Οι σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας αποτελούσαν ήδη από τη δεκαετία του 1950 μια από τις πιο κρίσιμες μεταβλητές στην πολύπλοκη εξίσωση του Κυπριακού ζητήματος. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς βάσιμα ότι σε ορισμένες φάσεις του Κυπριακού οι διαφωνίες και οι εντάσεις μεταξύ της ελλαδικής και της κυπριακής ηγεσίας βάρυναν στην εξέλιξη του εθνικού θέματος περισσότερο και από τις ίδιες τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι φυσικά η άφρων απόφαση της χούντας Ιωαννίδη να προσπαθήσει τον Ιούλιο του 1974 να ανατρέψει με πραξικόπημα τον εκλεγμένο ηγέτη της Κύπρου Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, πράξη η οποία έδωσε τελικά στην Τουρκία την αφορμή που ζητούσε από καιρό ώστε να εισβάλει στο νησί.[1]
Το βασικό πεδίο διαφωνίας μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας δεν ήταν άλλο από το ποιος είχε την πρωτοκαθεδρία στη διαχείριση του Κυπριακού. Το ζήτημα έλαβε πιο συγκεκριμένη μορφή όταν εν μέσω της κυπριακής κρίσης του 1963/4, οι κυβερνήσεις της Ένωσης Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου διατύπωσαν το «δόγμα του εθνικού κέντρου», σύμφωνα με το οποίο η Αθήνα, ως κέντρο του Ελληνισμού, έπρεπε πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούσαν το έθνος, όπως βέβαια το Κυπριακό.[2] Αυτό προϋπέθετε τον έλεγχο και την τιθάσευση του Μακάριου, ο οποίος ως ο λαοπρόβλητος ηγέτης ενός κρίσιμου μέρους του έθνους διεκδικούσε για τον εαυτό του το «προβάδισμα» αυτό στις αποφάσεις που αφορούσαν το Κυπριακό. Υιοθετώντας μια πιο σκληρή εκδοχή του «δόγματος του εθνικού κέντρου», η χούντα θα προσπαθούσε να περιθωριοποιήσει και να καθυποτάξει τον Κύπριο ηγέτη, φτάνοντας έτσι στο σημείο να επιδιώξει την ανατροπή του το καλοκαίρι του 1974. Η παρατεταμένη κρίση στις σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας και η τραγική κατάληξή της με την τουρκική εισβολή και την κατοχή του 37% της Κύπρου από τον τουρκικό στρατό, σήμαναν και την εκκωφαντική χρεωκοπία του «δόγματος του εθνικού κέντρου».
Μετά την εισβολή, οι προοπτικές για την Ελλάδα και την Κύπρο φαίνονταν ιδιαίτερα δυσοίωνες. Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή που ανέλαβε την εξουσία στην Αθήνα μετά την κατάρρευση της χούντας καλείτο να αντιμετωπίσει μια εξωτερική κρίση, στα πλαίσια της οποίας δεν αποκλειόταν ένας καταστροφικός πόλεμος με την Τουρκία, αλλά και να διασφαλίσει τη μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία χωρίς περαιτέρω αναταραχή. Από την άλλη, η κυπριακή ηγεσία, με τον Μακάριο να έχει καταφύγει στο εξωτερικό και τον Γλαύκο Κληρίδη να ασκεί χρέη προεδρεύοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αντιμετώπιζε τις καταστροφικές συνέπειες της εισβολής, συμπεριλαμβανομένης της απειλής για την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα του κράτους αλλά και ενός σημαντικού κύματος προσφύγων που συνέρρεε στον ελληνικό νότο από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές του βορρά. Ήταν σαφές ότι Αθήνα και Λευκωσία έπρεπε να συντονίσουν τις ενέργειές τους και να βρουν ξανά ένα νέο modus operandi που θα επέτρεπε την αποτελεσματική προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων στη δύσκολη αυτή συγκυρία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το 1974 –ένα έτος καμπή συνολικά για την ελληνική ιστορία– θα αποδεικνυόταν σταθμός και για τις σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας. Το άρθρο αυτό εξετάζει τη διαδικασία ομαλοποίησης των ελλαδο-κυπριακών σχέσεων από την τουρκική εισβολή έως και την επιστροφή του Μακάριου στην Κύπρο, τον Δεκέμβριο του 1974. Παρά το γεγονός ότι ο Καραμανλής έσπευσε να εγκαταλείψει τo «δόγμα του εθνικού κέντρου», η υιοθέτηση μιας κοινής γραμμής με τη Λευκωσία θα αποδεικνυόταν δύσκολη υπόθεση, πράγμα που οφειλόταν αφενός στην ύπαρξη δύο πόλων εξουσίας στην κυπριακή πολιτική σκηνή (Μακάριος/Κληρίδης) και αφετέρου στην ύπαρξη διαφορετικών συμφερόντων και προτεραιοτήτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το τέλος του 1974 η ενότητα εντός του ελληνικού στρατοπέδου θα είχε αποκατασταθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών δεν θα παρουσίαζαν δυσκολίες στα επόμενα χρόνια ή ότι η κάθε πλευρά δεν θα είχε τις δικές της απόψεις για τη διαχείριση του εθνικού θέματος.
