Γιώτα Τεμπρίδου

Η κακία no es para todos, η «Κακιά» όμως;

Myriam Gurba, Κακιά, μτφ. Ζωή Κόκκα, yusra, Αθήνα 2025.

Τον δρόμο της Κακιάς τον έστρωσε το yusra – επιτρέψτε μου να σας συστήσω το yusra. Δεν είναι λογοτεχνικό περιοδικό, αγαπάει όμως πολύ τη λογοτεχνία. Το πρώτο τεύχος του κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2019. Στα οχτώ πρώτα εξώφυλλά του οι λέξεις «ιστορίες για τη ζωή των ανθρώπων σε αυτόν και σε κάθε τόπο» συνόδευαν τον τίτλο του. Στα είκοσι έξι, μέχρι σήμερα, τεύχη του ο τίτλος του εξηγείται με τα ίδια και απαράλλαχτα λόγια: «Το Yusra (Γιούσρα) είναι αραβικό όνομα και ας πούμε ότι σημαίνει ευδαιμονία. Αλλά στην περίπτωσή μας, δεν υπάρχει κάποια σχετική σημειολογική βαρύτητα. Για μας είναι ένα παιδί που το Φλεβάρη του ’16 πέρασε απ’ τη Συρία στην Τουρκία, από κει στην Ελλάδα και πλέον βρίσκεται στη Γαλλία»[1].

Οι υπεύθυνοι έκδοσης του yusra ήταν αρχικά δύο: ο Χρήστος Σύλλας και ο Σπύρος Παπαδόπουλος. Στο δέκατο έκτο τεύχος προστέθηκε η Ζωή Κόκκα, που είχε κάνει την consigliera για λίγο, και έκτοτε είναι τρεις. Τα εξώφυλλα του yusra είναι για έκθεση. Πολύ ιδιαίτερα είναι όμως και τα οπισθόφυλλά του – μέχρι και καδραρισμένο έχω δει ένα από αυτά, σε τοίχο φιλικού σπιτιού (και έβγαζε νόημα). Αν υπολογίσουμε και το τεύχος 0, που διανεμήθηκε δωρεάν στις αρχές του 2019 (και το λες και συλλεκτικό), το yusra από καταβολής του βγάζει τέσσερα τεύχη ανά έτος. Τον Δεκέμβρη περιμέναμε το τελευταίο τεύχος του για το 2025. Αντ’ αυτού, λάβαμε την Κακιά. Έτσι αθόρυβα, χωρίς προαναγγελίες, έγινε μια νέα αρχή. Η ομάδα του yusra τώρα πια εκδίδει και βιβλία. Ξεκίνησε μάλιστα θεαματικά, συστήνοντάς μας τη Μίριαμ Γκούρμπα.

Η, ακτιβίστρια και καλλιτέχνιδα, Μίριαμ Γκούρμπα γεννήθηκε τη δεκαετία του ’70 στην Καλιφόρνια, όπου και ζει. Αν σκάψετε να βρείτε τις ρίζες της, θα βγείτε στο Μεξικό. Αν συνεχίσετε το σκάψιμο, θα βγείτε και στην Πολωνία. Η Κακιά [Mean] κυκλοφόρησε το 2017 από το Coffee House Press και είναι το τρίτο της βιβλίο· είχαν προηγηθεί τα Dahlia Season: Stories and a Novella (Manic D Press, 2007) και Painting Their Portraits in Winter (Manic D Press, 2015)· ακολούθησαν τα Creep: Accusations and Confessions (Avid Reader Press, 2023) και Poppy State: A Labyrinth of Plants and a Story of Beginnings (Timber Press, 2025)[2]. Έχει μεταφραστεί στα ισπανικά και τα ιταλικά η Κακιά, έχει επαινεθεί από την κριτική, έχει το πιστό κοινό της. Όταν την πρωτοδιάβασα, τη φαντάστηκα στην κορυφή ενός σκαληνού τριγώνου. Στη δεύτερη κορυφή Η Κασσάνδρα και ο λύκος της Μαργαρίτας Καραπάνου. Η τρίτη ήταν Στο σπίτι των ονείρων της Κάρμεν Μαρία Ματσάδο.

Τη μετάφραση του βιβλίου στα ελληνικά, που έχω τη βάσιμη υποψία πως αποδείχτηκε αρκετά δύσκολη υπόθεση, την ανέλαβε η Ζωή Κόκκα. Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό όμως, γιατί την επιμέλεια την έκανα εγώ. Αν γίνεται ένα μόνο πράγμα να πω: Όπου μπέιζμπολ, εκεί και η θύμηση της λατρεμένης μαστόρισσας Τζένης Μαστοράκη.

Το ζωηρό (και, κατά τη γνώμη μου, θαυμάσιο) έργο που φιλοτέχνησε η Σοφία Ροζάκη[3] ειδικά για το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης είναι σε δημιουργική συνομιλία με το περιεχόμενο του βιβλίου. Θα σας πρότεινα να το παρατηρήσετε πριν διαβάσετε την Κακιά, για να πάρετε μια γεύση, και στη συνέχεια να το παρατηρείτε κάθε φορά που την κλείνετε. Σταδιακά θ’ αναγνωρίζετε τα στοιχεία του: την τρύπα στο συρματόπλεγμα, το χέρι που βγαίνει απ’ το καλαμποκόφλουδο, τις φράουλες φυτό και τις φράουλες γλυκό, το απομονωμένο χαμόγελο. Όλα για κάποιον λόγο είναι εκεί – και τα πουλιά τον ξέρουν (μα σωπαίνουν).

Το οπισθόφυλλο δεν είναι (και με το δίκιο του) ιδιαίτερα σαφές ως προς το είδος του βιβλίου: «Κάτι ανάμεσα σε αυτοθεωρία, true crime, μυθιστόρημα κουίρ ενηλικίωσης και ιστορία με φαντάσματα». Θα δοκιμάσω τώρα μια περιγραφή. Η Κακιά είναι ένα πεζογράφημα τριακοσίων περίπου σελίδων, διαιρεμένο σε εξήντα ενότητες, η πρώτη εκ των οποίων έχει τον τίτλο «Σοφία». Ένα κορίτσι από το Μεξικό είναι η Σοφία, που δέχεται, σε αυτή την πρώτη ενότητα, επίθεση από έναν άντρα σε ένα γήπεδο μπέιζμπολ στη Σάντα Μαρία της Καλιφόρνια. Την καταδιώκει μπροστά στα μάτια μας – «μαθαίνουμε την καταστροφή της» («αλλά δεν μας ανήκει» [16]). Η Σοφία κακοποιείται, αιμορραγεί, βιάζεται, ψυχορραγεί, ενώ τα χύσια του άντρα πάνω της «[α]στράφτουν σαν αδιανόητη ποίηση» (16). Η Σοφία δεν θα επιζήσει, αλλά η ιστορία της δεν θα τελειώσει στην πρώτη ενότητα του βιβλίου. Μπορεί για τις ειδήσεις να είναι μια απλή περαστική, για την αφηγήτρια όμως είναι πολλά περισσότερα. Η αφηγήτρια ζει με το φάντασμα της Σοφίας. Η αφηγήτρια παρεμπιπτόντως λέγεται Μίριαμ Γκούρμπα. Δεν είναι λευκή και δεν ξέρει αν είναι καλή.

