Η δύναμη αφαίρεσης που απαιτεί μια γλώσσα όπως αυτή, με κάνει να υποψιάζομαι πως οι Yahoos, παρά τη βαρβαρότητά τους, δεν είναι έθνος πρωτόγονο, αλλά εκφυλισμένο.
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η αναφορά του Μπρόουντι
Για το μέλλον μπορεί κανείς να μιλήσει μόνο στον αόριστο.
Μιχάλης Μακρόπουλος, Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον
Μετά τη Μεγάλη Εξάλειψη του 2487, όταν χάθηκαν και τα τελευταία απομεινάρια του Παλαιού Κόσμου, οι άνθρωποι που επέζησαν ακολούθησαν έναν νομαδικό τρόπο ζωής. Δεν παρέμεναν στο ίδιο μέρος πάνω από τρεις σελήνες. Οι μόνοι που δεν διέσχισαν ποτέ τα σύνορα της γης τους, ήταν οι Αϊνάριοι. Αυτοί δεν το κουνούσαν ρούπι από τη Στάχτη, ένα οροπέδιο περικυκλωμένο από χαμηλούς λόφους με αποτεφρωμένα δέντρα και θάμνους, γιατί ακριβώς πίσω από εκεί ανοιγόταν το Μεγάλο Ρήγμα που οδηγούσε στον Παλαιό Κόσμο. Αυτό μπορούσε να το διαβεί μόνον ο Εκλεκτός. Η μοναδική ένδειξη ότι αυτός είχε θυμηθεί, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, όλα όσα οι υπόλοιποι είχαν ξεχάσει καθώς το τραύμα της Μεγάλης Εξάλειψης είχε αλλοιώσει τη μνήμη τους, ήταν οι φλέβες του που έλαμπαν. Μετά την επιστροφή του από τον Παλαιό Κόσμο ανακηρυσσόταν αμέσως βασιλιάς της φυλής.
Οι Αϊνάριοι ήταν καμπούρηδες, ρευματικοί και χτικιάρηδες. Πολλοί ήταν χωλοί. Είχαν χάσει τα άκρα τους στις φονικές εκρήξεις της Μεγάλης Εξάλειψης. Δεν ξεχώριζαν αναμεταξύ τους. Είχαν όλοι την ίδια πηχτή ανάσα, το ίδιο αργό βάδισμα, την ίδια μυρωδιά της αποφοράς. Από τα μαλλιά τους κρέμονταν έντομα και νεκρές ρίζες, αλλά δεν έκαναν καμία κίνηση για να τα απομακρύνουν. Δεν είχαν φίλους ούτε συγγενείς. Περπατούσαν συνήθως σε μικρά μπουλούκια χωρίς να αγγίζουν ποτέ ο ένας τον άλλον από τον φόβο της ανατριχίλας. Βάδιζαν πάντα σιωπηλοί και επικοινωνούσαν μεταξύ τους κυρίως με χειρονομίες. Αν κάποιος τους πλησίαζε επικίνδυνα, του έδειχναν το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού τους χεριού. Αν αισθάνονταν ότι απειλούνταν, κρατούσαν το κεφάλι με τα δυο τους χέρια και γύριζαν την πλάτη τους στον κίνδυνο. Όσοι δεν είχαν χέρια, ακολουθούσαν το μπουλούκι από απόσταση πηγαίνοντας σαν τον κάβουρα για να ελέγχουν τα νώτα τους. Όσοι δεν είχαν πόδια, ζούσαν σε λαγούμια που έσκαβαν με τα κυρτά και σκληρά νύχια των χεριών τους.
Η γη στο οροπέδιο της Στάχτης ήταν στεγνή και σκληρή, γεμάτη πέτρες και συμπαγείς χωμάτινους σβώλους. Οι Αϊνάριοι δεν ήξεραν τι είναι το δέντρο, το λουλούδι ή το γαϊδουράγκαθο. Έτρωγαν καθισμένοι ανακούρκουδα σαύρες, λωριδοσκώληκες, ακανθοκέφαλους και σπανιότερα βολβούς. Λάτρευαν τους αφρικανικούς γιγάντιους γαιοσκώληκες και ήταν ικανοί ακόμη και να αγγίξουν τον διπλανό τους προκειμένου να αρπάξουν ένα μικρό κομμάτι.
Όταν ο Εκλεκτός επέστρεφε από τον Παλαιό Κόσμο, οι μόνοι που τον κοίταζαν με τη λαχτάρα ζωγραφισμένη στο βλέμμα τους ήταν οι Σκιεροί, περιπλανώμενοι αφηγητές, που έφεραν αναμνήσεις από τον Παλαιό Κόσμο και προσπαθούσαν να μεταδώσουν στους Αϊνάριους την ιστορία του. Μάταια όμως, γιατί κάθε φορά που άνοιγαν το στόμα τους να μιλήσουν, εκείνοι τους ορμούσαν με λύσσα και τους έκοβαν τη φόρα.