Ήδη από την περίοδο της πρώτης του πρωθυπουργίας (1955-1963), ο Καραμανλής είχε αποφύγει να υιοθετήσει τη θέση ότι η Αθήνα, ως «εθνικό κέντρο», θα έπρεπε να επιβάλει την άποψή της στους Ελληνοκυπρίους. Αντιθέτως, η προσέγγισή του ως προς τις ελλαδο-κυπριακές σχέσεις θα μπορούσε να περιγραφεί, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, ως η «θεωρία των δύο ανεξάρτητων κρατών».[3] Αυτό σήμαινε ότι, μετά το 1960 που η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη, οι αποφάσεις για το μέλλον του νησιού θα λαμβάνονταν πρωτίστως από την κυπριακή ηγεσία. Η Αθήνα θα συνέχιζε να ενδιαφέρεται για το Κυπριακό, αλλά θα αντιμετώπιζε την Κύπρο ως ανεξάρτητο κράτος, πράγμα που συνεπαγόταν τη θεωρητική δυνατότητα της Αθήνας να αφήσει την Κύπρο μόνη της σε περίπτωση διαφωνίας. Η προσέγγιση αυτή αφενός εξασφάλιζε στον Καραμανλή ότι δεν θα σερνόταν από τον Μακάριο σε πολιτικές αντίθετες με τα συμφέροντα της Αθήνας –τα οποία προσδιορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή της χώρας στους δυτικούς θεσμούς, κατεύθυνση την οποία δεν ακολούθησε ο Μακάριος– και αφετέρου ότι η σχέση Αθήνας-Λευκωσίας θα βασιζόταν σε μια κοινότητα συμφερόντων όπου η κάθε πλευρά θα αναλάμβανε τις δικές της ευθύνες.[4]
Αναπόφευκτα, στη διαχείριση της πρώτης φάσης της κυπριακής κρίσης του 1974 πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε η ελληνική κυβέρνηση. Η πρώτη διάσκεψη της Γενεύης, η οποία τερμάτισε τις εργασίες της στις 30 Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε χωρίς τη συμμετοχή των δύο κυπριακών κοινοτήτων.[5] Ταυτόχρονα, και ενώ οι Τούρκοι συνέχιζαν να επεκτείνουν την περιοχή που είχαν καταλάβει στην Κύπρο αγνοώντας τη συμφωνία εκεχειρίας της 22ας Ιουλίου, η ελληνική κυβέρνηση διαπίστωνε επώδυνα την αδυναμία της πολεμικής μηχανής της χώρας να αντιδράσει στις τουρκικές ενέργειες στην νήσο.[6] Έτσι, η ελληνική πλευρά προσέβλεπε σε μια διπλωματική επίλυση της κρίσης μέσω της δεύτερης διάσκεψης της Γενεύης που θα ξεκινούσε στις 8 Αυγούστου (με τη συμμετοχή του Κληρίδη και του εκπροσώπου των Τουρκοκυπρίων Ραούφ Ντενκτάς). Την ίδια στιγμή, η εσωτερική κατάσταση στην Κύπρο παρουσίαζε σημαντικές δυσκολίες. Η Εθνική Φρουρά, αλλά και μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού, ελέγχονταν από τους πραξικοπηματίες της 15ης Ιουλίου. Ο Καραμανλής τοποθέτησε στη διοίκηση της Εθνικής Φρουράς τον ταξίαρχο Καραγιάννη ώστε να ελεγχθούν σταδιακά τα φιλοχουντικά στοιχεία στο νησί, ενώ αργότερα έστειλε ως πρέσβη στη Λευκωσία τον Μιχάλη Δούντα, έναν από τους Έλληνες διπλωμάτες που ήταν φιλικά διακείμενος απέναντι στο Μακάριο.
