Κωνσταντίνος Τζήκας

Η γραφή ως ευγενής επιμόλυνση

Στο ποίημά της με τίτλο «The Feeling of Needing a Pen» η Πατρίσια Λόκγουντ σημειώνει: «Σαν ούρα, αλλά ακόμα πιο χρυσαφένια / Αναλογίστηκα εκείνη τη γραμμή και την ένιωσα / Ακόμα και ανάμεσα στα δυο μου πόδια την ένιωσα». Η καυστική αυτή διασύνδεση μεταξύ ούρησης και συγγραφής διακωμωδεί την αρχετυπική εικόνα της πένας ως προέκτασης του φαλλού. Αντίληψη που απηχεί τη γνωστή μετωνυμία: «The pen is mightier than the sword». Κάπως ταυτίζομαι με τη «βέβηλη» εικόνα που μας παρουσιάζει η Λόκγουντ: ο συγγραφέας ως αδέσποτο σκυλί, έτοιμο να αποθέσει το ακάθαρτο φορτίο του σε μια προσπάθεια να ανακουφιστεί από τις εμμονές του· η γραφή ως ευγενής επιμόλυνση.

Ο πατέρας μου είναι και ο ίδιος συγγραφέας, οπότε και με παρότρυνε αρκετά νωρίς να γράψω, ελπίζοντας ίσως σε μια διαιώνιση της λογοτεχνικής «δυναστείας». Ταιριαστό επίσης ότι το πρώτο σοβαρό μυθιστόρημα που μου χάρισε ήταν οι «Μεγάλες προσδοκίες» του Ντίκενς. Αναμενόμενα, οι πρώιμες συγγραφικές απόπειρές μου, στην ηλικία των οκτώ περίπου ετών, έρεπαν προς τον μελοδραματισμό και τον ρηχό εντυπωσιασμό: ημιτελή αστυνομικά μυθιστορήματα, προσχέδια αιματοβαμμένων ελισαβετιανότροπων τραγωδιών που ποτέ δεν ζωντάνεψαν στο χαρτί…

Η ταύτιση με την έννοια «συγγραφέας» προϋποθέτει, πάνω απ’ όλα, μια πρόθεση κοσμογονίας: γεννάς μικρά παράλληλα σύμπαντα (ο αγγλικός όρος pocket universe αποδίδει ίσως καλύτερα την απολαυστική κρυψίνοια της δημιουργίας). Σε ηλικία δώδεκα ετών αποκαλύφθηκα για πρώτη φορά δημοσίως. Ένας καθηγητής φυσικής αγωγής που μας επισκέφθηκε στο σχολείο μάς προέτρεψε να αναφέρουμε τα επαγγέλματα που σκεφτόμασταν να ακολουθήσουμε στο μέλλον, με στόχο να μας αποδείξει, με επιχειρήματα, γιατί θα ήταν χρήσιμο να γυμναζόμαστε με βάση το τάδε ή το δείνα επάγγελμα. Ήμουν ο τελευταίος που μίλησε: «Συγγραφέας». Προς στιγμήν τα έχασε, αλλά κατόπιν έσπευσε να αναφέρει: «Έχεις γνωρίσει πολλούς ευτυχισμένους παχύσαρκους συγγραφείς;». Η χονδροφοβική ερώτηση μού φάνηκε ομολογουμένως ανεπαρκής κι έτσι ανακάθισα με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο ικανοποίησης στην καρέκλα μου, έχοντας επιλέξει ένα «επάγγελμα» που, αποδεσμευμένο από τη χρησιμοθηρία, αποκτούσε μαγικές διαστάσεις στα μάτια μου.

Σύμφωνα με τη Μάργκαρετ Άτγουντ, οι συγγραφείς είναι τετραπλώς αισιόδοξοι: πρώτον, ελπίζουν ότι θα ολοκληρώσουν αυτό που γράφουν. Δεύτερον, ελπίζουν ότι θα εκδοθεί το πόνημά τους. Τρίτον, ελπίζουν ότι το εν λόγω πόνημα θα διαβαστεί. Τέταρτον, ελπίζουν ότι θα έχει ευνοϊκούς αποδέκτες. Στην Ελλάδα, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι για τους περισσότερους ένα διά βίου πάρεργο, μια αναγκαιότητα που συχνά εξελίσσεται εν κρυπτώ. Σε μια χώρα όπως η δική μας, με σχετικά υψηλό ποσοστό συγγραφέων (όπως λ.χ. στην Ισλανδία) αλλά μάλλον χαμηλά ποσοστά αναγνωσιμότητας (αντίθετα με την Ισλανδία), οι συγγραφείς αναγκάζονται να αντλήσουν από ένα ακόμα μεγαλύτερο απόθεμα αισιοδοξίας.

