Εισαγωγικά
Ο τίτλος του αφιερώματος προφανώς παραπέμπει στο γνωστό βιβλίο του Eric Hobsbawm (Έρικ Χόμπσμπομ ή Χoμπσμπάουμ στα ελληνικά) Age of Extremes. Η μετάφραση του τίτλου στα ελληνικά ως Εποχή των Άκρων, παρότι σωστή, έχει συχνά οδηγήσει σε παρεξηγήσεις ως προς το περιεχόμενο του βιβλίου και τις διαθέσεις του συγγραφέα, ιδίως σε ανθρώπους που δεν το διάβασαν επισταμένα ή απλώς άκουσαν γι’ αυτό. Η αιτία της παρεξήγησης οφείλεται στη λέξη «άκρα», η οποία στην ελληνική γλώσσα χαίρει πολλών ερμηνειών. Μπορεί να εννοεί τα έσχατα σημεία (τις απολήξεις) του φάσματος ενός φαινομένου εν σχέσει με το κέντρο του, όπου το κέντρο καταλαμβάνει το κοινώς αποδεκτό ως ορθό. Υπ’ αυτήν την οπτική, κάποιοι ερμήνευσαν ως πολιτικά ορθό το φιλελεύθερο καθεστώς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, βάζοντας στη θέση των άκρων τον φασισμό/ναζισμό από το ένα μέρος, και τον κομμουνισμό από το άλλο, πράγμα που δεν ισχύει, διότι εκτός του ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από την ανάλυση του Άγγλου ιστορικού, απάδει και με τις πολιτικές του πεποιθήσεις.
Θα μπορούσε ωστόσο να έχει μιαν υπόκρυφη αντιστοιχία με το αρχαίο μέτρο, όπως το εννοούσε η ρήση «μηδέν άγαν», δηλαδή «(μην κάνεις) τίποτε το υπερβολικό», και η συγγενής μ’ αυτήν έννοια της μεσότητας που ανέπτυξε ο Αριστοτέλης. Η μεσότης είναι έννοια έμφορτη ηθικού περιεχομένου και αποβλέπει στην αποφυγή κάθε ακραίας πεποίθησης και συμπεριφοράς, εν ολίγοις, κάθε ακραίας κατάστασης εν σχέσει με το ηθικώς πράττειν, είτε πρόκειται για ηθικό «έλλειμμα» είτε για «υπερβολή». Η «έλλειψη» και η «υπερβολή» είναι τα άκρα που πρέπει να αποφεύγει ο οργανωμένος βίος. Τέτοια θεώρηση των «άκρων» δεν διαφαίνεται σε κανένα σημείο του προαναφερθέντος βιβλίου του Hobsbawm, αφού πουθενά δεν διαγράφεται η έννοια της μεσότητας.
Ωστόσο, ο όρος «άκρα» εγκλείει και μιαν άλλη σημασία: αυτήν των ακραίων γεγονότων ή ιδεών, φορέων μιας απρόβλεπτης ανατρεπτικής δύναμης, ικανών να επιφέρουν ριζικές αλλαγές στη ζωή μεγάλων πληθυσμιακών μαζών, στο πλαίσιο μιας ορισμένης ιστορικής περιόδου, χωρίς να προϋποτίθεται κάποιο κέντρο ή μέτρο. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως μ’ αυτό το δεύτερο νόημα χρησιμοποιεί ο Hobsbawm τον όρο extremes και με αυτό το νόημα κατανοούμε τον όρο του αφιερώματος.
Αν στάθηκα στα πολλαπλά σημαινόμενα του όρου «άκρα», οφείλεται στην επιθυμία μου να σημειώσω πόσο είναι αδύνατον στην εποχή μας να αναζητήσει κανείς ένα κέντρο είτε στη βιόσφαιρα, δηλαδή στον κόσμο των αισθητηριοκινητικών μας εμπειριών, είτε στη νοόσφαιρα,[1] δηλαδή στη σφαίρα των συμβόλων ─της γνώσης και της γλώσσας─, τον σχηματισμένο από το σύνολο των διαπλεκομένων εννοιών. Εάν σε περασμένες εποχές ο ήλιος ή ο άνθρωπος ήταν το κέντρο της βιόσφαιρας και η Πόλις ή ο Θεός, ή ο Ορθός Λόγος το κέντρο του νοηματικού μας σύμπαντος, σήμερα, το υλικό και το διανοητικό μας σύμπαν μπορούν να αναπαρασταθούν ως μικρογραφίες του φυσικού σύμπαντος, του οποίου κανείς δεν γνωρίζει το κέντρο και προφανώς ούτε τα άκρα, αλλά ούτε δύναται να συντάξει ένα συλλογικό νόημα που να το συλλαμβάνει στην ολότητά του. Ανώνυμα άτομα και ασταθείς κοινωνίες καλούνται να επιβιώσουν σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη βιόσφαιρα αλλά και σε μια πολτοποιημένη μάζα ιδεών, συναισθημάτων και πεποιθήσεων, χωρίς καμία και κανείς να διεκδικεί την αλήθεια, διότι αλήθεια δίχως όρια δεν υπάρχει.
Ο Hobsbawm κατάφερε να συλλάβει όσες μεγάλες σημαντικές ανατροπές συντελέστηκαν στο κοινωνικο-πολιτικό και πολιτισμικό πεδίο, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, τις συνέπειες των οποίων υφιστάμεθα σήμερα. Οι μετασχηματισμοί που είλκυσαν την προσοχή του, στις μέρες μας όχι μόνο έχουν εμπεδωθεί, οπότεθεωρούνται επακόλουθα εξελικτικών διαδικασιών του προηγούμενου αιώνα, αλλά έχουν προεκταθεί σε βαθμό που είναι εκείνες οι οποίες συνθέτουν το κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι της εποχής μας, χωρίς πλέον να χαρακτηρίζονται ως ακραία φαινόμενα.
Εν τούτοις, πέρα από την εξάπλωση στον αιώνα μας των μετασχηματισμών που ριζώνουν στον 20όν αιώνα, διαπιστώνουμε ότι κάποιοι από αυτούς κατά την επέκταση και η ωρίμασή τους μεταβάλλουν ποιότητα, γεγονός που τους καθιστά τόσο καινοφανείς και ισχυρούς, ώστε να επηρεάζουν αισθητά τις βασικές συντεταγμένες του χώρου και του χρόνου. Ακριβώς το καινοφανές της μορφής και λειτουργίας τους ─του είδους τους θα έλεγε ο Αριστοτέλης─, δημιουργούν απρόσμενες κοινωνικο-πολιτισμικές εστίες, η λειτουργία των οποίων μας οδηγεί σε ερμηνευτικά και αντιφατικά ερμηνευτικά αδιέξοδα για την τύχη της σύγχρονης κοινωνίας αλλά και του ανθρώπινου υποκειμένου. Τέτοιος είναι ο μετασχηματισμός της τεχνολογίας.
Υπαινίσσομαι τη μετάβαση της τεχνολογίας στην ψηφιακότητα, γεγονός που πρωτοεμφανίστηκε τον 20όν αιώνα, αλλά του οποίου η εξέλιξη στον 21ον ─από σύμμειξη ανθρώπινης διάνοιας, συμβολικής γλώσσας και τεχνολογικών κατασκευασμάτων─ δημιουργεί κοινωνικο-πολιτισμικές εστίες με ασύλληπτες ακόμη επιρροές στα ανθρώπινα πράγματα. Χωρίς αμφιβολία, οι συζεύξεις τεχνολογικών με κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα συνθέτουν ενεργειακούς κόμβους ικανούς με τη δυναμικότητά τους να επηρεάζουν καταλυτικά παραδοσιακούς τρόπους δράσης και στάσεις ζωής ─ όπως είναι, για παράδειγμα, οι όροι εργασίας, η παραγωγή γνώσης, η κλιματική αλλαγή, ζητήματα βιοηθικής και άλλα. Ήδη υπάρχει μια πλούσια βιβλιογραφία για την ψηφιακή τεχνολογία και τις σχέσεις της με τα προαναφερθέντα φαινόμενα, οπότε δεν έχει νόημα να τις αναμασήσω. Θα εστιάσω όμως σε κάτι που νομίζω ότι η διερεύνησή του δεν έχει τύχει της δέουσας προσοχής και το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι πιθανόν να εξελιχθεί σε ακραίο φαινόμενο. Σ’ αυτό συνεπώς το ζήτημα θα εξαντλήσω τη συμβολή μου στο παρόν αφιέρωμα.Πρόκειται για τη μετάβαση των κοινωνιών από τη δημόσια ανωνυμία, που ισχύει στον πραγματικό κόσμο, στην κωδικοποιημένη ονοματοθεσία που ισχύει στον ψηφιακό κόσμο.
Από την ανωνυμία στη μετονομασία
Η ψηφιακή τεχνολογία ως δούρειος ίππος έχει εισέλθει στη ζωή μας χωρίς να είμαστε σίγουροι αν θα μας κατευθύνει προς ένα καλύτερο μέλλον ή προς μια καταστροφή. Προσωπικά, παρότι η αλόγιστη χρήση της πολεμικής ιδίως τεχνολογίας και η υποδούλωση του ανθρώπου σ’ ένα χρηστικό, χωρίς ηθικά ερείσματα νόημα είναι πιθανόν να οδηγήσουν το σύγχρονο πολιτισμικό μας οικοδόμημα στην αυτοκαταστροφή του, δεν ρέπω προς την τρομολαγνεία. Ωστόσο, οι παρατηρούμενες επενέργειες στη ζωή μας από τις τεχνολογικές καινοτομίες και τη χρήση τουςαυξάνουν τη δυσπιστία μου ως προς την θετική εξέλιξη της ανθρώπινης πορείας. Σε αντίθεση, οι κυρίαρχες πολιτικές και τεχνοεπιστημονικές ελίτ της εποχής μας, αντιμετωπίζοντας κυνικά τις νεωτερικές ιδεολογίες, θεωρούν τους νεοφανείς, τεχνολογικούς κατά το μάλλον ή ήττον σύγχρονους όρους ύπαρξης του ανθρώπινου υποκειμένου ως αναπόδραστη πρόοδο, ακόμη και ως το σύγχρονο θαύμα, ευελπιστώντας ότι θα δώσουν νέα ώθηση στις αξίες της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας ─απελευθερώνοντας τον άνθρωπο από τον δεσμευτικό χρόνο της εργασίας─ αλλά και ότι θα οδηγήσουν το θνητό ανθρώπινο είδος στη μακροζωία και, γιατί όχι, στην αθανασία!
Εστιάζοντας στο πεδίο της δημόσιας σφαίρας, διαπιστώνουμε ότι, ενώ ήδη έχει αναπτυχθεί ένας διάλογος για τα δυσμενή επακόλουθα της άρσης της ανωνυμίας ─και συνεπώς της αυξημένης επιτήρησης στη δημόσια σφαίρα─ δια της παρακολουθήσεως των ατόμων μέσω ψηφιακών τεχνουργημάτων, δεν έχουν μπει στον προβληματισμό οι συνέπειες εξ αιτίας αυτής της άρσης πάνω στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και, κυρίως, πάνω στη συγκρότηση της εαυτικής και προσωπικής[2] του ταυτότητας. Αναφέρομαι στην ψηφιακή ταυτότητα που συγκροτείται στον ψηφιακό κόσμο και, συγκεκριμένα, στην αντικατάσταση της ανωνυμίας (που το άτομο απολάμβανε στη δημόσια σφαίρα του πραγματικού κόσμου) μ’ ένα κωδικοποιημένο όνομα στον εικονικό, δυνητικό κόσμο, στον κόσμο του εν δυνάμει πραγματικού ή στο μετασύμπαν (metaverse).[3] Το ψηφιακό όνομα, πέραν του ότι αυξάνει την επιτήρηση του ατόμου από τις πολιτικές δυνάμεις εξουσίας, δημιουργεί έναν ψηφιακό φάκελο, ένα είδος εικονικού εαυτού, ο οποίος δύναται να επιδρά και επί της προσωπικής και εαυτικής ταυτότητας του πραγματικού κόσμου, όσο ο ψηφιακός κόσμος επεκτείνεται.
Η έννοια του εν δυνάμει πραγματικού, ήτοιτης δυνητικότητας ─και η συναφής μ’ αυτήν έννοια της εικονικότητας─, όπως κατανοούνται από τους σύγχρονους τεχνοεπιστήμονες, έχει τις ρίζες της στον Deleuze. Απέναντι στην ισχύουσα μέχρι τότε διαφορά του «πιθανώς πραγματικού» (possible) έναντι του «πραγματικού» (real), ο Deleuze (βλ. Difference and Repetition)έθεσε τη διαφορά «εικονικού πραγματικού» (virtual real) έναντι του «ενεργού πραγματικού» (actual real). Εν ολίγοις, το εικονικό είναι ένα «εν δυνάμει πραγματικό» που δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί ώστε να λάβει συγκεκριμένη υπόσταση. Αυτήν την έννοια, την παρέλαβε ο Pierre Lévy και την μετέφερε στον ψηφιακό κόσμο, απαλλαγμένη όμως από τις διαστάσεις του χώρου και του χρόνου. Γι’ αυτό και ο δυνητικός ψηφιακός κόσμος δεν είναι ─όπως προϋπέθετε το ντελεζιανό εικονικό─ πρότερος του πραγματικού, αλλά μπορεί να μετουσιώνει το πραγματικό και εκ των υστέρων να το επανακαθορίζει. Για να το πετύχει αυτό, ο ψηφιακός κόσμος αποσυνδέει το πραγματικό από τα στοιχεία του, ενώ επιτρέπει στα τελευταία να επανασυνδέονται με άλλα στοιχεία, δημιουργώντας νέες, ποικίλες μορφές, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στο ανθρώπινο υποκείμενο να ανασκευάζει τις απόψεις και σχέσεις του με τις συμβολικές μορφές του δυνητικού κόσμου.
Δεν είναι λίγοι οι στοχαστές της ψηφιακότητας (μεταξύ των οποίων και ο Pierre Lévy που αναφέραμε ήδη), οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ανάμεσα στις δύο σφαίρες ─στη δυνητική, εικονικοψηφιακή και στην όντως πραγματική─ υπάρχει πάντα ένας συνδετικός ιστός που μας βοηθά στη συνεχή μας αναμέτρηση μαζί τους, κι αυτός είναι ο ανθρώπινος νους.
Ο άνθρωπος, ως σώμα είναι δημιουργός πληροφοριών που τον συνδέουν με τη βιόσφαιρα, ως νους όμως είναι παραγωγός σημείων και σημαινομένων που τον συνδέουν με τη νοόσφαιρα. Η ψηφιακή επιστήμη ενδιαφέρεται γι’ αυτήν την τελευταία σύνδεση, καθώς σε συνεργασία με τις γνωστικές επιστήμες, η προσοχή της επικεντρώνεται στον ανθρώπινο νου και στις μεταλλάξεις του από τον homo sapiens στον homo sapiens cyberneticus. Ο κυβερνητικός νους είναι ο διαχειριστής του συνόλου των πληροφοριών που έχει παραγάγει η ανθρωπότητα και οι οποίες, υπό μορφή σημείων και συντακτικών σχέσεων, όπως και κατά τη μεταξύ τους αλληλοσυσχέτιση, αναδύουν ποικίλες σημασίες, που τροφοδοτούν και συγκροτούν ─μέσω ειδικών αλγορίθμων─ τα ψηφιακά δίκτυα και εν τω συνόλω τους τον ψηφιακό κόσμο.
Η μετονομασία του χρήστη μ’ ένα εικονικό όνομα, μεταφρασμένο στη γλώσσα του ψηφιακού κόσμου, είναι από τα πιο βασικά βήματα για τη διέλευσή του από σειρά ψηφιακών μετασχηματισμών. Αυτό, το μη φωτισμένο ακόμη από την επιστημονική έρευνα φαινόμενο, αξίζει να θέσουμε στο κέντρο της προσοχής μας, επαναφέροντας στην επικαιρότητα τη σημασία του ονόματος για την οικοδόμηση της εαυτικής και προσωπικής ταυτότητας. Κυρίως, όμως, για να δούμε ότι η ψηφιοποίηση του ονόματος οδηγεί τη διαδικασία της εξατομίκευσης ─μιαν από τις πιο μακροχρόνιες και καθοριστικές διαδικασίες που σημάδεψαν τη νεωτερική εποχή μέχρι το σημερινό παρόν─ να φθάνει οδυνηρά στο τέλος της.[4]
Η υπεράσπιση της ανωνυμίας
Οι κοινωνικο-πολιτισμικοί επιστήμονες του 20ού αιώνα, μελετώντας την εξέλιξη της εξατομικευτικής διαδικασίας, ιδίως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επεσήμαναν τον θρίαμβο του ατομικισμού και την ύφεση του συλλογικού, με αποτέλεσμα τη διάρρηξη στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες του κοινωνικού ιστού, την υποχώρηση της κανονιστικής ηθικής και, εν τέλει, της ατομικής ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Εν τούτοις, λίγοι μίλησαν για την απογύμνωση του ατόμου από το όνομά του στη δημόσια σφαίρα από τους Νέους Χρόνους κι ύστερα και, συνεπώς, για τις επιπτώσεις μιας τέτοιας απώλειας.
Στις κοινωνίες της νεωτερικής και μετανεωτερικής εποχής, όσο προχωρούσε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, το όνομα εξακολουθούσε να παραμένει ως δηλωτικό της προσωπικής ταυτότητας στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά και να συντελεί στη θεμελίωση της συνειδητοποίησης του εαυτού, άρα στην ενίσχυση της εαυτικής ταυτότητας, ενώ στη δημόσια εξατμιζόταν, αφήνοντας το άτομο να πλέει μόνο ως ρόλος στον αχανή κόσμο της ανωνυμίας. Έπρεπε να απεκδυθείς από το όνομα, από την προσωπική σου δηλαδή ταυτότητα, για να μπορέσεις να εισέλθεις στον ρόλο της γραφειοκρατικής και βιομηχανικής εργασίας, προκειμένου, χωρίς όνομα πλέον, να καταστείς υποχείριο της καπιταλιστικής μηχανής, εύκολα μετρήσιμο και αντικαταστάσιμο. Στον κόσμο των ρόλων δεν ενδιέφερε το όνομα αλλά η πειθαρχημένη σου συμπεριφορά στο απρόσωπο καθεστώς της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, η εργασιακή σου παραγωγική ικανότητα και η καταναλωτική σου προτίμηση. Ακριβώς γι’ αυτό, το φιλελεύθερο καπιταλιστικό καθεστώς σε αφήνει ελεύθερο στις επιλογές σου, χαρίζοντάς σου μιαν ατομική ελευθερία προσωπικών επιλογών, εφόσον λειτουργείς εντός των κανόνων και των περιορισμών που το ίδιο θέτει.
Η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη που παρατηρείται κατά τις πρώτες ήδη δεκαετίες του 21ου αιώνα, αλλάζουν τις συνθήκες της ανωνυμίας. Με τη συνεχώς αυξανόμενη χρήση ψηφιακών μηχανημάτων, όπως και με τη συμμετοχή μας στα ψηφιακά τεχνουργήματα (blogs, sites, δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο, τηλεδιασκέψεις, μαθήματα εξ αποστάσεως, φωτογραφίες κ.λπ), τροφοδοτούμε με τα πραγματικά μας στοιχεία τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες. Οι τελευταίες, αφού τα επεξεργαστούν μέσω ειδικών αλγορίθμων, τα μετατρέπουν σε πληροφορίες είτε για ορισμένες κατηγορίες πληθυσμού είτε κατ’ άτομο.
Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται προσώρας να απασχολεί τους ατομικούς χρήστες. Αντίθετα, όλοι μας, ζώντας σε πολυπληθείς πόλεις όπου η εξάπλωση της εγκληματικότητας είναι γεγονός, συναινούμε στην παραχώρηση σημαντικών δεδομένων της προσωπικής μας ταυτότητας στους φορείς εξουσίας, προκειμένου αυτοί να αξιοποιούν τα ηλεκτρονικά μέσα επιτήρησης προς διασφάλιση της ατομικής μας ασφάλειας από εγκληματικές ενέργειες και στον πραγματικό κόσμο και στον εικονικό. Ιδίως στον τελευταίο, γινόμαστε εμείς οι ίδιοι αρνητές της ανωνυμίας καθώς πίσω από αυτήν κρύβονται ρήτορες του μίσους και της διαστροφής, υποσκάπτοντας όχι μόνο την αλήθεια κάθε πραγματικού, αλλά και τις κοινωνικές αξίες που δομούν τον κοινωνικό μας ιστό.
Βεβαίως, η συγκατάθεσή μας στην άρση της ανωνυμίας προϋποθέτει την εμπιστοσύνη μας στο φιλελεύθερο και δημοκρατικό καθεστώς της θεσμισμένης πολιτείας μας, στη μαζική μας δημοκρατία, όπως προείπαμε, και στα μέτρα που οι διεθνείς οργανισμοί όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν θεσπίσει για προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επίσης, κάτι που η Αριστερά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει, σημαίνει και τη σιωπηρή συγκατάθεσή μας στον ανταγωνιστικό καπιταλισμό, ο οποίος κατά έναν τρόπο ελέγχει την ολοκληρωτική νοοτροπία των Μεγάλων Εταιρειών του διαδικτύου. Ωστόσο, παραβλέπουμε πως και η σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία έχει ήδη νοθευτεί από τις πρακτικές παρακολούθησης που της παρέχει ο ψηφιακός κόσμος. Μορφές αθώας (sic) επιτήρησης διαπιστώνουμε κι εμείς οι ίδιοι, με την παρενόχλησή μας από διαφημίσεις ποικίλων οργανισμών κατά την περιδιάβασή μας στο διαδίκτυο. Όμως, κλείνουμε τα μάτια όταν η άρση της ανωνυμίας ─εκούσιας ή ακούσιας─ εφαρμόζεται επί του εαυτού άλλων, όχι επί του δικού μας, ακόμη και από κυβερνήσεις δημοκρατικές. Οι μαρτυρίες των WikiLeaks που δημοσίευσε στο μακρινό 2010 ο Julian Assange, αλλά και οι παρακολουθήσεις Ελλήνων πολιτικών από το λογισμικό predator, επιβεβαιώνουν αυτήν την κατάσταση.
Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι κρίνουμε την ψηφιακή παρακολούθηση ως κάτι που αφορά την πολιτική, που δεν εισχωρεί στην καθημερινότητα του συνηθισμένου ανθρώπου. Λίγοι αντιλαμβάνονται τη συσχέτιση του περιορισμού της ανωνυμίας με τη βοήθεια της τεχνολογίας με το πολιτικό διακύβευμα, ώστε να σταθμίσουν μακροπρόθεσμα την εξέλιξη ενός υπαρκτού ήδη φαινομένου και να φροντίσουν από τώρα για την ενίσχυση της πολιτικής δημοκρατίας. Ίσως η περίπτωση της Κίνας είναι το γλαφυρότερο παράδειγμα για να συνειδητοποιήσουμε την ακραία μορφή που μπορεί να λάβει η αντικατάσταση του εαυτού μας και του ονόματός μας μ’ ένα ελεγχόμενο ολιστικό ψηφιακό όνομα στην εικονική εποχή που διανύουμε.
Στην Κίνα, απ’ ό,τι μαθαίνουμε, το 2005 για πρώτη φορά η κινεζική κυβέρνηση δημιούργησε ένα σύστημα μαζικής παρακολούθησης που ονομάζεται Skynet. Σήμερα, το Skynet ή Tianwang είναι το μεγαλύτερο δίκτυο παρακολούθησης βίντεο στον κόσμο με τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου και με περισσότερες από 700 εκατομμύρια κάμερες (κατά μέσο όρο μία κάμερα για κάθε δύο ενήλικες Κινέζους πολίτες), καλύπτοντας σχεδόν κάθε γωνιά της χώρας, αριθμός που υπερβαίνει κατά πολύ τον αριθμό των καμερών παρακολούθησης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ας σημειωθεί πως αρχικά η αναγνώριση προσώπου έγινε οικειοθελώς αποδεκτή από τον λαό της Κίνας, ώστε να συλλαμβάνονται όσοι παραβιάζουν τους κανόνες κυκλοφορίας ή παρανομούν. Επίσης, προκειμένου να διευκολύνεται η αυτοεξυπηρέτηση καταναλωτικών αγορών και ηλεκτρονικού εμπορίου εν γένει, όπως και για να αποφεύγεται η είσοδος στη χώρα ξένων εγκληματιών. Σιγά-σιγά όμως, καθώς ο μοναδικός εντολέας και εξουσιαστής είναι το κράτος, αυτό ελέγχει τον κεντρικό διακομιστή που συγκεντρώνει πολλαπλές και διαφορετικές πληροφορίες για κάθε άτομο/χρήστη, για κάθε εικονική ταυτότητα, παρακολουθώντας το υποκείμενο σε κάθε χώρο δραστηριοποίησής του ─όπως σε εκκλησιαστικούς χώρους και χώρους ψυχαγωγίας, σε δημόσιες συγκοινωνίες και κυρίως σε χώρους εργασίας κεντρικά διευθυνόμενους─, διασπείροντας τον φόβο και επισύροντας ποινές δυσβάσταχτες για την καθημερινότητα του πολίτη αλλά και για την επαγγελματική του ανέλιξη.
Θα έλεγε κανείς ότι το παράδειγμα της Κίνας είναι απομονωμένο και δεν αφορά το σύνολο του πλανήτη, ιδίως τον δυτικό κόσμο, πράγμα που δεν αληθεύει, αφού από το 2019 η Κίνα παρέχει τεχνολογία επιτήρησης στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, σε καθεστώτα αυταρχικά ή φιλικά απέναντί της. Πρόσφατα, δε, παρόμοια τεχνολογία παρακολούθησης πρόσφερε το Ισραήλ στη Σερβία.
Την παραπάνω εξέλιξη φοβούνται σήμερα αρκετοί θεράποντες της πολιτικής θεωρίας και της κοινωνιολογίας, γι’ αυτό και υπερασπίζονται τα αγαθά της ανωνυμίας. Βλέπουν στην ανωνυμία την εξασφάλιση της ιδιωτικότητας, της εμπιστευτικότητας και του απορρήτου στον δημόσιο βίο, ήτοι παραγόντων προστατευτικών της ανθρώπινης πολιτικής ελευθερίας. Μοιάζει σαν να έχουν ξεχάσει τα μειονεκτήματα της ανωνυμίας, συγκεκριμένα τη μετατροπή της σύγχρονης κοινωνίας σε αδιαφοροποίητη μάζα, σε ευμετάβλητο πλήθος που αποδέχεται ως πολιτική εξουσία τον αποτελεσματικότερο διαχειριστή. Αυτό βεβαίως δεν αληθεύει, διότι οι μελετητές των κοινωνικών φαινομένων δεν έχουν πάψει να αναγνωρίζουν ότι ο δεσμός ανθρώπου-κοινωνίας έχει από καιρό διαρραγεί. Φοβούνται, όμως, ότι οι αυξημένες δυνατότητες επιτήρησης που εγκαθιστά ο ψηφιακός κόσμος θα αντικαταστήσουν την ατελή μαζική δημοκρατία των δυτικών κοινωνιών, όπου ακόμη λειτουργεί, με πολιτικό καθεστώς αυταρχικό και εν πολλοίς ανελεύθερο.
Η ψηφιακή μετονομασία
Απ’ όσα προαναφέρθηκαν, είναι προφανές πως μέχρι τις μέρες μας η εμπέδωση της ανωνυμίας όπως και η κατάργησή της εξετάζονται από την οπτική της ανθρώπινης εξουσίας. Σκεπτόμαστε πάντα την εξουσία με ανθρώπινη μορφή, λησμονώντας πως τα ανθρώπινα κατασκευάσματα συχνά ανεξαρτητοποιούνται από τον παραγωγό τους, αποκτώντας τη δική τους λογική και δράση. Αν η ανθρώπινη εξουσία αξιοποίησε την ανωνυμία ώστε να βελτιώσει τους τρόπους αποσπάσεως κέρδους, φαίνεται σήμερα να την καταργεί οσάκις την προσοχή της έλκει ο έλεγχος και η επιτήρηση της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης. Ωστόσο, δεν έχει τύχει της αναγκαίας προσοχής πως στη σφαίρα της ψηφιακότητας ο ρόλος της ίδιας της τεχνολογίας είναι όχι μόνο καίριος, αλλά αυτός που διανοίγει της ευκαιρίες για την ακύρωση της ανωνυμίας.