Παρ’ όλα αυτά, ο Μακάριος δεν σταμάτησε να εγκαλεί την ελληνική κυβέρνηση για την παραμονή χουντικών στοιχείων στην Κύπρο.[7] Ο Καραμανλής δεν μπορούσε να προχωρήσει απερίσκεπτα με τη διαδικασία της αποχουντοποίησης, καθώς θα ετίθετο σε κίνδυνο ολόκληρη η διαδικασία της μετάβασης στη δημοκρατία στην Ελλάδα. Επίσης, οι φιλοχουντικοί αξιωματικοί δεν μπορούσαν να ανακληθούν άμεσα, αφού έτσι θα αδυνάτιζε ακόμα περισσότερο η άμυνα της Κύπρου. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η ελληνική κυβέρνηση ερμήνευσε τη σπουδή του Μακάριου για εκκαθαρίσεις ως έκφραση της πρόθεσης του να επιστρέψει στην Κύπρο την ίδια στιγμή που Αμερικανοί και Βρετανοί προειδοποιούσαν ότι ενδεχόμενη επάνοδος του αρχιεπισκόπου θα βύθιζε το νησί σε εμφύλια διαμάχη και θα έδινε άλλη μια λαβή στην Τουρκία να συνεχίσει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις.[8] Με την κατάσταση στην Κύπρο να κρέμεται από μια κλωστή, η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε σκόπιμο να ορίσει ένα πλαίσιο συνεργασίας με τον Μακάριο, ώστε να αποφύγει επιδείνωση της κατάστασης λόγω κάποιας απρόβλεπτης κίνησης του Κύπριου ηγέτη. Μέσω του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών Άγγελου Βλάχου, ο Καραμανλής επέδωσε στον Μακάριο ένα έγγραφο όπου σκιαγραφούσε τις «βάσεις συνεργασίας» που θα έπρεπε να διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Ανέφερε ότι η ελληνική κυβέρνηση θεωρούσε απολύτως απαραίτητη τη συνεργασία με τον αρχιεπίσκοπο και τον παρακαλούσε να συνεννοείται με την Αθήνα πριν από οποιαδήποτε ενέργειά του ώστε να αποφευχθούν παρεξηγήσεις. Ο Μακάριος φαίνεται να δέχτηκε με ικανοποίηση τις «βάσεις συνεργασίας», τονίζοντας ότι επιθυμούσε στενή συνεργασία με την Αθήνα. Πρόσθεσε μάλιστα ότι όπου υπήρχαν διαφωνίες, αυτές δεν θα έπρεπε να γίνονται φανερές δημόσια και προέτρεψε την ελληνική κυβέρνηση να εκφράζει με ειλικρίνεια τις απόψεις της «έστω και εάν θα του προκαλέσουν δυσαρέσκειαν».[9] Έχοντας διασφαλίσει σε αδρές γραμμές μια βάση συνεργασίας με τον Μακάριο, η κυβέρνηση Καραμανλή προσπάθησε να στηρίξει έμπρακτα και τον Κληρίδη, ο οποίος θα αναλάμβανε το δύσκολο έργο της εκπροσώπησης της ελληνοκυπριακής πλευράς στη δεύτερη διάσκεψη της Γενεύης.[10]
Στη Γενεύη, η συνεργασία του Κληρίδη με τον Γεώργιο Μαύρο, υπουργό Εξωτερικών και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, δεν κατάφερε να αποτρέψει την κορύφωση της κυπριακής τραγωδίας. Διατηρώντας αδιαμφισβήτητο στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Κύπρο, η τουρκική πλευρά εμφανίστηκε αδιάλλακτη και ζήτησε με τη μία ή την άλλη μορφή το 34% του κυπριακού εδάφους.[11] Η κατάρρευση της διάσκεψης και η επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων από την Τουρκία στις 14 Αυγούστου έφεραν την ελληνική κυβέρνηση προ νέων σημαντικών διλημμάτων. Ο Καραμανλής εξέτασε και πάλι το ενδεχόμενο στρατιωτικής ενέργειας στην Κύπρο, αλλά η απογοητευτική κατάσταση του στρατεύματος και η τοπική υπεροπλία της Τουρκίας στο νησί καθιστούσαν τις σκέψεις αυτές απαγορευτικές.[12] Η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να λάβει υπόψη της ότι εάν εμπλεκόταν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της Τουρκίας στην Κύπρο, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα γενίκευσης του πολέμου αφήνοντας έτσι εκτεθειμένο τον ίδιο τον ελληνικό χώρο και ιδίως τα νησιά του Αιγαίου, τα οποία δεν είχαν ακόμα οχυρωθεί αποτελεσματικά.[13] Η αδυναμία της Αθήνας να δράσει κατά τη διάρκεια του «Αττίλα ΙΙ» θα επέτεινε το ψυχολογικό χάσμα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των δύο πλευρών και θα έκανε σαφές ότι η Αθήνα ήταν αναγκασμένη να βάλει μπροστά τα δικά της συμφέροντα ώστε να αποτρέψει περαιτέρω καταστροφικές εξελίξεις.
