιουργείται ένα νέο πλαίσιο με βάση τις επενέργειες των οικονομικών διεργασιών της παγκοσμιοποίησης αλλά και των σημαντικών γεωπολιτικών αλλαγών που εν τω μεταξύ συντελέσθηκαν (πτώση του ανατολικού μπλοκ, κοινωνικές διεργασίες στις αραβικές χώρες και στον ισλαμικό κόσμο, αύξηση της ισχύος της Κίνας και των άλλων ανερχομένων περιφερειακών δυνάμεων κ.τ.λ.)[15].
Σε έναν κόσμο γεωπολιτικών συσχετισμών, η τάξη που διαμορφώθηκε και παρουσιάστηκε ως οικουμενική από τις δυτικές χώρες (με αποκορύφωμα την περίοδο της παγκοσμιοποίησης) βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε ένα σημείο καμπής. Ενώ οι αρχές της γίνονται κατανοητές σε παγκόσμιο επίπεδο (λόγω της επικράτησης της μαζικοδημοκρατίας), δεν υπάρχει συμφωνία ως προς την εφαρμογή τους. Συγκεκριμένες έννοιες όπως η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο επιδέχονται τόσο διαφορετικές ερμηνείες, ώστε αντιμαχόμενες παρατάξεις συστηματικά τις επικαλούνται η μια σε βάρος της άλλης, δίνοντάς τους διάσταση πολεμικών ιαχών. (Είναι σαφές, πάντως, ότι η ερμηνεία που κατά περιόδους επικρατεί ανήκει πάντοτε στους κυρίαρχους). Οι κανόνες του συστήματος έχουν επεκταθεί σε ολόκληρο τον πλανήτη, όμως έχουν αποδειχτεί αναποτελεσματικοί όταν απουσιάζει η ενεργή επιβολή τους. Η δέσμευση για συνεργασία και αρμονική συνύπαρξη έχει σε κάποιες περιοχές αντικατασταθεί ή τουλάχιστον συνοδευτεί από μια επιθετικότερη δοκιμασία των ορίων του συστήματος. Την τελευταία 25ετία είμαστε μάρτυρες πολιτικών και οικονομικών κρίσεων, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό προκλήθηκαν από τις δυτικές θέσεις και πολιτικές. Παρακολουθήσαμε κατάρρευση περιφερειακών δυνάμεων αλλά και τάξεων, λουτρά αίματος με αφορμή θρησκευτικές αιτίες, τρομοκρατικές ενέργειες και πολέμους ως αντίποινα, οι οποίοι τερματίστηκαν με όρους που δεν αντιστοιχούσαν σε νίκη. Όλες αυτές οι εξελίξεις έχουν θέσει σε αμφισβήτηση τις αισιόδοξες προσδοκίες της εποχής της παγκοσμιοποίησης ότι η εξάπλωση της δημοκρατίας και των ελεύθερων αγορών αυτομάτως θα δημιουργούσε έναν δίκαιο και ειρηνικό κόσμο.
Σε αρκετά σημεία του πλανήτη έχει εμφανισθεί μια όλο και διευρυνόμενη αντίθετη τάση απέναντι στις πολιτικές της αναπτυγμένης Δύσης που θεωρούνται υπεύθυνες για τη δημιουργία των κρίσεων είτε αυτές είναι οικονομικού χαρακτήρα[16] είτε λαμβάνουν τον χαρακτήρα πολιτικών κρίσεων και στρατιωτικών επεμβάσεων. Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση αρκετών πόλων εξουσίας που προσδιορίζουν έναν κόσμο ολοένα και πιο αβέβαιο. Θα πρέπει να θεωρηθεί σχεδόν σίγουρο ότι, αν αφεθούν ανεξέλεγκτες οι τάσεις αυτές, δεν θα επέλθει αυτομάτως σύγκλιση οδηγώντας σε έναν κόσμο ισορροπίας και συνεργασίας ή ακόμη σε οποιαδήποτε μορφή τάξης.
Ζ.
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Κίνας αποτελεί το μεγάλο πλαίσιο που δίνει τον τόνο σε όλες τις πλανητικές εξελίξεις. Η δεδομένη υποχώρηση της ισχύος των ΗΠΑ εξαναγκάζει τη μεγάλη δύναμη της Δύσης να οξύνει την αντιπαράθεσή της με την Κίνα, σε μια προσπάθεια διατήρησης των κεκτημένων της και της παγκόσμιας τάξης που δημιουργήθηκε μετά την πτώση του της ΕΣΣΔ. Η Κίνα από τη μεριά της επιδιώκει με «ήρεμο» τρόπο να αυξήσει τη δική της ισχύ ώστε να είναι σε θέση σε κάποια μελλοντική στιγμή να επιβάλει το δικό της σχέδιο για την παγκόσμια τάξη με την ίδια στο κέντρο.