Αναφέρθηκε ήδη πως έχουν εισέλθει στη σκηνή του θεωρητικού διαλόγου οι συνέπειες από την ανάγκη για την μετονομασία του ανθρώπινου όντος, ήτοι η αντικατάσταση του ονόματός του μ’ έναν ψηφιακό κωδικό, αφ’ ης στιγμής αυτός εισέλθει στον δυνητικό κόσμο του διαδικτύου. Και, επαναλαμβάνω, συνέπειες όχι ως προς τον περιορισμό της ατομικής ελευθερίας, αλλά ως προς τη συγκρότηση της εαυτικής και προσωπικής ταυτότητας. Κι αυτό, διότι δεν έχουμε ακόμη συλλάβει τη σχέση μεταξύ πραγματικού και δυνητικού ψηφιακού κόσμου: πως ενώ αρχικά η διεπαφή τους γίνεται μέσω του ονόματος, τελικά η ίδια η ψηφιακή τεχνολογία, προκειμένου να υλοποιήσει αυτήν τη διεπαφή, αναπροσαρμόζει την ονοματολογική συγκρότηση του εικονικού εαυτού ανά στάδιο επεξεργασίας και κατά τρόπο συμβατό με τη δική της λογική.
Αφ’ ης στιγμής δεχθήκαμε πως ο νους είναι ο μεσολαβητής ανάμεσα στους δύο κόσμους ─τον δυνητικό και τον πραγματικό─, το όνομα είναι το στοιχειακό δεδομένο αυτής της διεπαφής. Για να κατανοήσουμε τη σπουδαιότητα του ονόματος, αρκεί να σκεφθούμε πως η πρώτη έννοια και μαζί σύμβολο που συλλάβαμε κατά τη νηπιακή μας ηλικία για να αντιληφθούμε τον εαυτό μας ως ξεχωριστή οντότητα, είναι το όνομά μας. Με το όνομα που μας έδωσαν οι γονείς μας ήλθαμε σε επαφή με τους άλλους ώστε να θέσουμε τα θεμέλια της προσωπικής μας ταυτότητας. Από κει και πέρα, ο εαυτός μας και η ταυτότητά του εξελιχθήκαν βάσει των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύξαμε, αλλά και από το πώς εμείς οι ίδιοι βιώσαμε και αναστοχαστήκαμε ─δηλαδή, προσδώσαμε νόημα─ επί αυτής της πορείας, συγκροτώντας προσωπικό εαυτό. Η απεύθυνσή μας προς τους άλλους, ακόμη και ο αναστοχασμός επί του εαυτού μας, γίνεται μέχρι σήμερα μέσω της ταύτισής μας με το όνομά μας.
Κατ’ αρχάς, με το όνομα επιβιώνει η οικογενειακή ιστορία του κάθε ενός. Το όνομα, δηλαδή, συνδέει το υποκείμενο με το παρελθόν της γενιάς του, ενώ είναι το πρώτο στοιχείο με το οποίο το νήπιο εισέρχεται στον συμβολικό κόσμο και με το οποίο εγγράφεται, αφ’ ενός στα εσώτερα του ψυχισμού του, στον κόσμο της αυτοσυνείδησης και, αφ’ ετέρου στην εξωτερικότητα, εκεί όπου συνάπτει τις σχέσεις του με τους άλλους. Τελικά, το όνομα ανάγεται σε διάμεσο ανάμεσα σε συνείδηση και σε ετερότητα, ώστε να αντλήσει από το περιβάλλον του τις αναγκαίες πληροφορίες (ή πόρους) για την αυτοαναφορά του. Και στις δύο περιπτώσεις, η συνείδηση χρησιμοποιεί το όνομα, συγκροτώντας κατά την πρώτη λειτουργία ─της αυτοναφοράς─ εαυτική ταυτότητα, και κατά τη δεύτερη προσωπική ταυτότητα
Στη σημασία του ονόματος, εκτός των ψυχολόγων, έχουν πολλές φορές αναφερθεί οι γνωστικοί επιστήμονες, οι ασχολούμενοι με τις εγκεφαλικές λειτουργίες, τονίζοντας με τη σειρά τους τη σημασία του ονόματος. Πειραματιζόμενοι επί των νευρωνικών μηχανισμών σε ομάδες ατόμων, επισημαίνουν την ισχυρή αντίδραση των ατόμων στο ερέθισμα που προκαλεί το όνομά τους, όχι μόνο σε επίπεδο συνειδητότητας αλλά και σε υποσυνείδητες διεργασίες. Συνοψίζουμε παραθέτοντας μια φράση του David Zhu (καθηγητή ψυχολογίας, διαχείρισης και επιχειρηματικότητας στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα): «Επειδή ένα όνομα χρησιμοποιείται για την αναγνώριση ενός ατόμου και τις επικοινωνίες στις οποίες προβαίνει σε καθημερινή βάση, χρησιμεύει ως η ίδια η βάση της αυτοαντίληψης κάποιου, ειδικά σε σχέση με τους άλλους».
Η αντικατάσταση του ονόματος μιας ανθρώπινης ύπαρξης μ έναν κωδικό ─γεγονός που συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο με τους εγκλείστους σε οργανώσεις περιοριστικές της ατομικής ελευθερίας, όπως είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι φυλακές και τα τρελοκομεία─ χαρακτηρίζει την έσχατη κατάληξη της συγκεκριμένης ύπαρξης, καθώς της στερούν το πρόσωπό της, δηλαδή, το όνομά της. Ακόμη και ο νεκρός συνοδεύεται από το όνομά του, μόνο οι άταφοι νεκροί των πολέμων έχουν ένα κενοτάφιο με το χαρακτηριστικό όνομα του «άγνωστου στρατιώτη».
Την ισχύ του ονόματος συνέλαβαν οι ευφυείς επιχειρηματίες του 21ου αιώνα, ιδιαίτερα οι διαχειριστές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ώστε να ικανοποιηθεί η υπαρκτική ανάγκη του ανθρώπινου όντος για όνομα. Μόνο που εδώ βρισκόμαστε ενώπιον ενός άλλου, καινοφανούς φαινομένου: το όνομα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν λειτουργεί ως στοιχείο εαυτικής ή προσωπικής ταυτότητας, παρά μόνο ως διακριτό σημείο αναφοράς όταν ο χρήστης εισέρχεται πλησίστιος και ανυποψίαστος σ’ αυτόν.
Για την είσοδό του σε μιαν ψηφιακή πλατφόρμα (π.χ. στο facebook), ο άνθρωπος χρησιμοποιεί αρχικά το πραγματικό του όνομα, με το οποίο έχει αποκτήσει εαυτό και προσωπική ταυτότητα. Το όνομα είναι το συμβολικό όχημα που τον εισάγει στον προθάλαμο της εικονικής, ψηφιακής σφαίρας. Εκεί, αποκτά μιαν ψηφιακή διεύθυνση, ένα URL,[5] η οποία διεύθυνση, χρησιμοποιώντας μιαν ειδικά κωδικοποιημένη γλώσσα, όπως είναι για παράδειγμα η PHP ─που να μπορεί να την επεξεργάζεται ένας διακομιστής (server)─ μετονομάζει τον χρήστη σε εικονικό πλάσμα, κατάλληλο να εγκατασταθεί στο ψηφιακό σύμπαν. Επίσης, και εφόσον το επιθυμεί, ο χρήστης θα μπορεί να κατασκευάσει και μιαν εικόνα-αναπαράσταση του εαυτού του, ένα ψηφιακό avatar,[6] με το οποίο ο εαυτός του θα κυκλοφορεί στον ψηφιακό κόσμο μιας δεδομένης πλατφόρμας.