Την επαύριον της εισβολής, Αθήνα και Λευκωσία θα προσπαθούσαν να κινητοποιήσουν τον διεθνή παράγοντα ώστε να ασκηθεί πίεση στην Τουρκία να προβεί σε κάποιες παραχωρήσεις (όπως για παράδειγμα την απόδοση κάποιων κατεχόμενων περιοχών στη ελληνοκυπριακή πλευρά ή την επιστροφή ενός αριθμού προσφύγων στις εστίες τους). Τότε, οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να αναζητήσουν μια δίκαιη λύση. Ο Μακάριος υποστήριζε τη διεθνοποίηση του θέματος μέσω του ΟΗΕ –επιλογή την οποία η Αθήνα στήριξε με συνέπεια–, ενώ η ελληνική κυβέρνηση στόχευε στη δραστηριοποίηση των δυτικών της συμμάχων και στην άσκηση αποτελεσματικής πίεσης στην Άγκυρα. Στόχος της Αθήνας ήταν κυρίως η επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών μεταξύ Κληρίδη και Ντενκτάς, τις οποίες έβλεπε και ως το μόνο σχήμα που διασφάλιζε τη διεθνή προσωπικότητα της κυπριακής κυβέρνησης αναγνωρίζοντάς της το αποκλειστικό δικαίωμα να διαπραγματεύεται και να αποφασίζει για το μέλλον του νησιού.[14] Αυτό ήταν κρίσιμης σημασίας εν όψει της εμμονής της Τουρκίας να μην αναγνωρίζει τη νομιμότητα της κυπριακής ηγεσίας μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Η άμεση επιστροφή στις διαπραγματεύσεις θα ενίσχυε επίσης και τις πιθανότητες άμβλυνσης του πιεστικού ζητήματος των προσφύγων, οι οποίοι έφταναν πια περίπου τις 190.000 χιλιάδες.[15]
Το βασικό ζήτημα όμως που έπρεπε να συμφωνηθεί μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας ήταν τι ακριβώς θα επεδίωκαν σε αυτές τις διαπραγματεύσεις, ποια θα ήταν η δομή του κυπριακού κράτους; Μέσω της εισβολής, οι Τούρκοι είχαν πετύχει σε μεγάλο βαθμό τον εδαφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων και βασικός τους στόχος ήταν να αποδεχθεί η ελληνοκυπριακή πλευρά ότι ο διαχωρισμός αυτός θα ίσχυε σε οποιαδήποτε λύση.[16] Στη Γενεύη, η ελληνική πλευρά δεν είχε δεχτεί τις προτάσεις των Τούρκων για διπεριφερειακή ή πολυπεριφερειακή ομοσπονδία. Ακόμα και μετά τη δεύτερη τουρκική επιχείρηση, ελληνική θέση παρέμενε η επιστροφή στη γραμμή της 9ης Αυγούστου, η επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους και η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων (Ψήφισμα ΟΗΕ 353). Τα τετελεσμένα που είχε επιβάλει η Τουρκία, όμως, έκαναν αναγκαία μια επανεκτίμηση της κατάστασης. Κοινή πεποίθηση ήταν ότι η ελληνική πλευρά θα αναγκαζόταν κάποια στιγμή να αποδεχτεί την ομοσπονδία επί της γεωγραφικής βάσεως[17] που ζητούσαν οι Τούρκοι. Το ζήτημα ήταν πώς θα γινόταν αυτό χωρίς να υπονομευθεί ακόμα περισσότερο η διαπραγματευτική θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς, ενώ θα έπρεπε να υπολογιστεί και το πολιτικό κόστος που θα συνεπαγόταν μια τέτοια αλλαγή γραμμής χωρίς κάποια αντίστοιχη τουρκική χειρονομία. Ακόμα και ο ίδιος ο Μακάριος δήλωνε εμπιστευτικά ότι δεχόταν την αρχή της ομοσπονδιακής γεωγραφικής λύσης. Έκανε βέβαια σαφές ότι δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει δημόσια μια τέτοια λύση αλλά, όπως διαβεβαίωνε τον Έλληνα πρέσβη στην Κύπρο Μιχάλη Δούντα, δεν θα έπραττε τίποτα που θα μπορούσε να προκαλέσει δυσκολίες στην ελληνική κυβέρνηση ούτε θα έκανε κάτι που «θα ηδύνατο έστω και να ερμηνευθή ως τορπιλισμός της συμφωνίας».[18] Από την άλλη μεριά, ο Κληρίδης πίστευε ότι η ελληνική πλευρά έπρεπε να αποδεχτεί κατ’ αρχήν την ομοσπονδία επί γεωγραφικής βάσης που ήθελαν οι Τούρκοι ώστε να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Ο ίδιος ο Καραμανλής ήταν της άποψης ότι η ελληνική πλευρά δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει να παίζει το χαρτί της αδιαλλαξίας γιατί έτσι θα απομακρυνόταν το ενδεχόμενο διαλόγου, η έναρξη του οποίου θεωρείτο κρίσιμη για να μη φτάσει το Κυπριακό σε πλήρες αδιέξοδο. Παρ’ όλα αυτά, στην πρώτη σύσκεψη μετά την εισβολή μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και κυπριακής ηγεσίας που έγινε στις 23 Αυγούστου 1974 –χωρίς τη συμμετοχή του Μακάριου– ο Έλληνας πρωθυπουργός αποδέχτηκε την υιοθέτηση μιας αδιάλλακτης γραμμής για διαπραγματευτικούς λόγους παρά τις αντίθετες εισηγήσεις του Κληρίδη.[19] Με αυτόν τον τρόπο, ο Καραμανλής αποδεχόταν εμμέσως τις απόψεις του Μακάριου, ο οποίος θεωρούσε ότι όσο διαρκούσε η συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ, η ελληνική πλευρά έπρεπε να εμφανίζεται αδιάλλακτη ώστε να επιτευχθεί ο μέγιστος βαθμός διπλωματικής πίεσης στην Τουρκία.
Ωστόσο, υπήρχαν εμφανείς ρωγμές στο ελληνικό μέτωπο. Η Αθήνα πίστευε ότι για να αναλάβουν ενεργό ρόλο οι Δυτικοί –και κυρίως οι Αμερικανοί– στο να καμφθεί η τουρκική αδιαλλαξία, η ελληνική πλευρά έπρεπε να δείξει ότι ήταν διατεθειμένη να συζητήσει αποδεχόμενη υπό κάποιους αυστηρούς όρους το ενδεχόμενο της ομοσπονδοποίησης.[20] Ταυτόχρονα, ο Μακάριος συνέχισε να τηρεί σκληρή στάση αντιτιθέμενος δημόσια σε οποιαδήποτε ομοσπονδιακή λύση, παρά το γεγονός ότι διαβεβαίωνε την Αθήνα ότι δεν θα αντιδρούσε σε οποιοδήποτε σχέδιο υποστηριζόταν από την ελληνική κυβέρνηση.[21] Η διάσταση ήταν ακόμα μεγαλύτερη εντός του ελληνοκυπριακού στρατοπέδου. Η δυναμική ρητορική του αρχιεπισκόπου και το ενδεχόμενο επανόδου του στην Κύπρο έφερνε σε δύσκολη θέση τον Κληρίδη, ο οποίος επωμιζόταν όλο το πολιτικό βάρος των συνομιλιών με την τουρκοκυπριακή πλευρά ενώ την ίδια στιγμή δεχόταν ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό μέτωπο από τις πολιτικές δυνάμεις που επιζητούσαν την επιστροφή του Μακάριου.[22] Άμεσο κανάλι επικοινωνίας μεταξύ Μακάριου και Κληρίδη δεν φαίνεται να υπήρχε, ενώ η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να συντονίσει τις δύο πλευρές ώστε να υπάρχει κατά το δυνατόν μια επίφαση ενότητας.[23] Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό οξύτητας που ο Κληρίδης απειλούσε με παραίτηση ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενη εσωτερική σύγκρουση στην Κύπρο, ενώ ο Καραμανλής προειδοποιούσε τον Μακάριο ότι αν δεν αποκαθίστατο η σύμπνοια εντός του κυπριακού στρατοπέδου, θα αναγκαζόταν να καταγγείλει δημόσια ότι η στάση της κυπριακής ηγεσίας καθιστούσε αδύνατο τον χειρισμό του Κυπριακού.[24] Η κατάσταση εκτονώθηκε σχετικά όταν ο Μακάριος προέβη στις 3 Οκτωβρίου σε δήλωση στήριξης του Κληρίδη, τονίζοντας ότι «ο κ. Κληρίδης τυγχάνει της εμπιστοσύνης μου εις τας διεξαγομένας υπ’ αυτού πολιτικάς διαπραγματεύσεις, και έχει την θερμήν υποστήριξίν μου».[25]
Το ζήτημα όμως της υιοθέτησης μιας κοινής γραμμής στο Κυπριακό παρέμενε σε εκκρεμότητα. Σε συνάντησή του με τον Μακάριο, στα τέλη Σεπτεμβρίου, ο Μαύρος προειδοποιούσε τον αρχιεπίσκοπο –πιθανότατα ακολουθώντας τις οδηγίες του Καραμανλή– ότι αν Αθήνα και Λευκωσία δεν έφταναν σε μια κοινή θέση στο εθνικό θέμα, η ελληνική κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το προσκήνιο και να αφήσει τον χειρισμό του ζητήματος στην Κύπρο. Η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο Μαύρος είναι χαρακτηριστική της «θεωρίας των δύο ανεξάρτητων κρατών» που ακολουθούσε η ελληνική κυβέρνηση:
Προς κατοχύρωσιν διεθνούς θέσεως Κύπρου [Ελλάς] υιοθέτησε γραμμήν ότι Κύπρος ανεξάρτητον και κυρίαρχον κράτος και ότι συνεπώς εις Κυπρίους ανήκει καθορισμός εσωτερικής δομής κράτους. Ελλάς και Τουρκία ως εγγυήτριαι δύνανται απλώς διευκολύνουν εξεύρεσιν λύσεως και ευλογήσουν ταύτην ουχί όμως και την επιβάλουν. […] Γενικωτέρα οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κατάσταση Ελλάδος δεν της επιτρέπουν αναμέτρησιν με Τουρκίαν και την αναγκάζουν σταθμίση Κυπριακόν εντός γενικωτέρου πλέγματος ελληνικών συμφερόντων. Κατά συνεπείαν, ελλαδικός χειρισμός Κυπριακού άνευ συναφούς συμπεφωνημένης γραμμής δύναται αγάγη εις εμπλοκάς ας Ελλάς αδυνατεί αποδεχθή […] Από κυπριακής πλευράς ελληνικόν θέμα έδει θεωρηθή ως ενιαίον και αντιμετωπισθή με αυτό αίσθημα ευθύνης, ως και ημείς αντιμετωπίζομεν Κυπριακόν.[26]
