Τη φετινή χρονιά, δύο ταινίες με κεντρικούς χαρακτήρες γυναίκες αντιηρωίδες κέρδισαν τις εντυπώσεις και αρκετά βραβεία Όσκαρ. Η μία ταινία του 2020 είναι αυτή της Κλόε Ζάο, Nomadland (Η χώρα των νομάδων), που βασίζεται στο βιβλίο της δημοσιογράφου Τζέσικα Μπρούντερ με τίτλο Nomadland: Surviving America in the 21st Century (Η Χώρα των Νομάδων: Επιβιώνοντας στην Αμερική του 21ου Αιώνα, μετάφραση στα ελληνικά από τον Γιώργο Παπαδημητρίου, εκδ. Κυψέλη, 2021) και κέρδισε τα Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και Α΄ γυναικείου ρόλου. Η άλλη ταινία του 2020 είναι της Έμεραλντ Φένελ με τίτλο Promising Young Woman (Υποσχόμενη νέα γυναίκα) και κέρδισε το Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου.
Αν και διαπραγματεύονται διαφορετικά ζητήματα, καθώς η μία ταινία εστιάζει σε μια σύγχρονη εκδοχή νομαδικής ζωής στην Αμερική, ενώ η άλλη στο ζήτημα της αυτοδικίας σε περιπτώσεις έμφυλης βίας που έχουν μείνει «ατιμώρητες», θεωρώ πως έχουν και οι δύο ταινίες ένα ενδιαφέρον κοινό χαρακτηριστικό: τη γυναικεία αποτυχία και την πολιτική της διάσταση, σε συνδυασμό με την ηρωική αδυναμία του υποκειμένου ενώπιον της εξουσίας από όπου και αν αυτή προέρχεται.
Πιο συγκεκριμένα, η ταινία Nomadland επικεντρώνεται στη σκληρή πραγματικότητα των μεσήλικων που ζουν σαν νομάδες σε τροχόσπιτα και βανάκια, αναλαμβάνοντας ευκαιριακές δουλειές όπου υπάρχουν, σχηματίζοντας στο μεταξύ προσωρινές κοινότητες στη μέση της απέραντης αμερικανικής χώρας και αναπτύσσοντας σχέσεις εφήμερες μεν, γεμάτες υπαρξιακή ένταση και νόημα δε.
Μια τέτοια νομάς είναι και η Φερν (ο γυναικείος χαρακτήρας τον οποίο υποδύεται η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ), χήρα κοντά στα εξήντα, η οποία μετά την απώλεια του συζύγου της αλλά και το κλείσιμο του εργοστασίου όπου εργαζόταν, μια συνθήκη που την άφησε δίχως σπίτι αφού διέμενε σε συγκρότημα εργατικών κατοικιών, βρίσκεται να ζει στην αρχή της δεύτερη δεκαετίας του 21ου αιώνα περιφερόμενη στις δυτικές και μεσοδυτικές Πολιτείες, μέσα στο παλιό μισοχαλασμένο βανάκι της. Κάνει διάφορες δουλειές για τα προς το ζην. Μία από αυτές περιλαμβάνει μεροκάματα σε μια αποθήκη της Amazon. Στην πορεία συναντά και αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους ίδιας ή και μεγαλύτερης ηλικίας, που η πρόσφατη οικονομική κρίση μετά το 2008 τους οδήγησε στον δρόμο. Το φιλικό δίκτυο και το οικογενειακό πλαίσιο της Φερν είναι κάτι που αποκαλύπτεται στην πορεία της ταινίας και κατά τη γνώμη μου παίζει σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια ερμηνείας και νοηματοδότησης της απόφασης αυτής της γυναίκας να ζήσει ως νομάς. Έτσι, ενώ φαινομενικά η ταινία είναι μια road movie με ανοιχτό τέλος και προοπτική την ατελείωτη αναζήτηση, που μπορεί να παραλληλισθεί με την πνευματική αναζήτηση των ασκητών και των αναχωρητών (πρβλ. Δ. Σκλήρης), οι οποίοι στην ησυχία αναζητούν διαρκώς το ακατάληπτο τελικά νόημα της ζωής και απολαμβάνουν τη μυστική επαφή με το θεϊκό στοιχείο, η ανάγνωσή μου είναι κάπως διαφορετική.
Η προσέγγισή μου εστιάζει στην απροσδόκητη άρνηση μιας ευάλωτης γυναίκας να δεχτεί τις προσφορές και προτάσεις φίλων και συγγενών να τη φιλοξενήσουν. Ενώ μέσω της ταινίας παρουσιάζεται μια ολόκληρη κουλτούρα, εκείνη των vanwellers και υπογραμμίζεται μια σύγχρονη έκφραση ενός εν μέρει εξ ανάγκης και εν μέρει από επιλογή αντι-καταναλωτικού πνεύματος που δίνει έμφαση στο «λιγότερο», στέκοντας με θάρρος απέναντι στην κάθε λογής «απώλεια» και την ευαλωτότητα, η αφήγηση της συγκεκριμένης ζωής μιας γυναίκας αναδεικνύει την ηθική και σωτηριολογική σημασία της προσωπικής μας ιστορίας. Πράγματι, η μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου εκφράζεται στον λόγο και τον τρόπο που θεωρεί κάποιος ότι αξίζει να πεθάνει. Η ταινία φωτίζει τη σημασία του ενικού στοιχείου στη ζωή των ανθρώπων, το οποίο σαρκώνεται εκείνες τις στιγμές όταν κάθε άνθρωπος λαμβάνει αποφάσεις. Υπάρχουν, λοιπόν, κάποια σημεία στην ταινία, όπου ενώ έχουμε ίσως συναισθανθεί ως θεατές τις δυσκολίες επιβίωσης της Φερν, βλέπουμε εκείνη να αρνείται προσφορές να μείνει στο σπίτι κάποιου φίλου ή συγγενή. Κάποιος θα έλεγε πως αυτή η άρνηση είναι αυτοκαταστροφική, και εκφράζει την αποτυχία της. Ακατανόητο φαίνεται πώς γίνεται και μια γυναίκα αρνείται την ασφάλεια που της προσφέρεται. Γιατί δεν δέχεται το δώρο ενός σπιτιού ενώ είναι ουσιαστικά άστεγη; Το μόνο, όμως, δικό της στοιχείο είναι αυτή η προσωπική άρνηση να δεχτεί αυτό που θεωρείται λογικό και ασφαλές. Η Φερν δέχεται την τύχη της, τις επιλογές της, αναλαμβάνει το πένθος της, αναγνωρίζει την απώλεια την οποία δεν απωθεί, ούτε συγκαλύπτει. Ο άντρας της παραμένει αναντικατάστατος, εκείνη ζει την απώλεια αναγνωρίζοντας αυτό που έτσι και αλλιώς είμαστε όλοι και όλες, δηλαδή με ελλείψεις. Η γυναίκα αυτή αντιστέκεται στις φαντασιώσεις ολοκλήρωσης, δηλαδή σωτηρίας σε αυτόν τον κόσμο και περιμένει το τέλος. Ως μόνη, αδιάφορη για μια επίπλαστη ασφάλεια και μια κοινωνικά κατασκευασμένη έννοια «επιτυχίας», ευάλωτη και περιπλανώμενη, η Φερν μένει πιστή στον άντρα της, η αγάπη της δεν εκπίπτει, και επομένως εκείνη παραμένει στον τόπο του Άλλου, στον τόπο του Θεού.
Ανάλογη αδιαφορία για μια φαντασίωση επιτυχίας επιδεικνύει η Κασσάνδρα (Κάσι), ο κεντρικός γυναικείος χαρακτήρας στην ταινία Promising Young Woman (Υποσχόμενη νέα γυναίκα). Η Κάσι (την οποία υποδύεται η Κάρι Μάλιγκαν ) είναι μια γυναίκα που κοντεύει τα 30, πρώην φοιτήτρια ιατρικής, η οποία εγκατέλειψε τις σπουδές της πριν από μια δεκαετία και μετακόμισε πίσω στο πατρικό της. Τα πρωινά δουλεύει σε τοπικό καφέ. Τα βράδια, όμως, έχει αποστολή: προσποιείται τη μεθυσμένη, μόνη γυναίκα, στα μπαρ κι ακολουθεί τα αρσενικά που την οδηγούν ημιλιπόθυμη στο σπίτι και χωρίς να έχουν τη συναίνεσή της προσπαθούν να τη ρίξουν στο κρεβάτι τους. Τη στιγμή, όμως, που εκείνοι κάνουν το ένα παραπάνω βήμα να την προσεγγίσουν ερωτικά χωρίς εκείνη να θέλει, η νηφάλια στην πραγματικότητα Κάσι σηκώνεται, παγώνει το ηχόχρωμα στη φωνή της προκαλώντας με την αλλαγή αυτή μια τρομακτική αίσθηση φόβου στους συγκεκριμένους εν δυνάμει κακοποιητές και ένα μάθημα στη συναίνεση που όφειλαν προηγουμένως να έχουν πάρει, που τους μένει αξέχαστο. Όταν επιστρέφει σπίτι, ξεβάφει το προκλητικό μακιγιάζ της, κοιτά με κυνισμό τον εαυτό της στον καθρέφτη και βαθύ πόνο τη φωτογραφία μιας γυναίκας, της Νίνα, στον τοίχο. Τι είχε συμβεί σε αυτή τη νεαρή γυναίκα και, όπως καταλαβαίνουμε, στενή φίλη της, στο δεύτερο έτος των σπουδών τους; Τι πυροδοτεί την αρχικά ακατανόητη εκδικητική συμπεριφορά τής Κάσι; Ποιο τραύμα τερμάτισε το μέλλον δύο, κάποτε πολλά υποσχόμενων γυναικών; Η Νίνα είχε πέσει θύμα ομαδικού βιασμού και εξευτελιστικής δημόσιας έκθεσης ενώ εκείνη δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει. Όπως σιγά σιγά μαθαίνουμε, τόσο το ευρύτερο κοινωνικό, όσο και το συγκεκριμένο πανεπιστημιακό και ακαδημαϊκό περιβάλλον της κακοποιημένης νεαρής γυναίκας συγκαλύπτουν το έγκλημα και «προστατεύουν» την άμεμπτη εικόνα των πολλά υποσχόμενων τότε νεαρών ανδρών που συμμετείχαν στην κακοποίησή της. Η φίλη της αναλαμβάνει εκ μέρους όλης της κοινωνίας όλη την ενοχή γι’ αυτήν την πράξη και σκέφτεται πως αν εκείνη ήταν μαζί της εκείνο το βράδυ, τίποτα δεν θα είχε συμβεί.