Οι σύγχρονες πλανητικές εξελίξεις θα μπορούσαν επομένως, να ενταχθούν εντός ενός πλαισίου υπό την ονομασία «θερμή ειρήνη». Πρόκειται για μια περίοδο όξυνσης των γεωπολιτικών και γεωοικονομικών ανταγωνισμών[17] μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, αλλά η μεγάλη οικονομική αλληλεξάρτηση, που ενυπάρχει στην παγκόσμια οικονομία, λειτουργεί ακόμη αποτρεπτικά στην περαιτέρω όξυνση και στο ξεκίνημα ενός νέου ψυχρού πολέμου. Όμως ο βασικότερος παράγοντας είναι ότι η Κίνα δεν αισθάνεται ακόμη έτοιμη για να αντιπαρατεθεί μετωπικά με τις ΗΠΑ, και μέχρι να συμβεί αυτό μεθοδικά και υπομονετικά αποφεύγει τις γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και επικεντρώνεται στην οικονομική της εξάπλωση στον πλανήτη.
Η προσπάθεια διατήρησης της ηγετικής θέσης των ΗΠΑ επιχειρείται, μέσω της «συνεργασίας-συμμαχίας» με τις πιο αναπτυγμένες περιοχές του πλανήτη, στην Ευρώπη και στην Άπω Ανατολή (Ιαπωνία-Αυστραλία) σχεδόν σε όλα τα επίπεδα. Η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ένωση στον ευρωπαϊκό πυλώνα της Δύσης και η Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού (APEC) και των Συνόδων Κορυφής των Χωρών της Ανατολικής Ασίας στον πυλώνα της Άπω Ανατολής αποτελούν θεσμούς που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του καθεστώτος της Δύσης με την επικυριαρχία των ΗΠΑ.
Παράλληλα η αναπαραγωγή της επικυριαρχίας της Δύσης εξασφαλίζεται από όλες τις υπάρχουσες διεθνείς δομές (Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.τ.λ.), όπου καμιά ουσιαστική πολιτικοστρατιωτική απόφαση δεν λαμβάνεται χωρίς την έγκρισή τους και όπου επίσης σημαντικά οικονομικά θέματα, όπως το διεθνές εμπόριο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, η κίνηση κεφαλαίων, αλλά και άλλα συναφή θέματα πλανητικού ενδιαφέροντος ρυθμίζονται υπό την πίεση ή κατά τις υπαγορεύσεις τους[18].
Το υπάρχον «διεθνές καθεστώς» όμως δέχεται μια συνεχή αμφισβήτηση από πολλαπλές εστίες, μιας και ο πλανήτης μεταβάλλεται ραγδαία, καθιστώντας την αναπαραγωγή του όλο και πιο δύσκολη. Οι πλανητικές εξελίξεις γίνονται πιο περίπλοκες και κατά συνέπεια και πιο δύσκολες για τις χώρες της Δύσης. Η ηγεμονική θέση της Δύσης αμφισβητείται και στους τρεις πυλώνες που την υποβαστάζουν: στον οικονομικό, στον πολιτικό-στρατιωτικό, αλλά και στον πολιτισμικό. Οι χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου κινούνται δυναμικά και στα τρία αυτά πεδία.
Η.
Οι τοπικοί πόλεμοι, οι στρατιωτικές επεμβάσεις, οι οικονομικές απειλές, τα εμπορικά εμπάργκο βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στο προσκήνιο, αποτελώντας τα μέσα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης προκειμένου να «σταθεροποιήσουν» έναν ήδη ασταθή πλανήτη, επιχειρώντας να διατηρήσουν την υπάρχουσα κατανομή ισχύος ή να περιορίσουν την τάση ανακατανομής της που αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα.
Υπάρχουν πλείστα όσα παραδείγματα την τελευταία 25ετία τα οποία αποδεικνύουν «του λόγου το ασφαλές» όλων όσων αναφέρθηκαν προηγουμένως. Πρώτα απ’ όλα οι στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Στη συνέχεια η επέμβαση στη Λιβύη. Επέμβαση στο Τσαντ. Ακολούθησαν οι εξελίξεις στη Συρία. Είχε προηγηθεί βεβαίως η ενσωμάτωση (με ένταξη στο ΝΑΤΟ) των ευρωπαϊκών χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν στην περίπτωση της Γεωργίας και της Ουκρανίας, με αποτέλεσμα να υπάρξει όξυνση των σχέσεων με τη Ρωσία (πόλεμος στη Ν. Οσετία 2008).