Θέτοντας τον Μακάριο προ των ευθυνών του απέναντι στην Κύπρο αλλά και απέναντι στην Ελλάδα, η Αθήνα προσπαθούσε να δημιουργήσει μια σχέση αμοιβαίου συμφέροντος με τη Λευκωσία, η οποία θα υπερέβαινε τις συναισθηματικές και ψυχολογικές εξαρτήσεις των προηγούμενων ετών, εξαρτήσεις οι οποίες είχαν εμπλέξει αρκετές φορές τη μία ή την άλλη πλευρά σε περιπέτειες χωρίς τη θέλησή τους. Στη βάση λοιπόν της ανεξαρτησίας των δύο κρατών, η κάθε πλευρά θα αναλάμβανε τις ευθύνες της ακόμα και αν αυτό σήμαινε αποκλίνουσες πορείες. Στην πράξη όμως το πλέγμα συμφερόντων που ένωνε τις δύο χώρες ήταν τόσο στενό, που πολύ δύσκολα θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Αυτό έσπευσε να αναγνωρίσει και ο Μακάριος στο άκουσμα των παραπάνω φράσεων παρατηρώντας ότι ενδεχόμενη απομάκρυνση της Ελλάδας, θα σήμαινε «καταβαράθρωση» του Κυπριακού «δεδομένου ότι εις αμερικανικούς υπολογισμούς η Ελλάς εβάρυνε πολύ περισσότερον Κύπρου».[27]
Η επίτευξη μιας κοινής γραμμής για τις διακοινοτικές συνομιλίες Κληρίδη-Ντενκτάς δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση. Η δέσμευση όμως της Αθήνας να σεβαστεί την ανεξαρτησία και τις αποφάσεις της Λευκωσίας παρέμεινε σταθερή. Όταν ο Μακάριος αποφάσισε να γυρίσει στην Κύπρο παρά την αντίθεση των Αμερικανών και των Βρετανών και παρά τις απειλές των Τούρκων,[28] η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να τον αποτρέψει. Πριν από την επάνοδό του στην Κύπρο όμως, ο Μακάριος θα μετέβαινε πρώτα στην Αθήνα για μια εφ’ όλης της ύλης σύσκεψη με την ελληνική ηγεσία αλλά και τον Κληρίδη. Η σύσκεψη αυτή, που πραγματοποιήθηκε στις 30 Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1974, στόχευε στην υιοθέτηση μιας κοινής θέσης όλων των πλευρών για την επίλυση του Κυπριακού. Βασικός στόχος της Αθήνας –και του Κληρίδη– ήταν βέβαια να δεσμεύσει το Μακάριο σε μια κοινή γραμμή ώστε να μην έχει αυτός τη δυνατότητα να αποστεί των συμφωνηθέντων όταν θα επέστρεφε στην Κύπρο. Ο Κληρίδης μάλιστα θα επέμενε στην έγγραφη αποτύπωση των συμφωνηθέντων ώστε να έχει σαφείς οδηγίες όταν θα άρχιζε ξανά τις διαπραγματεύσεις με τους Τουρκοκυπρίους.[29]
Πράγματι, κατά τη διάρκεια της σύσκεψης ο Μακάριος προσπάθησε να αποφύγει τις δεσμεύσεις πριν αποκτήσει μια καθαρή εικόνα της εσωτερικής κατάστασης στην Κύπρο. Ωστόσο, η πίεση της ελληνικής κυβέρνησης για την υιοθέτηση κοινής θέσης ώθησε τον αρχιεπίσκοπο να συμφωνήσει ότι βάση για τις διαπραγματεύσεις με τους Τουρκοκυπρίους θα μπορούσε να είναι μια πολυπεριφερειακή ομοσπονδία με το ποσοστό που θα λάμβαναν οι Τουρκοκύπριοι να κυμαίνεται γύρω στο 20 με 25 τοις εκατό.[30] Στην ουσία, η τελική απόφαση ήταν μια σύνθεση των απόψεων Κληρίδη και Μακάριου, με την ελληνική κυβέρνηση να επιμένει σταθερά στην ανάγκη υιοθέτησης κοινής γραμμής. Σύμφωνα με πληροφορίες που παρουσίασε η γερμανική πρεσβεία στους Αμερικανούς, φαίνεται ότι ο Καραμανλής έκανε για ακόμα μια φορά σαφές στον Μακάριο ότι αν παρέκκλινε από τη συμφωνηθείσα γραμμή, οι ευθύνες για οποιαδήποτε δυσάρεστη εξέλιξη θα ήταν αποκλειστικά δικές του.[31] Στον λόγο που εκφώνησε ο Μακάριος κατά τη θριαμβευτική του επιστροφή στην Κύπρο, στις αρχές Δεκεμβρίου, δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη συμπαράσταση της «λαοπροβλήτου ελληνικής Κυβερνήσεως».[32] Μέσα στις επόμενες ημέρες συντάχθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη της Αθήνας και της Λευκωσίας, το έγγραφο που θα καθόριζε τις οδηγίες που θα ακολουθούσε ο Κληρίδης στις συνομιλίες του με τον Ντενκτάς.
Για πρώτη φορά ίσως μετά από το 1963, Αθήνα και Λευκωσία βρίσκονταν στην ίδια σελίδα. Κρίσιμη σε αυτό το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση της Αθήνας να αφήσει την ουσία των αποφάσεων για το μέλλον του νησιού στους ίδιους του Κυπρίους. Η στάση αυτή, που συνοψίστηκε αργότερα στη φράση «η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάς συμπαρίσταται», δεν σήμαινε βέβαια ότι η Ελλάδα συμφωνούσε πάντα με τις κυπριακές πρωτοβουλίες ή ότι δεν θα εξέφραζε τη γνώμη της πάνω σε αυτές.[33] Και η αλήθεια είναι ότι στις επόμενες δεκαετίες δεν ήταν λίγες οι φορές που σοβαρές διαφωνίες κρύβονταν πίσω από κοινά ανακοινωθέντα που διαβεβαίωναν για απόλυτη σύμπνοια μεταξύ των δύο πλευρών. Η ουσία ήταν όμως ότι μέσα στο 1974, τη χρονιά δηλαδή που οι σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας έφτασαν στο ναδίρ, αποκαταστάθηκε η ενότητα εντός του ελληνοκυπριακού στρατοπέδου, ενώ ταυτόχρονα τέθηκαν οι βάσεις για μια σχέση αμοιβαίου συμφέροντος όπου η κάθε πλευρά καλείτο να λαμβάνει υπόψη της τα συμφέροντα της άλλης και να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων της. Μια υγιής σχέση μεταξύ δύο αδελφικών κρατών δεν θα μπορούσε να βασίζεται σε κάτι διαφορετικό.
[1] Από την πλούσια βιβλιογραφία για την τουρκική εισβολή βλ. ενδεικτικά Jan Asmussen, Cyprus at war: diplomacy and conflict during the 1974 crisis (London, New York 2008)· Brendan O’ Malley και Ian Craig, The Cyprus Conspiracy: America, Espionage and the Turkish Invasion (London; New York: 2001)· Αλέξης Παπαχελάς, Ένα σκοτεινό δωμάτιο, 1967-1974 (Αθήνα 2021).
[2] Μανόλης Κούμας και Διονύσης Χουρχούλης, Ειδικά θέματα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 1923-2014, (Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις 2024), 94.
[3] Evanthis Hatzivassiliou, Greece and the Cold War: Frontline State, 1952–1967, (London and New York 2006), 121.
[4] Βλ. τη στάση της κυβέρνησης Καραμανλή απέναντι στις προσπάθειες του Μακάριου να προχωρήσει σε αναθεώρηση του κυπριακού συντάγματος το 1963. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1945-1981 (Αθήνα 2008), 152-155.
[5] Σταύρος Ψυχάρης, Οι 70 κρίσιμες μέρες (Αθήνα 1976), 38-109.
[6] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής: Αρχείο, γεγονότα και κείμενα, (Αθήνα 1997), στο εξής: Καραμανλής, τ. 8, Σύσκεψη με στρατιωτική ηγεσία, 51-52.
[7] Άγγελος Βλάχος, Αποφοίτηση 1974, 25 Ιουλίου-17 Νοεμβρίου (Αθήνα 2001), 45.
[8] Ο.π.· Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, Αθήνα (στο εξής ΑΚΚ), Β1, Υπουργείο Εξωτερικών, Σημείωμα «Στάσις ΗΠΑ κατά κυπριακήν κρίσην», 5 Αυγούστου 1974· Γενική Γραμματεία Πρωθυπουργού προς Καραμανλή (Συνομιλία Καραμανλή-Χάρτμαν), 6 Αυγούστου 1974.