Πολλοί σύμβουλοι επικοινωνίας βοηθούν σήμερα τον χρήστη για την κατασκευή του δικού του avatar, επιχειρώντας συγκερασμούς μεταξύ στοιχείων της προσωπικής του ταυτότητας με τον στρατηγικό του σχεδιασμό. Έτσι, το προσωπικό εικονικό avatar μπαίνει στη θέση της πραγματικής προσωπικής ταυτότητας, δημιουργώντας συγχύσεις μεταξύ πραγματικού και εικονικού. Μ’ αυτό ο χρήστης δύναται να συμμετέχει στον κόσμο της virtual reality και να επικοινωνεί με άλλα avatars ή με ολογράμματα, φορώντας την αναγκαία μάσκα, η οποία προσδίδει τρισδιάστατη αίσθηση στο δυσδιάστατο της ψηφιακής εικόνας. Πρόκειται, θα πει η Μαριεντίνα Γκότση, «για αεροπειρατεία του μυαλού, αν δεν έχουμε δώσει συγκατάθεση ως προς τον εικονικό προορισμό στον οποίο πηγαίνουμε».[7] Αυτός ο νους, ο παράνομα κατειλημμένος από δυνάμεις ξένες ως προς τον ίδιον, είναι στο εξής ο μεσολαβητής μεταξύ πραγματικού και εικονικού κόσμου.
Εκείνο ωστόσο που αξίζει να σημειωθεί, είναι ότι ένας ισχυρότερος διακομιστής ─ελεγχόμενος συνήθως από την πολιτική εξουσία─ δύναται να συλλέξει από το σύνολο των κωδικοποιημένων ονομάτων των ποικίλων πλατφορμών, τις διαθέσιμες πληροφορίες και να τις συνενώσει μεταξύ τους, συγκροτώντας έτσι έναν ολιστικό εικονικό εαυτό. Με τη βοήθεια προγραμμάτων μιας σημασιολογικής και τεχνητής διαλειτουργικότητας μεταξύ πλατφορμών, ο μεγάλος διακομιστής κατασκευάζει έναν συμπεριληπτικό εαυτό, δίνοντάς του ένα νέο κωδικοποιημένο όνομα, με το οποίο στο εξής ο ολιστικός εαυτός, ερήμην του χρήστη, θα κυκλοφορεί στο εικονικό σύμπαν, αναγόμενος ταυτόχρονα σε ψηφιακό αντικείμενο υποτελές στους ελέγχους των διαχειριστών της πληροφοριακής εξουσίας. Κατόπιν αυτού, ο ολιστικός εικονικός εαυτός (μέσω βεβαίως του server) «κουμαντάρει» τον πραγματικό μας εαυτό (όπως τραβά ο χειριστής της μαριονέτας τους σπάγκους) σε κινήσεις που θα του παρέχουν κι άλλες ή νέες πληροφορίες για τη δική του εικονική αιμοδότηση.
Δι’ αυτών των ψηφιακών διαδικασιών, ο φόβος για την εμφάνιση ακραίων φαινομένων δεν εξαντλείται στη μείωση της ανωνυμίας του πραγματικού δημόσιου χώρου, ούτε στη διάνοιξη ευκαιριών για εμπορική εκμετάλλευση ή παρακολούθηση του χρήστη από εξουσίες πολιτικού ελέγχου ─όπως φοβούνται οι προασπιστές της ανωνυμίας. Ο κίνδυνος προέρχεται από τη δημιουργία ─μέσα από την περιήγηση του χρήστη σε πληθώρα πλατφορμών─ πολλαπλών, συγγενικών εικονικών εαυτών, που θα κυκλοφορούν στον κόσμο της δυνητικότητας, έως ότου απαιτηθεί (είτε από δυνάμεις εξουσίας του πραγματικού κόσμου είτε από τις ανάγκες του ίδιου του web) ο συγκερασμός όλων αυτών μέσω ενός μεγα-διακομιστήσ’ ένα συμπεριληπτικό avatar (περίπτωση Κίνας), που θα επιδρά ριζοσπαστικά επί του όντως πραγματικού και, κυρίως, επί της ανθρώπινης συνείδησης. Η κατάσταση, δε, μέλλει να οξυνθεί, αφ’ ης στιγμής πραγματωθεί η μετάβασή μας στον σημειωτικό ιστό (semantic web).[8]
Ο προσομοιωμένος εαυτός
Ισχυριστήκαμε ήδη πως η αντικατάσταση της ανωνυμίας με κωδικοποιημένα ονόματα σημαίνει και το τέλος μιας ψευδοαγιοποιημένης εξατομικευτικής διαδικασίας και μαζί με αυτήν, το τέλος της φιλελεύθερης εύθραυστης δημοκρατίας. Η έννοια του πολίτη δεν έχει κανένα περιεχόμενο στον ψηφιακό κόσμο, αφού εκεί δεν υπάρχουν πολίτες αλλά ψηφιακά avatars, τα οποία ακόμη δεν ξέρουμε πώς θα ενεργήσουν, υπό το καθεστώς μάλιστα του σημασιολογικού παγκόσμιου ιστού. Εάν θεωρήσουμε πως ένα μοντέλο συσχετίσεως ψηφιακών οντοτήτων συνιστά τη συνείδηση του κάθε εικονικού εαυτού ή avatar και, ακόμη περισσότερο, του συμπεριληπτικού εικονικού εαυτού ενός χρήστη, τότε θα συμφωνήσουμε ότι η ψηφιακή οιονεί συνείδηση κατά την αλληλόδρασή της με τον πραγματικό εαυτό θα του θέτει όρια ώστε να τον κατευθύνει στις αναγκαιότητες του ψηφιακού κόσμου.
Σε κάθε περίπτωση, οι εικονικοί εαυτοί των ανθρώπινων όντων δεν δύνανται να ενεργούν από κοινού, να σχηματίζουν συλλογικότητες, καθότι πρόκειται για ξεχωριστές, εικονικές, κωδικοποιημένες και προγραμματισμένες ατομικότητες, οι οποίες, από το ένα μέρος αποτελούν αντίγραφα πραγματικών εαυτών, διαμορφωμένων βάσει των τεχνολογικών επιταγών και, από το άλλο, κάθε φορά που θα έρχονται σε επαφή με τον πραγματικό εαυτό του χρήστη, θα δρουν ως αυστηροί κανόνες για την υποδοχή του στο δικό τους σύμπαν. Με λίγα λόγια, ο εαυτός διασπάται ανεπίγνωστα σε δύο προσωπικότητες, του εγώ και, κυρίως, του συμπεριληπτικού, εικονικού του εαυτού, καθεμία με το δικό της όνομα, οι οποίες συναντώνται στο πλατό του διαδικτύου ως αντικείμενα μιας δυαδικής σχέσεως διαμορφωμένης όχι από τις δικές τους προθέσεις, αλλά από τις ενδογενείς προθέσεις της ψηφιακής μεγαδομής. Κι αυτό εννοούμε ως τέλος της εξατομίκευσης.
