Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Μάρκος Καρασαρίνης

Η κανονικοποίηση του ακραίου

Δύο απόψεις διατυπώνονται για τον κανονικοποίηση της ακροδεξιάς. Η πιο αισιόδοξη ακολουθεί λίγο-πολύ τη γραμμή του φιλοσόφου, πολιτικού επιστήμονα και ιστορικού των ιδεών Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ που βλέπει τη δυνητική απειλή της Μαρίν Λεπέν και του Εθνικού Συναγερμού να ελαττώνεται σταδιακά με την ενσωμάτωσή της στο πολιτικό σύστημα και την υποκατάσταση της γκωλικής δεξιάς. Η έτερη προσέγγιση, πιο απαισιόδοξη, περιγράφεται καλύτερα με τον τίτλο του βιβλίου των κοινωνιολόγων Λικ Μπολτανσκί και Αρνό Εσκέρ Η επέκταση του πεδίου της Δεξιάς (εκδ. Πόλις) σύμφωνα με το οποίο ο εθνικισμός και η ακροδεξιά ρητορική εποικίζουν τόσο την παραδοσιακή δεξιά όσο και το κέντρο. Μπορεί να παραμείνει κανείς εύλογα σκεπτικός ως προς την πρώτη. Όχι τόσο γιατί μοιάζει να αποτελεί ιδανικό σενάριο σε μια εποχή που δεν φαίνεται αυτά να ευοδώνονται, αλλά επειδή η «εξημέρωση» των ακραίων είναι ένα επικίνδυνο στοίχημα. Πράγματι, η Γαλλία έχει ένα υπόβαθρο ριζοσπαστικών σχηματισμών από την «επαναστατική δεξιά» του 19ου αιώνα, όπως την αποκαλεί ο Ζέεβ Στέρνχελ, ως την Action Française και τις μεσοπολεμικές «λίγκες» που στις ταραχές της 6ης Φεβρουαρίου του 1934 απείλησαν την Γ΄ Δημοκρατία και ο μετριοπαθής γκωλισμός θα μπορούσε να αποβεί τελικά το διάλειμμα μερικών δεκαετιών στην ιστορία ενός σκληρότερου συντηρητισμού. Για την υπόλοιπη Ευρώπη, ωστόσο, το 2022 δείχνει μάλλον προς το μοντέλο των Μπολτανσκί και Εσκέρ. Αφενός γιατί, παρά την μετάπτωση από καιρό του μεταφασιστικού Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος σε συνιστώσα του μπερλουσκονισμού, οι συγγενείς Αδελφοί της Ιταλίας κέρδισαν τις εκλογές αναδεικνυόμενοι σε ηγεμονικό κόμμα της παράταξης και αποδεικνύοντας ότι το ίζημα που καταλείπει η ακροδεξιά στην πολιτική σκηνή ευκολότερα διασπείρεται από ό,τι εξαφανίζεται· αφετέρου γιατί η συμμαχία των Σουηδών Δημοκρατών με τους κεντροδεξιούς Μετριοπαθείς υπέδειξε ότι τα παραδοσιακά συντηρητικά σχήματα κανονικοποιούν τα ριζοσπαστικά, με τα δεύτερα να καρπώνονται τελικά τα μεγαλύτερα οφέλη.

Αν η προηγούμενη παρόμοια στιγμή του 2016 άφηνε σε ορισμένους περιθώρια θεώρησής της ως αντίδρασης (στην οικονομική κρίση, στο μεταναστευτικό κύμα από τη Συρία, στην προεδρία Μπαράκ Ομπάμα), η τωρινή επιβεβαιώνει ότι τα στοιχεία που επικαλούνταν γι’ αυτήν ήταν αφορμές, όχι αίτια. Αναλύοντας εκείνη την εποχή στο βιβλίο του Τι είναι ο λαϊκισμός (εκδ. Πόλις) την άνοδο των λαϊκιστικών κινημάτων, τα περισσότερα από τα οποία εντόπιζε στον χώρο πέραν της κεντροδεξιάς, ο γερμανός ιστορικός των ιδεών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον Γιάν-Βέρνερ Μύλερ την απέδιδε σε ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές μεταβολές της Δύσης. Και τα κοινά συστατικά του πολιτικού μείγματος των Τραμπ, Λεπέν, Όρμπαν, Κατσίνσκι διακρίνονται πλέον εμπλουτισμένα στη συνταγή του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις, της πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, των επικεφαλής του VOX, επίδοξου εταίρου μιας μελλοντικής ισπανικής κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος. Για τον Μύλερ η αποδοχή αυτού του είδους της λαϊκιστικής ακροδεξιάς συνιστά συνώνυμο της άρνησης του διαφορετικού, του αποκλίνοντος, εν τέλει, της διαφωνίας. Είτε υπό το δοκιμασμένο σύνθημα της άρνησης των διαχωριστικών γραμμών («ni droite, ni gauche») αναβαθμισμένο για την ψηφιακή κοινωνία είτε ως μεταμφίεση του παραδοσιακού συντηρητισμού, το ρεύμα αυτό στηρίζεται στην απόρριψη του πλουραλισμού. Και ιδανικό του δεν είναι η εκπροσώπηση του συνόλου, αλλά η περιχαράκωση του μέρους –ένα αντιφιλελεύθερο καθεστώς που θα συνιστά δημοκρατία μόνο εντός εισαγωγικών.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή