Δημήτρης Χριστόπουλος

Η κατασκήνωση

«Ιούλιος του ’87. Βαθύ σκοτάδι ξάστερης νύχτας, με τον Σείριο από ψηλά να μας λούζει κοσμικό φως. Σείριος σημαίνει φωτεινός. Για τους αρχαίους Έλληνες –εξηγώ στα παιδιά για να τα εντυπωσιάσω με τις αστρονομικές γνώσεις μου– η ηλιακή ανατολή του Σείριου σηματοδοτούσε τον καυτό καιρό του θέρους, τον οποίο ονόμαζαν κυνικά καύματα ή κυνικές ημέρες. Κάθομαι στο πέτρινο θεατράκι της κατασκήνωσης μαζί με τα δέκα παιδιά της ομάδας μου, έξι χρονών το μικρότερο, στα δεκαπέντε το μεγαλύτερο. Συζητάμε γεμάτοι έξαψη για τον πρόσφατο θρίαμβο της Εθνικής Μπάσκετ. Εκείνη τη χρονιά φιλοξενούσαμε και παιδιά από την Κύπρο, που γεννήθηκαν έναν άλλο Ιούλιο που ο τόπος τους κόπηκε στα δυο. Ο Πανίκος από την Αμμόχωστο είπε πως η Εθνική θα γίνει στο εξής η αγαπημένη όλων των απανταχού Ελλήνων. Είπε πως θα σηκώσουμε και άλλα κύπελλα. Είχε μια ανεξήγητη σιγουριά αυτό το παιδί και ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Κάθε ομάδα έχει τον δικό της ομαδάρχη. Οι ομαδάρχες ήμασταν όλοι νέοι, κυρίως εκπαιδευτικοί και φοιτητές σε διάφορες σχολές πανεπιστημίων. Με τα μεγαλύτερα παιδιά δεν μας χωρίζουν πολλά χρόνια. Μου δείχνουν τις πειρατικές κασέτες που έχουν γράψει στα δισκάδικα της γειτονιάς τους. Λέμε καληνύχτα με το The Final Countdown και δοξάζουμε τον Γκάλη με την παρέα του.»

Αυτά έγραφε ο παππούς μου εκείνο το μακρινό καλοκαίρι. Το ημερολόγιό του μαζί με άλλα οικογενειακά κειμήλια στριμώχτηκαν στο μοναδικό σακίδιο που μας επέτρεψαν να πάρουμε όταν αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε άρον άρον την πατρίδα μας, που αργά και σταθερά μετατράπηκε στη Σαχάρα των Βαλκανίων, ένα τοπίο άνυδρο, άδεντρο, ανθυγιεινό, επισφαλές, αβίωτο. Καιρό πριν από την αναχώρηση, πελώρια έξυπνα air condition σκέπαζαν τους δρόμους και τις πλατείες, ικανά να ρυθμίζουν το κλίμα ανάλογα με τις αυξομειώσεις της θερμοκρασίας. Στην αρχή η κατάσταση βελτιώθηκε. Μόνο για λίγο. Ο καθένας πήρε ό,τι πολύτιμο είχε. Οι ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές μάς ήταν πλέον άχρηστες. Κάποιοι τις κουβάλησαν μαζί τους ως ενθύμια μιας άλλης εποχής. Στη Χίρτα, σ’ αυτό το μικρό νησί των Εβρίδων που περιτριγυρίζεται από άλλα μικρά νησιά και νησίδες, εγκατασταθήκαμε σύμφωνα με το πρόγραμμα εκτάκτων αναγκών του Δ.Ο.Μ.Π. (Διεθνούς Οργανισμού Μετακίνησης Πληθυσμών). Παλαιότερα, απ’ ό,τι μαθαίνω, κατοικούνταν μόλις πενήντα ένα νησιά του Αρχιπελάγους. Κάθε χρόνο γεμίζουν με Νότιους και τα υπόλοιπα νησιά.

Τα βράδια μαζευόμαστε στη μοναδική pub του νησιού. Μετάνθρωποι άγνωστοι μεταξύ μας απ’ όλο τον Νότο. Ο Κολμ, ο Υπερβόρειος ιδιοκτήτης, που γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ, διατηρεί ανοιχτό το μαγαζί για όλους εμάς τους κατατρεγμένους του Νότου. Ο πιστός του σκύλος γαβγίζει όποιον θεωρεί ύποπτο και το αφεντικό του ακολουθεί το αλάνθαστο ένστικτό του. Άνθρωπος λιγομίλητος ο Κολμ, προτιμά ν’ ακούει περισσότερο και να μιλά λιγότερο ή να μην του παίρνεις κουβέντα. Μας προτρέπει να σταματήσουμε να φλυαρούμε όλη την ώρα, για ν’ ακούμε τα σπάνια πουλιά και τα κύματα που σκάνε με κρότο στους πανύψηλους βράχους. Και όταν μιλάμε, να μιλάμε ψιθυριστά. Το αρχιπέλαγος St Kilda, λέει, είναι το πιο απομονωμένο απ’ όλα, ακατοίκητο από το 1930. Εδώ πάνω που ήρθαμε, οι αίθριες μέρες είναι σπάνιες, αλλά και τότε ο ήλιος κρύβεται πίσω από υπόλευκα σύννεφα. Τουλάχιστον οι βροχές δεν είναι όξινες και καταστροφικές. Ούτε κλιματιστικά –θόλοι εφοδιασμένοι με τεχνητή νοημοσύνη χρειάζονται. Για να πω την αλήθεια, οι ντόπιοι αγνοούν την ύπαρξή τους.

Οι περισσότεροι παραξενεύονται όταν κουβαλώ μαζί μου το ημερολόγιο του παππού. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνουν τη γλώσσα που χρησιμοποιώ, αυτή την αρχαία ανθρώπινη γλώσσα που λίγοι πια γνωρίζουν, από τότε που ένα πρόγραμμα μη-ανθρώπινης νοημοσύνης κατασκεύασε έναν τεχνητό κώδικα συνεννόησης αλλά χωρίς νόηση, που αποσύνδεσε τις λέξεις από τα πράγματα και κατέστησε περιττή την ανάγκη της πολυγλωσσίας και της μετάφρασης.

Φαντάζομαι πως τώρα θα έχω πάνω κάτω την ηλικία που είχε ο παππούς μου εκείνο το καλοκαίρι που ήταν ομαδάρχης στην κατασκήνωση. Για να πω την αλήθεια, έχω ξεχάσει τη βιολογική ηλικία μου –καμιά σημασία δεν έχει η ηλικία και ο χρόνος όπως τον εννοούσαν πριν από αιώνες–, τα κύτταρά μου διαρκώς διαιρούνται και γεννιούνται καινούργια. Παιδιά, μεσήλικες, ηλικιωμένοι είμαστε όλοι συνομήλικοι, μετάνθρωποι δίχως ρυτίδες αλλά γενετικά προκαθορισμένοι από σοφούς αλγόριθμους, με σταθερή θερμοκρασία από έναν εσωτερικό θερμοστάτη. Κρύο ή ζέστη δεν νιώθουμε, δεν πεινάμε ούτε διψάμε, δεν χαιρόμαστε ούτε λυπούμαστε, δεν γελάμε ούτε κλαίμε, δεν ξεχωρίζουμε το γλυκό από το ξινό. Ποτέ μου δεν πήγα κατασκήνωση, γιατί τα δάση αποψιλώθηκαν και κάποια στιγμή όλες οι κατασκηνώσεις έκλεισαν. Γάργαρα νερά δεν δοκίμασα ποτέ, γιατί οι πηγές στέρεψαν. Όσες αλοιφές κι αν βάζω, το δέρμα μου είναι γεμάτο λέπια και τα λιγοστά μαλλιά μου σαν άχυρα. Ανήκω σ’ εκείνο το είδος που οι ειδικοί το ονομάζουν «Μετάνθρωποι δεύτερης γενιάς».

Τα βράδια που πίνω την μπύρα μου, εδώ στην pub του Κόλμ, μπας και ξαναβρώ τη χαμένη γεύση μου, ονειρεύομαι διακοπές σε κατασκήνωση μέσα σ’ ένα δασωμένο βουνό, γεμάτο έλατα, σημύδες, οξιές και άγρια πανίδα. Πρωί πρωί με πλήρη εξάρτυση ξεκινά η εξερευνητική πεζοπορία με επικεφαλής τον ομαδάρχη μας. Τον θέλω να μοιάζει του παππού μου. Ίδιος ο Χάρισον Φορντ σ’ εκείνες τις παλιές ταινίες. Βαδίζουμε ο ένας πίσω από τον άλλο σ’ ένα μονοπάτι. Πάντοτε τελευταίος μένω λόγω κακής φυσικής κατάστασης. Μια μέρα, χαμένος όπως πάντα στις σκέψεις μου, λοξοδρομώ και ύστερα από λίγο βρίσκομαι σ’ ένα φαλακρό βουνό. Κατά μήκος της οροσειράς καρφωμένοι χιλιάδες σταυροί περιστρέφονται ορμητικά. Φοβάμαι ότι ένα δυνατό ρεύμα αέρα θα με σηκώσει ψηλά σαν φτερό. Σκύβω στο χώμα, μυρίζει κάτι χαλασμένο σαν θειάφι. Την ίδια στιγμή ένα πυκνό σύννεφο καλύπτει τα πόδια μου και μια μυρωδιά πιπεριού απλώνεται στον αέρα.

 «Ερχόντουσαν μέσα στη βδομάδα οι γονείς των παιδιών χωρίς να περιμένουν το τακτικό επισκεπτήριο κάθε σαββατοκύριακο. Ανήσυχοι αν τα βλαστάρια τους είναι καλά. Εμείς, εδώ ψηλά στον Άγιο Βλάσιο Αιτωλοακαρνανίας πριν από το φράγμα Κρεμαστών, δίχως τηλεόραση και τηλέφωνα, δεν είχαμε πάρει είδηση τι συνέβαινε στις πόλεις. Φρόντιζα, όση ώρα διαρκούσε η συνάντηση, να παίζω μπάσκετ σε μια αυτοσχέδια μπασκέτα με τα αγόρια από την Κύπρο. Μου άρεσε η γλώσσα τους και τα ζήλευα. Μακάρι, έλεγα, να μίλαγα κι εγώ τραγουδιστά, αυτό το τζ που κυλά γάργαρα στα χείλη τους αλήθεια το φθονούσα. Μα περισσότερο συγκινιόμουν με τον Πανίκο που έχασε τον πατέρα του στην εισβολή –αγνοούμενος είπε, όταν μια φορά με αδιακρισία τον ρώτησα, όχι νεκρός, με διόρθωσε. Κάποια στιγμή θα βρει τον δρόμο και θα γυρίσει. Πού το ξέρεις, αγόρι μου, αυτό; τον ρώτησα. Δεν απάντησε, αλλά διέκρινα στο βλέμμα του μια μαγνητική δύναμη που άλλη δεν είχα δει στη ζωή μου.

Στην τελευταία επίσκεψη, θυμάμαι, αποχώρησε βιαστικά ο οχτάχρονος Σωτήρης από την ομάδα μου. Ο πατέρας του δούλευε σε ναυπηγείο κι έπαθε θερμοπληξία στο αμπάρι ενός καραβιού που επισκεύαζε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος. Έπεσε σε κώμα και δεν πρόκαμε. Ήταν το πρώτο θύμα θερμοπληξίας, έγραψαν οι εφημερίδες. Μετά, ξέφυγαν τα νούμερα. Μόλις που πρόλαβε ο Πανίκος να του χαρίσει ένα φυλαχτό με τον Σείριο ζωγραφιά. Τις επόμενες μέρες κανείς δεν είχε όρεξη για πλάκες και παιχνίδια. Ο Πανίκος που λάτρευε τον ήλιο και γλώσσα δεν έβαζε, έμενε κλεισμένος στο αντίσκηνο, φως να μην τον δει. Μια μέρα μού είπε, ο μπαμπάς του Σωτήρη έφτιαξε με τα χέρια του μια σχεδία, λαχτάρησε τη θάλασσα και το ’σκασε για ταξίδι αλαργινό, μια νέα πατρίδα να βρει. Αυτή εδώ σε λίγο θα χαθεί από προσώπου γης και άνθρωπος δεν θα κατοικεί. Ο ήλιος θα μας κάψει όλους, ανθρώπους, ζώα, δέντρα.

Το τελευταίο βράδυ, χωρίς κιθάρα και φυσαρμόνικα, κρατήσαμε ενός λεπτού σιγή για όλους τους αγνοούμενους μπαμπάδες που αναζητούν –στη γη ή σε άλλο πλανήτη, αδιάφορο– μια καινούργια πατρίδα για τα παιδιά τους.»

Όλα έχουν πια αλλάξει. Μόνο ο Σείριος, το πιο λαμπερό αστέρι του Μεγάλου Κυνός προβάλλει στον ουράνιο θόλο τους χειμερινούς μήνες. Το όνομά του σημαίνει φωτεινός. Λένε ότι θα εξακολουθήσει να είναι το λαμπρότερο αστέρι στον γήινο ουρανό για τα επόμενα 210.000 χρόνια.

[Από την υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων air condition.]

Κύλιση στην κορυφή