[9] Καραμανλής, τ. 8, Μήνυμα προς Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και απάντηση Μακαρίου, 51.
[10] ΑΚΚ, Β1, Δήλωση Καραμανλή μετά τη συνάντησή του με Κληρίδη, 9 Αυγούστου 1974.
[11] Ψυχάρης, Οι 70 κρίσιμες μέρες, 187-231.
[12] Καραμανλής, τ 8, 69-75 και 93.
[13] Βλ. το διάγγελμα του Καραμανλή στις 15 Αυγούστου όπου ανέφερε ότι «η ένοπλος αντιμετώπισις των Τούρκων εις Κύπρον […] δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθή χωρίς τον κίνδυνον εξασθενήσεως της αμύνης αυτής ταύτης της Ελλάδος». Καραμανλής, τ. 8, 95.
[14] Δημήτρης Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, 1974-1977 (Αθήνα 1982), 28. Για μια κριτική άποψη σχετικά με τον συνδυασμό διεθνοποίησης και διακοινοτικών συνομιλιών, βλ. Άγγελος Συρίγος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις (Αθήνα 2014), 360-361.
[15] Παύλος Ν. Τζερμιάς, Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, τ. Β (Αθήνα 2001), 757.
[16] Συρίγος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, 356.
[17] Ομοσπονδία επί γεωγραφικής βάσης μπορούσε να σημαίνει από τη μία μεριά διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων σε διάφορα καντόνια/περιφέρειες (πολυπεριφερειακή), άποψη που φαίνεται να ήταν διατεθειμένη να συζητήσει η ελληνική πλευρά από ένα σημείο και μετά και από την άλλη μπορούσε επίσης να σημαίνει τον χωρισμό των κοινοτήτων σε δύο ζώνες/περιφέρειες (διζωνική/διπεριφερειακή ομοσπονδία). Οι Τούρκοι ευνοούσαν προφανώς τη δεύτερη λύση, η οποία εξυπηρετούσε τα διχοτομικά τους σχέδια. Για τους όρους βλ. Συρίγος, Ελληνοτουρκικές Σχέσεις, 358.
[18] ΑΚΚ, Β2, Δούντας προς Καραμανλή, 20 Αυγούστου 1974· Ρούσσος προς Υπουργείο Εξωερικών, 23 Αυγούστου 1974.
[19] Καραμανλής, τ. 8, 120-126.
[20] Βλ. τις απόψεις που εξέφρασε ο Μαύρος σε συνάντησή του με τον Γερμανό καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ (Helmut Schmidt) στις αρχές Σεπτεμβρίου 1974, ΑΚΚ, Β2, «Συνομιλία κ.κ. Μαύρου και Ζολώτα μετά Καγκελαρίου κ. Schmidt», 10 Σεπτεμβρίου 1974.
[21] Νίκος Κρανιδιώτης, Ανοχύρωτη πολιτεία: Κύπρος 1960-1974 τ. Β΄ (Αθήνα 1985), 516-524· ΑΚΚ, Β2, Μαύρος προς Υπουργείο Εξωτερικών, 8 Σεπτεμβρίου 1974.
[22] ΑΚΚ, Β2, Δούντας προς Υπουργείο Εξωτερικών, 21 Σεπτεμβρίου 1974.
[23] National Archives (NARA), College Park, MD, USA, Department of State, RG 59, -Electronic Telegrams, 1974–1979, Brown προς State Department (2705), 28 Αυγούστου 1974.
[24] Καραμανλής, τ. 8, 170-171.
[25] Κρανιδιώτης, Ανοχύρωτη πολιτεία, 547· NARA-AAD, Crawford προς State Department (3475), 4 Οκτωβρίου 1974.
[26] ΑΚΚ, Β2, Μαύρος προς Υπουργείο Εξωτερικών, 26 Σεπτεμβρίου 1974.
[27] Ο.π.
[28] NARA-AAD, Annenberg προς State Department (4382), 1 Οκτωβρίου 1974· ΑΚΚ, Β3, Πρεσβεία Άγκυρας προς Υπουργείο Εξωτερικών, 28 Νοεμβρίου 1974.
[29] NARA, Ingersoll προς Πρεσβεία Καΐρου (243502), 5 Νοεμβρίου 1974. Καραμανλής, τ. 8, Σύσκεψη με την κυπριακή ηγεσία, 238-248.
[30] Ο.π.
[31] NARA-AAD, Crawford προς State Department (4304), 3 Δεκεμβρίου 1974.
[32] Καραμανλής, τ. 8, 252-253.
[33] Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Οι ελληνικές κυβερνήσεις και το Κυπριακό, 1970-1979», στο: Πέτρος Παπαπολυβίου (επιμ.), Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας: 1960-2010, τ. Β΄(Λευκωσία 2011), 194-197· Νίκος Χριστοδουλίδης, Οι σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας και το Κυπριακό (1977-1988) (Αθήνα 2013).