Η ταινία ξεκινάει ακριβώς με μια αναφορά στο σήμερα όπου εκείνοι οι νεαροί τότε άνδρες που κακοποίησαν τη Νίνα, είναι σήμερα επιτυχημένοι επαγγελματίες, «καλοί σύντροφοι», έτοιμοι να παντρευτούν με κάποιες γυναίκες τις οποίες δείχνουν ότι σέβονται και αγαπούν. Η Νίνα δεν υπάρχει πια, ά-τυχη και από-τυχημένη έχει φύγει από το προσκήνιο της ζωής και υπάρχει μόνο στη μνήμη της φίλης της, Κάσι. Η Κάσι ενσαρκώνει την αποτυχία μιας γυναίκας θύματος έμφυλης βίας να δικαιωθεί και να επουλώσει τις πληγές της. Αν και αγωνίζεται με θάρρος, ώστε όσοι και όσες ευθύνονται για αυτό που συνέβη στη φίλη της να καταλάβουν το κακό που έκαναν και να συναισθανθούν τον πόνο που προκάλεσαν, η προσπάθειά της ολοκληρώνεται με τίμημα την ίδια της τη ζωή.
Η Έμεραλντ Φένελ διαπραγματεύεται το θέμα της δικαιοσύνης, της αυτοδικίας και της δικαίωσης με ιδιαίτερα πρωτότυπο κινηματογραφικά τρόπο, καθώς υπογραμμίζει πως δεν πρέπει να συγχέουμε το αίσιο τέλος με την απονομή δικαιοσύνης και τη δικαίωση. Το τέλος τόσο της Νίνα όσο και της Κάσι δεν είναι αίσιο και αυτές οι δύο γυναίκες παραμένουν αποτυχημένες. Σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι και οι περισσότερες, ευτυχώς όχι όλοι και όλες, διεκδικούν την επιτυχία που φέρνουν η βία, ο εκφοβισμός και η εξουσία, σε έναν κόσμο όπου κάποιοι έχουν προνόμια και έχουν εξασφαλίσει την εύνοια ενός διεφθαρμένου συστήματος, η πίστη της Κάσι στην αξία της φιλίας, φαίνεται εξωπραγματική, ανόητη και αυτοκαταστροφική. Όπως ο Χριστός επάνω στον σταυρό ήταν τρέλα για τους Έλληνες και σκάνδαλο για τους Ιουδαίους, έτσι το νεκρό σώμα της Κάσι πάνω στο κρεβάτι του βιαστή της φίλης της, τον οποίο δεν καταφέρνει να τιμωρήσει εκείνη τη στιγμή, αποτελεί κορυφαία στιγμή μιας τρελής αποτυχίας. Ωστόσο, όσο πόνο και οδύνη και αν προκαλεί ο σταυρός, όσο πόνο και δυσφορία και αν ίσως προκάλεσε η αναπάντεχη ήττα της Κάσι πάνω στη μάχη, η λύπη αυτή συνοδεύεται από την ελπίδα της ανάστασης και την εσχατολογική προοπτική της δικαίωσης. Η αποτυχία της Κάσι να «επιβληθεί» στο κακό και να το μεταμορφώσει στην τελευταία σκηνή συνοδεύεται από το γεγονός ότι η ίδια είχε ήδη προφητεύσει την αποτυχία της και έτσι είχε προνοήσει δεόντως.
Τα δύο, λοιπόν, θηλυκά υποκείμενα των συγκεκριμένων ταινιών αποτυγχάνουν θριαμβευτικά, δεν επιβάλλουν τη δικαιοσύνη, αλλά προσφέροντας κυριολεκτικά τη ζωή τους την ίδια μένουν πιστές στον Άλλο (στον σύζυγό της η μία, στη φίλη της η άλλη) και δείχνουν τον δρόμο μιας αποτυχίας που οδηγεί στον Αναστάντα Χριστό και Θεό της αγάπης.