Ο προσομοιωμένος, εικονικός εαυτός, τελικά, ύπουλα και ανεπίγνωστα ρυθμίζει τους όρους της σχέσεως του πραγματικού εαυτού μαζί του αλλά και με τους προσομοιωμένους εαυτούς των άλλων. Στην ουσία, έχουμε υποχώρηση του όντως κοινωνικού και μεταφορά σ’ ένα εν δυνάμει κοινωνικό, δημιουργημένο από τη διάδραση πραγματικού εαυτού με εικονικό εαυτό.
Εάν διαρκούσης της εξατομικευτικής διαδικασίας η σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατομικοτήτων ρυθμιζόταν βάσει ενός άξονα συναισθημάτων, αξιών και συμφερόντων (επί παραδείγματι, βάσει συναισθημάτων αγάπης ή φιλίας, συντροφικότητας ή εχθρότητας, ακόμη και υπό την ιδιότητα του αφέντη ή του δούλου), εδώ ο πραγματικός εαυτός έρχεται αντιμέτωπος με τον ψηφιακό συμπεριληπτικό εαυτό του, ο οποίος δεν είναι ο άλλος της κοινωνικής σχέσης, αλλά ο μεταμφιεσμένος ίδιος της ψηφιακής σχέσης∙ στην ουσία, είναι το προσομοίωμα του εαυτού για το οποίο μας μίλησε χρόνια πριν ο Ζαν Μπωντριγιάρ. Ο πραγματικός εαυτός παύει να κινείται σ’ ένα πεδίο υπέρβασης∙ του όντως υπαρκτού (υπέρβασης του τι θα γίνει, πώς θα ανταποκριθεί στα όνειρα των γονιών του, σε τι πνευματική ή επαγγελματική προσωπικότητα θα εξελιχθεί, πότε, πού και πώς θα συναντήσει την αγάπη, ποιο δρόμο ζωής θα ακολουθήσει), αλλά καθηλώνεται σ’ ένα πεδίο ψηφιακής επικοινωνίας που δεν του παρέχει καμιά έξαρση, διότι ο εικονικός εαυτός τον καλεί και τον μεταφέρει σε συνδέσεις ή αποσυνδέσεις γεγονότων που προβάλλονται ως διαφανή και προβλέψιμα. Ο πραγματικός εαυτός δεν έχει πια ταυτότητα καθώς δεν είναι αλλοτριωμένος, ψυχολογικά ασταθής, ευτυχής ή δυστυχής. Δεν έχει ανάγκη να βασανίζεται με αυτοανασκοπήσεις ή με την παρουσίασή του στους άλλους. Έχει αντικατασταθεί από έναν προσομοιωμένο εαυτό, ικανό να ταξιδεύει στο εικονικό σύμπαν απαλλαγμένος από ψυχικά τραύματα, αφού δεν έχει σώμα να υπόκειται στη φθορά, παρά μόνο μια σημειογραφική ταυτότητα.
Πρόκειται για έναν ηλεκτρονικό κλώνο, η σύνθεση του οποίου έρχεται να ακυρώσει κάθε ετερότητα και συνεπώς κάθε φαντασιακό. Ταυτόχρονα, όμως, είναι η υλοποίηση ενός πανανθρώπινου ονείρου: της υπέρβασης του θανάτου. Ακόμη κι αν εγώ πεθάνω, ο κλώνος μου θα υπάρχει εσαεί στο ψηφιακό σύμπαν, ικανός να ομιλεί με άλλους κλώνους και, πιθανόν στο μέλλον, ικανός να αναπαράγεται αφού ως κλώνος δεν έχει ανάγκη το σώμα ούτε τις ικανότητές του για να αναπαραχθεί. Από κει και πέρα δημιουργείται σωρεία εξελίξεων στο πλατό της πραγματικής συνείδησης που δεν είναι του παρόντος να τις επισημάνουμε.
Κι όμως, σε κάθε εποχή κακών, ο άνθρωπος καταφέρνει να υπερβαίνει τις σκοτεινές συννεφιές της ιστορίας, ορθώνοντας απέναντί τους ─άλλοτε ρητά και άλλοτε υπόρρητα─ μιαν αντίσταση που συνεχώς τις διαπερνά, διακρίνοντας το γαλάζιο του ουρανού και ό,τι κείται πέραν αυτού∙ και το ίδιο νομίζω θα πράξει και τώρα, ανασυσταίνοντας το πολιτικό.
Η επανάκαμψη του πολιτικού
Στα δημοκρατικά κοινοβουλευτικά κράτη, η επί αιώνες εξέλιξη της κοινωνικής εξατομίκευσης συμπαρέσυρε ή και συνοδεύτηκε από την πολιτική εξατομίκευση, καθώς άλλαξαν οι τρόποι ανάμιξης των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες, προετοιμάζοντας έτσι την ανθρώπινη υποκειμενικότητα για την αποδοχή του ψηφιακού σύμπαντος. Από την προσωπική συμμετοχή στα πολιτικά κόμματα και την καθολική ψηφοφορία στις εθνικές εκλογές, φθάσαμε στην απομάκρυνση των πολιτών από τις κομματικές δραστηριότητες και, κυρίως, στη μη άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος. Λες και η πολιτική δεν είναι η ενεργός έκφραση του πολιτικού πράττειν, ήτοι του τρόπου που εφηύρε η ανθρωπότητα για την επίτευξη της κοινωνικής της συνοχής και επιβίωσης.
Το πολιτικό έχασε την οντολογική διάσταση που είχε στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη ─ως ηθική πράξη, εμβαπτισμένη κυρίως στα νάματα της δικαιοσύνης, προκειμένου να συγκροτείται το ορθό πολίτευμα για τη διακυβέρνηση της πόλεως. Ο Μεσαίωνας δεν ασχολείται με παρόμοια ερωτήματα, Από την απαρχή των Νέων Χρόνων κι έπειτα (με ορόσημο το έργο του Μακιαβέλι), το πολιτικό ταυτίστηκε με τη διοικητική άσκηση της οργανωμένης κρατικής εξουσίας. Μια τέτοια αντιμετώπιση του πολιτικού, αρχικά στηρίχθηκε στην πρωτογενή επιθυμία του ανθρώπου για ισχύ (βλ. Thomas Hobbes), με αποτέλεσμα να αντιμετωπιστεί ως όργανο κυριαρχίας, έως ότου ο Μαρξ το συνδέσει με τις ταξικές διαφορές και τη συνεχή πάλη των ανθρώπων για την εξάλειψή τους. Απέναντι σ’ αυτές τις αντιλήψεις, ορθώθηκαν οι πολιτικο-φιλοσοφικές θέσεις του φιλελευθερισμού, του πιστότερου εκφραστή της εξατομίκευσης, σύμφωνα με τις οποίες η ευτυχία του ατόμου αποτελεί τον ορίζοντα του πολιτικού. Γι’ αυτό και διακήρυξε πως υποχρέωση του κράτους θα πρέπει να είναι η διαφύλαξη της ηθικής βούλησης του πολίτη, άρα η υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και, κυρίως, της πολιτικής ισότητας και του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.
Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό συνυφαίνεται με το κυρίαρχο πολιτισμικό πρότυπο, γι’ άλλωστε, σήμερα, όπου το πολιτισμικό φαίνεται να τελεί υπό κατάρρευση, η πολιτική λειτουργία, ως διαχείριση του πολιτικού, στερείται ιδεολογικών ερεισμάτων. Καμιά από τις μεγάλες σχολές της πολιτικής θεωρίας και πρακτικής, στον άκαρπο ανταγωνισμό τους, δεν στέκεται στις μέρες μας με περίσκεψη στο τέλος της εξατομίκευσης όπως τον αναγγέλλει το διαδίκτυο, ούτε στη σύσταση της εαυτικής και προσωπικής ταυτότητας από τα νέα γλωσσικά μοντέλα που επεξεργάζεται η Τεχνητή Νοημοσύνη επί τη βάσει των ερευνητικών κατευθύνσεων και πορισμάτων μεγάλων εταιρειών, όπως η Open AI, η Anthropic ή η Meta. Κι όμως, αν συνειδητοποιήσουμε πως διανύουμε τη γεωλογική εποχή της ανθρωποκαίνου, έφθασε η στιγμή να αναστοχαστούμε πολιτικές που να νοηματοδοτούν εκ νέου το πολιτικό ως συνεχή αγώνα του ανθρώπου για την ειρηνική επιβίωση και συμβίωσή του με κάθε άλλο πλάσμα στον πλανήτη γη, αλλά και με την ατομική του εξύψωση σε πνευματική προσωπικότητα∙ πράγμα που σημαίνει, με την αναγωγή του σε αυτόνομη προσωπικότητα, ικανή να αυτοθεσμίζεται και να υπακούει στους κανόνες που το ίδιο έχει θεσμίσει.
Μια τέτοια προοπτική θέτει στον προβληματισμό μας την αναζωογόνηση του πολιτικού και, συνεπώς, την αναθεώρηση των πολιτικών στρατηγικών και διαχειριστικών τακτικών υπό το πρίσμα της πολιτικής αυτονομίας. Δεν υπονοώ πολιτική αυτονομία που θα αρκείται σε πολιτικές αυτοκυβέρνησης, όπως υποστηρίζουν κάποιοι αρνητές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά μια πολιτική αυτονομία, θεμέλιο της οποίας θα είναι το ίδιο το πολιτικό. Δηλαδή, η υλοποίησή της θα προαπαιτεί να έχει διαμορφωθεί στο πεδίο της κοινωνίας ένα άλλο κοινωνικό νόημα, ικανό να σχηματίζει κόγχες μιας διυποκειμενικής συντροφικότητας. Κόγχες, όπως για παράδειγμα θα μπορούσαν να είναι οι κοινότητες των αυτόνομων πολιτών, εντός των οποίων θα καλλιεργείται μια κοινωνικοποίηση που δεν θα βασίζεται στη σχέση του εγώ με τον εικονικό εαυτό του (όπως τείνει να συμβεί σε όλο και μεγαλύτερο βάθος στον αιώνα που διανύουμε), αλλά με το πρόσωπο του άλλου, με το όνομα να στεφανώνει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που θα στέργει συμπονετικά στον ίδιο τον εαυτό της και στον πραγματικό άλλον. Ο έλεγχος της ψηφιακής τεχνολογίας και του ψηφιακού σύμπαντος από μια τέτοια αυτόνομη κοινότητα χρηστών, είναι ίσως η μόνη εγγύηση για την αποφυγή ενός αυταρχικού κεντρικού πολιτικού ελέγχου αλλά και της αυθαιρεσίας που επιδεικνύουν οι μεγάλες διαδικτυακές εταιρείες κατά τον χειρισμό των μεγάλων δεδομένων .
[1] Πολλοί θεωρούν τη «νοόσφαιρα» ως ένα ιδιαίτερο εξελικτικό πεδίο που συλλέγει όλη την ανθρώπινη γνώση. Θα μπορούσε κανείς να τη δει όπως την είδε ο Ρierre Τeilhard de Chardin,ως«συλλογική συνείδηση» του ανθρώπινου είδους, που προκύπτει από την αλληλεπίδραση των ανθρωπίνων σκέψεων. Προσωπικά, η έννοια της νοόσφαιρας ως εξελικτικό στάδιο της ανθρώπινης εποποιίας δεν με πείθει, την παραθέτω όμως για αναλυτικούς λόγους, ως διακριτό και αλληλοσυμπλεκόμενο σύμπαν με τον υλικό κόσμο του ανθρώπου.
[2]Η «εαυτική» ταυτότητα αναφέρεται στο πώς το υποκείμενο βλέπει τον εαυτό του, πώς η συνείδησή του, δηλαδή, απαντά στο ποιος πράγματι είναι. Με τον όρο «προσωπική» ταυτότητα εννοούμε πώς το υποκείμενο παρουσιάζεται στους άλλους.
[3]Το metaverse, ή μετασύμπαν, αναφέρεται στη δυνατότητα του χρήστη να κινείται μεταξύ του υλικού και ψηφιακού κόσμου. Για να μπεις στο μετασύμπαν χρησιμοποιείς προωθημένες τεχνολογίες, όπως το cloud computing, η τεχνητή νοημοσύνη, το διαδίκτυο των πραγμάτων κ.ά., ενώ για τις μετακινήσεις σου χρησιμοποιείς τεχνολογίες επαυξημένης (ΑΡ) ή μικτής (MR) πραγματικότητας, υπολογιστές, τάμπλετ, smartphones κ.λπ.
[4] Εννοείται πως στο παρόν άρθρο το θέμα απλώς θίγεται. Η συγγραφέας φιλοδοξεί να το αντιμετωπίσει επαρκέστερα σε μελλοντική της δημοσίευση.
[5] To URL ─σύντμηση του Uniform Resource Locator (Ενιαίος Εντοπιστής Πόρων)─ είναι μια κωδικοποιημένη ψηφιακή διεύθυνση που έχει συγκροτήσει ένας ιστότοπος, αντίστοιχη του ονόματος του χρήστη, ικανή να συλλέγει και πληροφορίες σχετικά μ’ αυτόν. Οι διευθύνσεις URL χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν πόρους στο Διαδίκτυο, όπως ιστοσελίδες, αρχεία, βιντεοπαιχνίδια, εφαρμογές και πολλά άλλα.
[6] Η λέξη avatar έχε ξεφύγει από το αρχικό της νόημα και σήμερα έχει καταστεί ένα σύμβολο (εικόνα ή γραφική αναπαράσταση) που μπορεί να δηλώνει το διαδικτυακό μας προφίλ, ακόμη κι έναν χαρακτήρα ή την ψηφιακή μας ταυτότητα, ανάλογα με τη χρήση του στο ψηφιακό σύμπαν.
[7] Η Μαριεντίνα Γκότση είναι καθηγήτρια στη Σχολή Κινηματογραφικών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (USC), επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο ΑΠΘ, διευθύντρια στο κέντρο Creative Media and Behavioral Health Center του USC. Συμμετείχε στο πέμπτο Web-based seminar για την τεχνολογία, που διοργάνωσε το 2022 το Αθηναϊκό και το Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και απάντησε σε ερωτήματα σχετικά με το metaverse.
[8] Ο semantic web αποτελεί εξέλιξη του υπάρχοντος διαδικτύου. Σκοπός του είναι η πλοήγηση στον ιστό να γίνεται βάσει της σημασίας, γι’ αυτό επιχειρείται η μοντελοποίηση των μεταδεδομένων που υπάρχουν ήδη στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων του διαδικτύου, ούτως ώστε να δύναται η συσσωρευμένη γνώση να τυγχάνει της αναγκαίας επεξεργασίας και να οδηγεί σε προσχεδιασμένα αποτελέσματα.