Οι Αϊνάριοι ήταν απαλλαγμένοι από την ανάγκη της πίστης στον Θεό. Επειδή είχαν ακαθόριστες μνήμες από τη ζωή τους στον Παλαιό Κόσμο, δεν χρειαζόταν να βλαστημήσουν για την τύχη τους ούτε να ζητήσουν συγχώρεση για τις πράξεις τους. Επειδή δεν έκαναν όνειρα για το μέλλον, δεν χρειαζόταν να προσευχηθούν παρακαλώντας για μια καλύτερη ζωή.
Οι πολύτιμες πέτρες που καμιά φορά έβρισκαν καθώς έσκαβαν τα λαγούμια τους, τούς άφηναν παντελώς αδιάφορους. Δεν μπορούσαν να δουν τη θαυμαστή τους λάμψη, γιατί στη γη της Στάχτης είχαν μάθει να διακρίνουν μόνο το μουντό γκρίζο. Δεν είχαν, επίσης, καμία έφεση στις τέχνες. Τα μόνα ευρήματα που έχουν ανακαλυφθεί στα όρια της γης τους, είναι πρωτόγονες κατασκευές από πέτρες, χώμα και λάσπη. Κυκλικοί ή ευθυγραμμισμένοι λιθοσωροί που δεν καταλήγουν πουθενά και μικρά βουναλάκια από χώμα πάνω στα οποία έμπηγαν ρίζες και ξύλα σε ακανόνιστους σχηματισμούς.
Οι Αϊνάριοι υπολόγιζαν τη μέρα με δύση και ανατολή, γιατί είχαν μάθει να ατενίζουν με γυμνό μάτι τον ορίζοντα. Είχαν ξεχάσει να μετρούν το πέρασμα του χρόνου, γιατί είχαν λησμονήσει τον φόβο των κατοίκων του Παλαιού Κόσμου πως κάθε μέρα, ώρα ή λεπτό μπορούσε να είναι και το τελευταίο. Δεν υπέκυπταν σε φιλόδοξα σχέδια ούτε κατέστρωναν πράξεις δολερές. Το έβρισκαν περιττό να γίνουν εγκληματίες, πόρνες, τίμιοι, μπαγαπόντηδες, πλαστογράφοι ή λιποτάκτες. Δεν έκαναν πολέμους γιατί ζούσαν στη γη τους απομονωμένοι και έτσι δεν χρειαζόταν να είναι πιο γενναίοι ή λιγότερο λιπόψυχοι από άλλους.
Λίγο καιρό μετά την επιστροφή από το ταξίδι του στον Παλαιό κόσμο, ο Εκλεκτός, κυριευμένος από την ελπίδα ότι θα καταφέρει να ζωντανέψει τις ιστορικές μνήμες των υπηκόων του, προχωρούσε προς το κέντρο της Στάχτης, όπου δέσποζε ένα μικρό ύψωμα. Ανέβαινε στην κορυφή του και υπό τα ανήσυχα βλέμματα των υπηκόων του, που τον είχαν ακολουθήσει χωρίς κανέναν δισταγμό, έδινε μια ολιγόωρη παράσταση, στην οποία ερμήνευε τον ρόλο ενός κατοίκου του Παλαιού κόσμου: πώς περπατούσε όταν βιαζόταν να φτάσει στον προορισμό του, πώς επιδοκίμαζε ή αποδοκίμαζε κάποιον με το βλέμμα του, πώς κουνούσε ρυθμικά το πόδι του σε ένδειξη ανυπομονησίας, πώς σταύρωνε τα χέρια του όταν κάτι του ήταν αδιάφορο, πώς έκανε ένα βήμα πίσω όταν αισθανόταν στρυμωγμένος. Όταν ο Εκλεκτός έκανε μια ελαφριά κάμψη του σώματός του προς τα εμπρός, ένδειξη πως η παράστασή του είχε τελειώσει, οι Αϊνάριοι τον περικύκλωναν και τον ανάγκαζαν να στηθεί στα έξι μέτρα. Άρχιζαν τότε να του πετούν με δύναμη σκληρούς χωμάτινους σβώλους μέχρι να τον δουν να πέφτει κάτω γονατιστός. Μόλις το αίμα πλημμύριζε το πρόσωπό του, ο Εκλεκτός σήκωνε ψηλά τα δυο του χέρια εκλιπαρώντας το έλεός τους. Τότε οι Αϊνάριοι κάθονταν χάμω, κινούνταν μπρος πίσω με ρυθμό και έβγαζαν επίμονες, μακρόσυρτες κραυγές, αρχικά αποτροπιασμού για όσα επιτυχημένα είχε εκτελέσει ο Εκλεκτός και στη συνέχεια θρήνου για τα μαρτύρια στα οποία είχαν αναγκαστεί να τον υποβάλουν. Εξουθενωμένοι, κρύβονταν για μέρες σε βαθιές σπηλιές από τον φόβο της τιμωρίας, που δεν ερχόταν ποτέ, γιατί το μόνο που απασχολούσε τον Εκλεκτό, ήταν πώς οι υπήκοοί του θα έβρισκαν τη δύναμη να σηκώσουν το βάρος της μνήμης του παρελθόντος.

