Όταν πέθανε, όλοι ανακουφίστηκαν. Ήτανε πρόβλημα για χρόνια. Όσο πλησίαζε το τέλος, ο εγκέφαλός του έβραζε από υψηλό διαβήτη. Συχνά έχανε τα λόγια του και όσα έλεγε δεν είχαν συνοχή. Τα δόντια του άρχισαν να πέφτουν. Τα μάτια του πήραν ένα αλλόκοτο χρώμα σύγχυσης.
Τα χέρια του έτρεμαν ασταμάτητα. Σπασμοί από θυμό και επιθετικότητα εναλλάσσονταν από ατέλειωτες ώρες, μέρες ολόκληρες, κατατονίας.
Βασάνιζε όσους βρίσκονταν γύρω του, φωνάζοντας και βρίζοντας.
«Γιατί μιλάς έτσι;» τον ρωτούσε ο γιός.
«Πώς μιλάω;» απαντούσε θυμωμένος. «Μα τι κάνω; Γιατί με κυνηγάτε όλοι;»
«Δεν καταλαβαίνεις ότι κανένας δεν σε θέλει;»
Όχι, δεν το καταλάβαινε. Χάσμα αγεφύρωτο και αφώτιστο τον χώριζε απ’ όσους ζούσαν γύρω του.
Χώρος, χρόνος, περιστάσεις, ιδέες, αντιλήψεις, προσδοκίες, σχέσεις, στοργή, τρυφερότητα, ενθουσιασμός, τίποτε δεν έμπαινε στο κατάκλειστο μαύρο δωμάτιο που κατοικούσε. Δεν μπόρεσε ποτέ άλλωστε να μιλήσει για τον εαυτό του. Αισθανόταν άβολα με τη γλώσσα. Οι λέξεις τον εγκατέλειπαν, και πρόδιδαν αυτό που ήθελε να πει. Μπορούσε να τις γράψει πολύ καλά και τα γράμματά του έμοιαζαν σαν περίτεχνο κέντημα, αλλά αδυνατούσαν να εκφράσουν τη σκέψη του. Κομπιάζοντας και εξοργισμένος, επαναλάμβανε τη μόνη πρόταση που μπορούσε να ολοκληρώσει.
«Ξέρεις… ξέρεις… ποιος είμαι εγώ;»
Μετά τον θάνατό του, ο γιός θέλησε να μάθει γιατί και πώς. Τι κάνει έναν άνθρωπο τόσο απρόσιτο, χαμένο στην σκοτεινάγρα μιας απόλυτης ενδοστρέφειας. Έψαξε τα χαρτιά και τα γράμματά του. Ρώτησε τους ανθρώπους που τον γνώρισαν ή δούλεψαν μαζί. Συγγενείς και γείτονες. Γνωστούς και φίλους. Σύντομα ο γιός συνεπάρθηκε από μια μορφή μανιακής περιέργειας.
Η γυναίκα του αρνήθηκε να πει οτιδήποτε.
«Θέλω να ξεχάσω τα πάντα γι’ αυτόν τον άνθρωπο», είπε.
Για τον γιό παρέμεινε αίνιγμα από το πουθενά.
Έλειπε άλλωστε στα ξένα, για παραπάνω από τριάντα χρόνια. Στην περισσότερη ζωή του, ο πατέρας ήταν μια φωνή στο τηλέφωνο ή μια φευγαλέα μορφή για δέκα μέρες τον χρόνο. Δεν ήξερε τίποτε για την παιδική του ηλικία, τα νιάτα ή τον γάμο του. Δεν ήξερε ούτε πότε γεννήθηκε, τον χρόνο, τη μέρα, τον τόπο. Και δεν γνοιάστηκε να μάθει. Μερικές φωτογραφίες σε κορνίζα, με τους γονείς του, κρέμονταν στο πατρικό σπίτι στο χωριό. Και οι δύο πέθαναν στη Γερμανική Κατοχή. Μια φωτογραφία από τον γάμο τους, μια άλλη που κρατιόνταν χέρι χέρι, και μια τρίτη, έχοντας ανάμεσά τους, ένα μικρό παιδί. Αυτά τα αλλόκοσμα φαντάσματα ήταν οι άγνωστοι πρόγονοι.
Όταν κατέβηκε στο χωριό, μετά τον θάνατό του, μια γειτόνισσα ιστόρησε το τέλος τους.