Το τελευταίο παράδειγμα, προς επίρρωση των παραπάνω, αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανίας, αλλά και ο πόλεμος στη Γάζα. Το ουκρανικό ζήτημα, στην ουσία, αποτελεί ζήτημα αμερικανικών γεωπολιτικών συμφερόντων τα οποία έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα αντίστοιχα ρωσικά. Το ίδιο ισχύει και για τους Ευρωπαίους. Η άναρχη κατάσταση στην Αφρικανική ήπειρο. Η αντιπαράθεση για την Ταϊβάν… Σε ένα αλληλεξαρτημένο κόσμο όμως, κάθε μια από αυτές τις επιλογές συνεπάγεται σειρά σημαντικών επιπτώσεων στο γεωπολιτικό παιχνίδι που είναι δύσκολο να προβλεφθούν.
Εν κατακλείδι οι γεωπολιτικές εξελίξεις αποκαλύπτονται σήμερα ως βασικός συντελεστής των παρατηρούμενων ανακατατάξεων σε πλανητικό επίπεδο, ενώ οι αντίστοιχες οικονομικές περιορίζονται σιγά-σιγά αλλά σταθερά στον ρόλο του υπηρέτη των πρώτων.
[1] Κ. Μελάς, Νεοσυντηρητικοί. Σχεδιάζοντας την παγκόσμια κυριαρχία, εκδ. Αντίλογος, Αθήνα 2007.
[2] Π. Κονδύλης, Θεωρία του πολέμου, Θεμέλιο, Αθήνα 1997, σ. 170.
[3] J. Laplanche – J.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, μτφρ. Β. Καψαμπέλης, Π. Αλούπης, Λ. Χαλκούση, Κέδρος, Αθήνα 1986.
[4] J. Laplanche – J.B Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, ό.π.
[5] H. Kissinger, Παγκόσμια τάξη. Σκέψεις γύρω από το χαρακτήρα των εθνών και την πορεία της ιστορίας, μτφρ. Χρήστος Καψάλης, ΑΑ. Λιβάνη, Αθήνα 2014, σ. 505-511.
[6] Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Ευρασία, Αθήνα 2013, σ. 15-22.
[7] Π. Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σ. 30-39.
[8] Π. Κονδύλης, «Η παγκοσμιοποίηση ως ιδεολογική κατασκευή», Το Βήμα, 16.3.1997.
[9] Dr. John Garafano (5–9 July 2004) (PDF). Alternate Security Strategies: The Strategic Feasibility of Various Notions of Security. International Peace Research Foundation. http://www.afes-press.de/pdf/Garafano_Alternate_Secutity.pdf. Ανακτήθηκε στις 19.5.2006.
[10] Έχει σημασία να υπογραμμισθεί ότι η εθνική ιδεολογία των σημερινών αναδεικνυόμενων κρατικών μορφωμάτων έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους εθνικισμούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
[11] Για όλα αυτά δες: Κ. Μελάς, Παγκοσμιοποίηση, Εξάντας, Αθήνα 1999.
[12] Σίγουρα όμως μπορούν να θεωρηθεί ότι οι ΗΠΑ αποτελούν τη μοναδική πλανητική δύναμη. Τούτο διότι είναι η μόνη χώρα που διαθέτει πυκνό και παγκόσμιο στρατηγικό-στρατιωτικό δίκτυο που επιτρέπει επεμβάσεις σε κάθε θέση του πλανήτη.
[13] Charles Kupchan, No One’s World: The West, the Rising Rest, and the Coming Global Turn, Oxford University Press, New York 2012.
[14] Κ. Μελάς, «Οι περιφερειακές συμφωνίες εμπορίου παραμερίζουν την Παγκοσμιοποίηση», Εθνικές Επάλξεις, Απρίλιος- Ιούνιος 2022.
[15] Κ. Μελάς, «Τέλος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Ένας νέος κόσμος γεννιέται;», Εθνικές Επάλξεις, Απρίλιος- Ιούνιος 2023.
[16] Για όλα αυτά δες: Κ. Μελάς, Οι σύγχρονες κρίσεις του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος 1974-2008, ΑΑ. Λιβάνη, Αθήνα 2011.
[17] Κ. Μελάς, «Οικονομικές διεργασίες, κίνδυνοι και προοπτικές, υπό το πρίσμα των (γεω)πολιτικών μεταλλαγών στον πλανήτη», Εθνικές Επάλξεις, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2023.
[18] Δες: Francis Fukuyama, Η Αμερική σε Σταυροδρόμι. Δημοκρατία, ισχύς και η νεοσυντηρητική κληρονομιά, μτφρ. Γιάννης Μελάς, ΑΑ. Λιβάνη, Αθήνα 2006, ειδικά τα κεφάλαια 5 και 6.