Για να καταλάβουμε τα πώς και τα γιατί της συνύπαρξής της με ένα φάντασμα, μας παρέχεται πρόσβαση σε πολλές στιγμές της ζωής της Μίριαμ. Την παρακολουθούμε να γεννιέται, να μεγαλώνει, να μιλάει «μισά αγγλικά μισά ισπανικά» (21), να καταλαβαίνει σταδιακά πως «οι λέξεις είναι για όλους, αλλά δεν είναι όλοι για κάθε λέξη» (22), πως «οι λευκοί είναι λευκοί και ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό» (23). Να δέχεται ερωτήσεις: «Τι είσαι;» (47 & 77), «Είσαι σίγουρη ότι δεν είσαι Φιλιππινέζα;» (47). Να έχει διερωτήσεις: «Δεν είναι τρομερό πώς ένα “υπερμεγέθες” μέρος του σώματος, ακόμα κι όταν δεν είναι μαύρο, σε “κάνει μαύρο”;» (48), «Γιατί δεν μπορώ ποτέ να νιώσω καλά;» (56). Να γίνεται αναγνώστρια[4] και να βάζει τη βιβλιοφαγία της να κοντράρει την ανίκητη πουτανοσύνη της. Να ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά της, αλλά «[α]υτή δεν είναι μια ιστορία κάμινγκ άουτ. Δεν είναι ρομάντζο» (245). Να έρχεται σε επαφή με την τέχνη: «Η τέχνη είναι ένας τρόπος να ξορκίσεις το άγγιγμα που πήγε λάθος» (62). Να περνάει στο πανεπιστήμιο, να παίρνει πτυχίο με έπαινο. Να βλέπει τον κόσμο υπό το πρίσμα του βιασμού. Να συνδέεται με τον Μάικλ Τζάκσον. Στοπ.

«Μεξικάνικο μήνυμα» από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Ονειρεύτηκα πως βρισκόμουν στο Μεξικό σαν μέλος μιας εξερευνητικής αποστολής. Αφού διασχίσαμε ένα ψηλό παρθένο δάσος, φτάσαμε στα βουνά σ’ ένα υπέργειο συγκρότημα σπηλαίων όπου επιβίωνε απ’ τον καιρό των ιεραποστόλων ένα τάγμα του οποίου τα μέλη εξακολουθούσαν να επιδίδονται στον προσηλυτισμό των ιθαγενών. Μέσα σε μιαν αχανή, γοτθικά οξυκόρυφη κεντρική κρύπτη γινόταν λειτουργία μ’ ένα πανάρχαιο τελετουργικό. Πλησιάζοντας είδαμε την κυριότερή του φάση: μπροστά σ’ ένα ξύλινο μπούστο του Πατέρα Παντοκράτορα που φάνηκε αναρτημένο κάπου πολύ ψηλά στον τοίχο της σπηλιάς, ένας ιερέας ύψωσε ένα μεξικάνικο είδωλο. Τότε το κεφάλι του Θεού κουνήθηκε τρεις φορές απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά σε ένδειξη άρνησης»[5]. Επιστροφή στην Γκούρμπα: «Σαν τον Μπένγιαμιν, είμαι συλλέκτρια» (244).

Η Γκούρμπα που γνώρισα στην Κακιά είναι ασυγκράτητη, πανέξυπνη, ειλικρινής, δε μασάει τα λόγια της, σμπαραλιάζει πού και πού το «πολιτικά ορθό», αν και όχι φωνάζοντας «δείτε τι κάνω», όπως συχνά συμβαίνει. Έχει αστείρευτο χιούμορ, είναι γλωσσοτεχνίτισσα, λατρεύει την ιστορία, διαπρέπει στην ιστορία, έχει τον τρόπο της με την αφήγηση της ιστορίας – και αν «αποστολή [σου] είναι να πει[ς] την ιστορία» (181), είναι τρομερό ατού να είσαι «αρεστή αφηγήτρια» (177). Ως μαθήτρια, έζησε αυτά που ζούμε συνήθως στο σχολείο: πλάκες, παιχνίδια, κοπάνες, άντε και καμιά παρενόχληση. Ως ενήλικη, κοιτάει το κακό στα μάτια, στην προσπάθειά της να το κατανοήσει. Είναι το κακό απαραίτητο; Μπορεί η κακία να είναι καλή; Για ποιους λόγους γινόμαστε κακές και ποια είναι τα όρια της κακίας μας; Υπάρχουν ειδικά είδη κακίας;[6] Υπάρχουν (συμφωνώ με την Γκούρμπα). Μπορεί να «[ε]ίναι οκέι να είσαι κακιά» (38), είναι όμως άλλο να γίνεσαι «ηλίθια μαλάκω καμιά φορά» (110) και άλλο να… (συμπληρώστε ελεύθερα, όσο αποφεύγω τα σπόιλερ).