«Οι Γερμανοί είχαν κατασχέσει όλες τις τροφές λίγο πριν τον φοβερό χειμώνα του ʼ43. Πείνα και πόνος. Είχανε πιάσει τον πάτερα του Νίκο και παραλίγο να τον εκτελέσουν. Το λίγο φαγητό που έβρισκε η μητέρα του, η Μιλιά, το μοιράζονταν με τη μικρότερη αδελφή του. Καιρός δεν πέρασε και η μάνα πέθανε από ασιτία. Το αγόρι κλειδώθηκε στο δωμάτιο με το νεκρό της σώμα για τρία μερονύχτια. Η αδελφούλα του έκλαιγε μόνη της απ’ έξω. Εκείνο κρατούσε το νεκρό χέρι της μάνας του για να το ζεστάνει. Το φιλούσε, το έτριβε, το έγλειφε. Σήκω μανούλα, έλεγε, σήκω. Κάνει πολύ κρύο, θα παγώσεις. Το σώμα άρχισε να μυρίζει. Την τρίτη μέρα, οι γείτονες έσπασαν την πόρτα και χώρισαν το παιδί από την πεθαμένη».
Και συνέχισε.
«Ο πατέρας γύρισε σπίτι μερικές εβδομάδες μετά. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον θάνατό της ή να ξεχάσει τα βασανιστήρια. Σε λίγο καιρό έπαθε κλονισμό κι έχασε το νου του. Όπως συνηθιζόταν τότε, τον πήγαν στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Οι καλόγεροι τον έδεσαν μαζί με άλλους κάτω από την εικόνα περιμένοντας τα μεσάνυχτα, που ο άγιος θα κατέβαινε από την εικόνα για να τον κρούσει, όπως λέγανε, στην κεφαλή. Τότε θα ερχόταν στα συγκαλά του, μετά την κατεβασιά του άγιου και θα έβλεπε τον κόσμο καθαρά. Πέθανε μερικούς μήνες αργότερα μέσα στην εκκλησία, ερείπιο, αγρίμι και βρώμικος. Τον έθαψαν έξω, δίπλα στον κήπο, μαζί με άλλους χαλασμένους, δίπλα σε τριαντάφυλλα, τσουκνίδες και τομάτες. Ο άγιος δεν τον έκρουσε για να τον γιατρέψει».
Όταν ο γιός επισκέφτηκε το μοναστήρι, ο ηγούμενος, περασμένα ενενήντα, θυμόταν ξεκάθαρα εκείνα τα χρόνια.
«Ήταν ανεξήγητο», είπε. «Ο Προφήτης πάντα βγαίνει από το εικόνισμά του τα μεσάνυχτα, μέχρι σήμερα. Τον ακούμε που περπατάει με τα πασουμάκια του. Αλλά ήτανε οι Γερμανοί τότε. Ποιος ξέρει; Τα θαύματα δεν είναι για όλους. Τα είχε χάσει όμως ο έρμος. Ψέλλιζε συνέχεια το όνομα της γυναίκας του, Γλυκιά μου Μιλίτσα, καλή μου…. Δεν σταματούσε. Το θυμάμαι σαν νάτανε χτες».
«Και το αγόρι, τι έκανε;»
«Ερχότανε να τον βλέπει κάθε δεύτερη μέρα, περπάταγε μόνο του για τρεις ώρες μέχρι δω πάνω. Τον πρόλαβε λίγο πριν πεθάνει. Αξούριστο και άπλυτο σαν βρυκόλακα. Τρόμαξε το παιδάκι. Μας βοήθησε να τον θάψουμε, τρέμοντας και κλαίγοντας. Να το έχει καλά ο Θεός… Δεν ήτανε ούτε δεκαπέντε χρονών».
Μια ασήμαντη τραγωδία, καθώς το προσωπικό δράμα συναντάει την καθολική περιπέτεια. Το αγόρι αισθάνθηκε ενοχή, σαν να ήταν εκείνο υπεύθυνο για ό,τι έγινε. Και το αγνώσιμο μέρος του μυαλού του, τον προκαθόρισε χωρίς λέξεις να απεχθάνεται κάθε δεσμό και σχέση. Η ίδια του η ύπαρξη ήταν ένοχη για την εξόντωσή τους. Όλα όσα ακολούθησαν, ο γάμος, η γυναίκα, τα παιδιά, όλα ήταν μισητά βάρη που έπρεπε να υποφέρει χωρίς να το θέλει, σε μια κοινωνία εχθρική. Όλα ήταν ταπεινωτικές πληρωμές στην ακατανόητη πραγματικότητα που διέλυσε τις καταβολές του. Καθηλώθηκε εκεί. Φυλακίστηκε στον χώρο από τον χώρο. Και ποτέ δεν βγήκε από το δωμάτιο όπου πέθανε η μάνα του. Και ποτέ δεν έφυγε από το μοναστήρι που θάφτηκε ο πατέρας του. Και όλα όσα έγιναν μετά από εκείνη την χρονιά, έγιναν σε κάποιον άλλο. Και δεν πέρασαν ποτέ εβδομήντα χρόνια. Και είχε μείνει έγκλειστος σε εκείνο το δωμάτιο, το παγωμένο, το φρικτό, το ακατανόητο. Και είχε μαρμαρώσει μπροστά στο νεκρό σώμα μιας απρόσιτης και ανεξιλέωτης μάνας. Και κάθε μέρα έθαβε τον πατέρα του δίπλα στις τριανταφυλλιές.