Αισιόδοξος ων, λοιπόν, στα 26-27 μου, παρακολούθησα μια σειρά εργαστηρίων δημιουργικής γραφής. Αναφέρω ενδεικτικά ως διδάσκοντες τους: Χριστίνα Οικονομίδου, Δημήτρη Τανούδη, Έλενα Πέγκα και Ανδρέα Μήτσου. Η εντύπωσή μου είναι ότι τα εργαστήρια αυτά είναι το λογοτεχνικό αντίστοιχο ψυχοθεραπευτικών συνεδριών: το ζητούμενο τελικά δεν είναι τόσο να φωτιστεί μια σκοτεινή, αθέατη περιοχή όσο το να μπορεί κανείς να σταθεί με συνέπεια απέναντι στον εαυτό του.

Η πρώτη και μοναδική συλλογή διηγημάτων μου, Κομμένα (2016), κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη. Όλα τα γνώριμα συστατικά –αγωνία, αναμονή, κούραση, αμφιβολία– ήταν παρόντα ενόψει της έκδοσης, κατά τη διάρκεια της τελικής διόρθωσης και φυσικά την επομένη της έκδοσης. Τηρουμένων των αναλογιών, είμαι ικανοποιημένος από την υποδοχή του βιβλίου, χωρίς να υπερτιμώ τις δυνατότητές του – επρόκειτο άλλωστε για ένα βιβλίο, το οποίο, λόγω θεματικής και ύφους, ήταν εξαρχής «καταδικασμένο» να έχει ένα περιορισμένο κοινό.

Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι σε μια αγορά τόσο συμπιεσμένη, σε μια τόσο μικρή δεξαμενή όσο η δική μας, είναι ανώφελο να παίρνει κανείς τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Οπωσδήποτε, η αυτοπροβολή ενός συγγραφέα μέσω των social media, το ψηφιακό word of mouth, παραμένει ένας απολύτως δόκιμος τρόπος προώθησης, πλάι-πλάι με τους πιο παραδοσιακούς, όπως π.χ. βιβλιοπαρουσιάσεις. Ομολογώ πάντως ότι δεν διαβάζω πολύ συχνά κριτικές, πολλώ δε μάλλον όταν αφορούν βιβλία που θα επέλεγα ούτως ή άλλως να διαβάσω. Εκτιμώ ωστόσο τις εναργείς φωνές που διακρίνουν το κατά πόσον ο συγγραφέας επιτυγχάνει αυτό που ανέφερα παραπάνω, να στέκεται με συνέπεια απέναντι στην ποιότητα την οποία υπηρετεί, όποια κι αν είναι αυτή.

Αυτόν τον καιρό, εμμένοντας στην κωμική αισιοδοξία του συγγραφέα, ελπίζω στην έκδοση μιας νέας συλλογής διηγημάτων, ελπίζοντας ότι θα σηματοδοτήσει, προσώρας, το τέλος της τριβής μου με τη μικρή φόρμα. Μια τριβή, που, πέραν της συνειδητής επιλογής, προκύπτει και από την αναγκαιότητα του βιοπορισμού, της εξουθενωτικής καθημερινότητας. Θα ήθελα να δοκιμαστώ στη μεγάλη φόρμα, να γράψω ένα μυθιστόρημα, ιδανικά για μια κοινότητα ανθρώπων αυτοεξόριστων με κάποιον τρόπο, αντλώντας έμπνευση από δύο από τα αγαπημένα μου βιβλία των τελευταίων ετών, το «Το μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν και το «Το δάσος της νύχτας» της Τζούνα Μπαρνς. Πάντως, η Αθήνα είναι ένα επαρκές σκηνικό εξάντλησης ανθρώπων και πραγμάτων, κατάλληλο για μυθιστορηματικό τοπίο.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, ετοιμάζομαι να παραδώσω επιτέλους, με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, το παρόν κείμενο. Και είναι μια ιστορική ημέρα: 7 Οκτωβρίου 2020. Μια από αυτές τις ημέρες όπου η επικαιρότητα κατορθώνει αυτό που η γραφή αγωνιά πάντοτε να καταφέρει: να μας φέρει σε σύνδεση μεταξύ μας και με τον κόσμο. Η χαρά της πραγματικότητας καθιστά τη γραφή, για λίγες ώρες, περιττή.

Κύλιση στην κορυφή