Η Κακιά είναι ένα πολύ καλογραμμένο, καθόλου επίπεδο, ωραία φεμινιστικό και διακριτικά κουίρ βιβλίο, δυσάρεστο και ταυτόχρονα ευχάριστο, που εκπλήσσει, προβληματίζει, τρομάζει, δεν διστάζει να σε φέρει σε άβολη θέση και σου ανοίγει την όρεξη για διάβασμα. Εμένα μου άνοιξε την όρεξη ειδικά για περισσότερη Γκούρμπα. Μακάρι να μεταφραστούν και άλλα έργα της στα ελληνικά.

Για λόγους που δεν είναι της παρούσης, με απασχολεί συχνά το ερώτημα ποια άτομα ενδιαφέρονται για τις αφηγήσεις μας. Παλιότερα αναρωτιόμουν συχνότερα «γιατί πρέπει να με απασχολήσει τώρα αυτό;», επήλθε όμως μετατόπιση και, κακά τα ψέματα, νιώθω καλύτερα με τα τωρινά μου ερωτήματα. Νομίζω πως η Κακιά αφορά τους καλούς, αυτές που θέλουν να είναι καλές και δεν μπορούν, τα άτομα που γουστάρουν τους κακούς, αυτά που δεν τα καταφέρνουνε με την κακία, όσες υμνούν την καλοσύνη, όσους φοβούνται τα φαντάσματα, όλες μου τις φίλες – και τους κακούς[7].


[1] Περισσότερα για την ταυτότητά του (του περιοδικού, όχι του παιδιού), βρίσκετε εδώ: https://yusra.gr – «ιστορίες από τα κάτω» κ.λπ., κ.λπ.

[2] Περισσότερα για την Γκούρμπα, την Κακιά και τα υπόλοιπα έργα της, εδώ: https://www.myriamgurba.com.

[3] Βλ. το εξώφυλλο του δέκατου τέταρτου τεύχους του yusra. Κυρίως όμως βλ. εδώ: https://sofiarozaki.com. (Στη Σοφία και στα έργα της αξίζουν βέβαια κείμενα ολόκληρα και μεγάλοι τίτλοι.)

[4] Περί της χρήσης των βιβλίων και της αντιμετώπισης των λογοτεχνών στην Κακιά: Η Μίριαμ παίρνει τη θερμοκρασία της με Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Κρατάει σφιχτά τον Γυάλινο κώδωνα, χαϊδεύει τις άκρες του. Σιχαίνεται την Ιστορία δύο πόλεων. «Διαφων[εί] εντελώς» με τον Όντεν. Εκνευρίζεται (το λιγότερο) με τη Γερτρούδη Στάιν. Το φάντασμα της Σοφίας τής είναι εμφανώς πιο σημαντικό από το φάντασμα του Γκίνσμπεργκ.

[5] Μονόδρομος, εισαγωγή & μτφ. Νέλλη Ανδρικοπούλου, Αθήνα, Άγρα 2004, σ. 45-46.

[6] «Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήσουν κακιά για πολιτικούς λόγους; Έχεις υπάρξει ποτέ κακιά για χάρη του Χριστού; Πότε ήταν η τελευταία φορά που προσπάθησες να σκοτώσεις κάποιον προκειμένου να μην τον αφήσεις να μπει στην ομάδα σου; Πότε ήταν η τελευταία φορά που θέλησες να σκοτώσεις κάποιον αλλά τελικά επέλεξες να γίνεις μαλακισμένη αντί για δολοφόνος;» (41)

[7] Αν δηλαδή ήμουν ο Χάρολντ Μπλουμ του Πώς και γιατί διαβάζουμε (που προφανώς καθόλου δεν είμαι), θα έλεγα κάτι σαν «πρέπει να διαβάσουμε Μίριαμ Γκούρμπα» και θα σας συνιστούσα να απομνημονεύσετε κομμάτια της. (Η σημείωση αυτή διαβάζεται μαζί με τη σελίδα 245 της Κακιάς, είναι όμως ταυτόχρονα και ένα κλείσιμο ματιού στον φίλο Θωμά που τελευταία διαβάζει Μπλουμ.)

Κύλιση στην κορυφή