«Πού βρίσκεται η αδελφή του σήμερα;» ρώτησε ο γιός τη γειτόνισσα.
«Παντρεύτηκε και εξαφανίστηκε. Δεν ξανασυναντήθηκαν απ’ όσο ξέρω. Εσύ πρέπει να μάθεις».
Δεν μπόρεσε να μάθει πολλά. Κάποιες λέξεις, κάποιοι υπαινιγμοί, και μια θολή συνάντηση με τη μυστηριώδη θεία και την οικογένειά της όταν ήτανε πολύ μικρός. Μια φορά μόνο. Τίποτε άλλο. Κάποια στιγμή ένα τηλεφώνημα από την κόρη της.
«Η αδελφή του πατέρα σου πέθανε προχτές».
Και εκείνος:
«Κρίμα δεν πρόλαβα να της ζητήσω πίσω την προίκα που της έδωσα».
Ο γιός δεν μπορούσε να κατανοήσει μια τόση βαθιά αποσυσχέτιση.
Είχε και αυτός μια παρόμοια επαφή μαζί του. Λίγο πριν φύγει για πάντα από τον τόπο του, την τελευταία νύχτα, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της εφηβείας του, δίπλα από τα βιβλία που τον έπλασαν, κάτω από το φως που τον διαμόρφωσε, ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο όχι για να τον αποχαιρετήσει ή να τον ενθαρρύνει. Είπε απλά:
«Μήπως σου περισσεύουν μερικά ψιλά γιατί έχω στεγνώσει;»
Ο γιος του έδωσε ό,τι είχε πάνω του.
Κανείς δεν ήρθε να τον αποχαιρετήσει στο αεροδρόμιο. Καθώς περνούσε από το τελωνείο, κοίταξε πίσω μήπως κάποιος ερχόταν την τελευταία στιγμή. Κανένας. Περπάτησε μόνος την αιωνιότητα που φτιάχνουν οι διάδρομοι των οριστικών αποχαιρετισμών.
Έζησε σε μακρινούς τόπους για μερικά χρόνια προτού γυρίσει να τους δει. Χριστούγεννα. Ήταν η τελευταία φορά που πήγανε μαζί στην εκκλησία. Μόλις γύρισαν σπίτι, ο γιος, σε μια στιγμή απερίσκεπτου συναισθηματισμού, αναπόλησε.
«Ακόμα σε θυμάμαι να ψέλνεις στην εκκλησία του χωριού το Η Παρθενος σήμερον. Δεν θάμουνα πέντε χρονώ».
«Μεγάλη πλάκα», απάντησε. «Ήθελα να ρίξω ένα ξανθό γκομενάκι, τη Γιολάντα, από την Αθήνα».
Ο γιός δαγκώθηκε. Αλλά εκείνος συνέχισε να λέει τι έκανε μαζί της, μπροστά στον άντρα της, με απίστευτες λεπτομέρειες και λέξεις.
Είχε αρχίσει να βρέχει. Χριστούγεννα; Πρωτοχρονιά; Ο γιός δεν άκουγε τίποτε. Η μητέρα έφερε φαγητό.
«Μην πεις τίποτε μπροστά στη μάνα σου», είπε χαμηλώνοντας τη φωνή.
Αλλά σίγουρα ήξερε. Όλοι ήξεραν.
Καμάρωνε για το σώμα του, τον ανδρισμό και τις ερωτικές του επιτυχίες. Μόλις έγινε εβδομήντα χρονώ βρήκε τις παλιές φωτογραφίες, όταν μετέφερε το Ολυμπιακό φως για τους αγώνες του 1948 από τα Ολύμπια στο Κατάκωλο. Είκοσι μεγάλες φωτογραφίες που έκαναν το αλαβάστρινο και μυώδες σώμα του να γυαλίζει στην ωραιότερη στιγμή της ζωής του.
«Τι παιδί ήμουνα!» έλεγε. «Η μάνα μου θα με καμάρωνε. Δε με πρόλαβε».
Για τις λίγες εκείνες μέρες των γιορτών, ζούσαν μερικές βαθιές στιγμές μπροστά στην τηλεόραση. Οι εικόνες τους έκαναν να εστιάζονται στις ίδιες ιστορίες και κρατούσαν την οικογένεια μαζί, σε σιωπή και προσδοκία.
Ο γιός θυμήθηκε. Έβλεπαν μαζί τη Σαλώμη του Ρίχαρντ Στράους. Για πρώτη φορά είδε τον πατέρα του να στέκεται καθηλωμένος με τρόμο, σκοτεινός και ακίνητος, βλέποντας όπερα. Όταν εμφανίστηκε ο δίσκος με το κεφάλι του Ιωάννη του Προδρόμου, πετάχτηκε και φώναξε με οργή.
«Κακούργα γυναίκα, παλιογύναικο!»
Μια ακόμα ανάμνηση. Βλέπανε μαζί την ταινία Φρόυντ του Τζον Φορντ. Μόλις είδε τον Φρόυντ να λιποθυμά στην είσοδο του νεκροταφείου, σαν νάπαθε σάλο και τιναγμό ο νους του, κι άρχισε να φωνάζει:
«Δεν γίνονται τέτοια πράγματα».
Βγήκε από το σπίτι τρέχοντας, σαν να φοβόταν μια παρουσία που είχε βγει μέσα από την τηλεόραση. Γύρισε τα μεσάνυχτα αμίλητος και μεθυσμένος.
Καθισμένος για ώρες μπροστά στο κουτί, έβλεπε ξανά και ξανά παλιά μελοδράματα. Μια λέξη από το στόμα των ηθοποιών τον έκανε κομμάτια. Κάθε φορά που άκουγε κάποιον να λέει μανούλα, ξέσπαγε σε κλάματα. Τα μελοδράματα τον έφερναν πίσω στον εαυτό του. Ο Κατήφορος μια Μάνας, Μάνα, γιατί με γέννησες; Αμάρτησα για το παιδί μου.
Το μαντήλι του γέμιζε δάκρυα καθώς μονολογούσε.
«Όπως στη ζωή, και ακόμα πιο αληθινά».
Μια μέρα ρώτησε τον γιο αιφνιδιαστικά.
«Ήμουνα κακός σαν πατέρας;»
Ο γιός ήθελε να πει ναι, αλλά κοίταξε το πρόσωπό του που έδειχνε μια σχεδόν παιδική αθωότητα για αποδοχή. Και διστακτικά απάντησε:
«Όχι, όχι, όχι, καλός ήσουνα», επαναλαμβάνοντας τις λέξεις, για να πειστούν και οι δύο.
Σε μια άλλη περίσταση δεν άντεξε.
«Πατέρα, είσαι εβδομήντα πέντε χρονών και συμπεριφέρεσαι σαν παιδί! Μεγάλωσε πια».
Για δέκα χρόνια, δεν είχαν μιλήσει καθόλου. Κάθε φορά που ο πατέρας σήκωνε το τηλέφωνο, ο γιος έλεγε απότομα:
«Θέλω να μιλήσω στη μάνα μου».
Εκείνος περνούσε το ακουστικό στο άλλο αίνιγμα της ζωής τους.
Κάποια στιγμή όμως χρειαζόταν χρήματα. Είχε μπλεχτεί, κατά το συνήθειο του, σε ύποπτες δουλειές. Δανείστηκε από την τράπεζα χρήματα που τα κατασπατάλησε σε απάτες και δωροδοκίες.
«Στείλε μου ό,τι έχεις», έλεγε απελπισμένος. «Θα με βάλουν φυλακή. Και η μάνα σου θα μείνει μόνη».
Μα ποτέ δεν ήταν αρκετά. Ο πατέρας ζητούσε συνέχεια.
«Έτσι κάνουν οι μετανάστες»μ έλεγε. «Βοηθάνε το σπίτι τους».
Κάποια στιγμή σήκωσε χέρι στη γυναίκα του. Ο γιός επενέβη και τους συμφιλίωσε, λίγο πριν του κάνουν έξωση με δικαστική εντολή.
Πέρασε ένας χρόνος ύποπτης ησυχίας λίγο πριν το 2004. Το μεγάλο του όνειρο να γίνει επιχειρηματίας φαινόταν να εκπληρώνεται. Για πολλούς μήνες είχε μπλεχτεί με λαθρεμπόρους από τη Ρωσία που του υποσχέθηκαν λεφτά και γυναίκες. Πήρε τις οικονομίες τους και τις επένδυσε, νοικιάζοντας ένα σπίτι σε κάποιο απόμακρο χωριό κοντά στη Σπάρτη, δίπλα στη θάλασσα. Εκεί κρύβονταν οι μαφιόζοι που έφερναν κάθε βράδυ με πλοιάρια μετανάστες, παράνομα τσιγάρα, ρούχα και ποτά. Δεν άργησαν να τους συλλάβουν. Μόλις που γλύτωσε την κάθειρξη, με τα λεφτά του γιου και έναν πανούργο δικηγόρο.
«Είμαι ντούρος και γερός», είπε στον αστυνομικό που τον συνόδευε, χωρίς να καταλαβαίνει σε τι δύσκολη κατάσταση βρισκόταν.
«Μα δεν κατάλαβες την απάτη, παππούλη», του είπε ο αστυνομικός με συμπάθεια.
«Παππούλη να πεις τον πατέρα σου», απάντησε θυμωμένος. Ήτανε μόνο εβδομήντα οχτώ χρονώ.
Το χτύπημα όμως ήταν βαρύ. Άρχισε να έχει εφιάλτες. Σκοτάδια τον περικύκλωναν, παραισθήσεις και πένθιμες καμπάνες.
Κάθε φορά που έβλεπε τον γιό του δεν ζητούσε χρήματα πλέον. Ο διαβήτης ήτανε ανεξέλεγκτος. Γινόταν νευρικός, δεν μπορούσε να καθίσει ήρεμος, εξαφανιζόταν για μέρες.
Μια νύχτα, Χριστούγεννα πάλι, ο γιος τον έσυρε στο σπίτι μεθυσμένο και σχεδόν αναίσθητο.
«Συνάντησα κάτι φίλους από τον στρατό», έλεγε, «και θυμηθήκαμε τα παλιά.»
Δεν ήταν κανένας άλλος στην ταβέρνα.
Μια τελευταία ανάμνηση. Είναι εξαντλημένος πια στα ογδόντα και καταπονημένος από την αρρώστια. Κοιτάζει τον γιο του με περιέργεια.
«Έχω παιδί στην Αμερική», του λέει.
«Νομίζω είναι στην Αυστραλία», του απαντάει ο γιός.
«Πότε πήγε εκεί; Τον έχεις δει; Δεν τον θυμάμαι καθόλου».
«Είναι καλά. Θέλεις να του πω κάτι;»
«Πες του πως αγαπάω τα τριαντάφυλλα και να μου στείλει δολλάρια να αγοράσω μερικά για το μπαλκόνι μας».
«Θα του το πω μόλις συναντηθούμε».
«Εσύ ποιος είσαι;» ρωτάει παραξενεμένος.
«Ζω εδώ δίπλα. Έχω το λουλουδάδικο στη γωνία. Πόσα τριαντάφυλλα θέλεις;»
«Όσα έχεις», απαντάει. «Κόκκινα, κόκκινα, σαν εκείνα που φυτεύουν στους τάφους οι καλογέροι. Χρειάζονται μεγάλη φροντίδα τα τριαντάφυλλα. Πολύ πότισμα».
Ο γιος τού έφερε πέντε γλάστρες. Σε λίγες μέρες, είχαν σαπίσει.
Όταν ήταν να φύγει ο γιός, ο πατέρας πλησίασε και του λέει:
«Υπερετήσαμε μαζί στον στρατό ξηράς; Κάπου σε ξέρω».
Ο γιός χαμογελάει.
«Μπα, όχι. Εγώ ήμουνα αεροπορία. Τώρα συναντηθήκαμε για πρώτη φορά».
Δεν πέρασε καιρός κι έπαθε εγκεφαλικό. Από την άλλη μεριά του πλανήτη, ο γιος τηλεφώνησε στο νοσοκομείο και ο γιατρός που απάντησε ήταν παλιός συμμαθητής.
«Δεν είναι πια μαζί μας, φίλε μου. Το σώμα του καταρρέει».
Ήταν ογδόντα δυο χρονώ. Δυο μέρες μετά έφυγε. Στις τρεις το πρωί. Ρόγχασε για μισή ώρα και έσβησε.
Η νοσοκόμα είπε ότι λίγο πριν φύγει ψιθύριζε:
«Θέλω να πάω σπίτι. Η μάνα μου είναι άρρωστη. Κάνει κρύο».
Πέθανε μόνος, όπως έζησε.
Πέθανε δεκατεσσάρων χρονών, όπως είχε ζήσει όλη του τη ζωή.
Ονομαζόταν Ιωάννης.
Αναπαύεται σε τάφο κοινό, προσδοκώντας.

