© Kenneth Gustavsson

Βερονίκη Δαλακούρα

Η Κρυφή Γενιά

Διάβασα με απορία την τιμητική κατά τα άλλα επιστολή-πρόσκληση που μου απηύθυνε το Φρέαρ: έχουν ειπωθεί τόσα και τόσα για τη γενιά μας. Τι απομένει να πούμε εμείς οι κάπως μεγαλούτσικοι που ζήσαμε από μέσα και από κοντά σχεδόν τα πάντα; Νομίζω πως έχουν ειπωθεί τα περισσότερα. Προσωπικά δεν επιθυμώ να μοιραστώ εμπειρίες από φιλίες, σχέσεις κ.τ.λ. Αυτά ας μείνουν –κυριολεκτικά– στο συρτάρι και όποτε ο θεούλης ευδοκήσει, ας ανασυρθούν από το Αρχείο κάποιου Ιδρύματος, Βιβλιοθήκης ή συλλέκτη. Θα φροντίσω να είμαι σαφής, ώστε να μην ταλαιπωρηθεί ο μελλοντικός ερευνητής / μελετητής της σύγχρονης –με την ευρεία έννοια– Ιστορίας της λογοτεχνίας μας. Προς το παρόν, επιστολές, λιγότερο ή περισσότερο προσωπικές, σημειώματα, χειρόγραφα δικά μου και άλλων, φωτογραφίες, αφιερώσεις και κάθε λογής μνήμες, κυρίως από τη δεκαετία του ’70, αλλά και κάποιες από τα πρώτα χρόνια της επόμενης, φυλάσσονται ―αποτελώντας προσωπικό αρχείο― όχι ως κάτι πολύτιμο που δεν θέλω να κοινοποιηθεί τώρα, αλλά για την προστασία και μόνο της δικής μου μνήμης.

Ο λόγος που συμμετέχω στο Αφιέρωμα είναι η επισήμανση ότι σ’ αυτό νεότεροι ποιητές και κριτικοί θα προσεγγίσουν και θα αποτιμήσουν με δικά τους κείμενα τις επιρροές και τη σημασία της Γενιάς του ’70. Δίχως να είμαι κριτικός –και μάλιστα νέα–, θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποια ονόματα τα οποία ξέφυγαν από τους έγκυρους κριτικούς, και είτε αναφέρθηκαν απλώς ονομαστικά στο ογκώδες και σχεδόν πλήρες «Αφιέρωμα: Η Ποιητική Γενιά του ’70» της Νέας Εστίας[1]Νέα Εστία, τχ. 1875, Δεκέμβριος 2017., είτε παραλείφθηκαν / αγνοήθηκαν. Δεν υπάρχει απάντηση στο «γιατί;», που άλλωστε έχω θέσει αρκετές φορές. Δεν θα επανέλθω λοιπόν. Αντ’ αυτού θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το διήγημα του Φραντς Κάφκα «Η παρέα», που τελείως συμπτωματικά τα αναγνώσματα του φετινού καλοκαιριού έφεραν μπροστά μου[2]Φραντς Κάφκα, Η Απόρριψη, Εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα 1971, Μετάφραση Γιώργου Βαμβαλή, σελ. 56 (διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη του μεταφραστή).: «Εμείς οι πέντε δεν γνωριζόμασταν βέβαια μεταξύ μας, κι αν θέλει κανείς, ούτε τώρα γνωριζόμαστε, αλλά ό,τι είναι δυνατό με μας τους πέντε και υπομένεται, για εκείνον τον έκτο δεν είναι δυνατό και δεν υπομένεται. Εξάλλου είμαστε πέντε και δε θέλομε να είμαστε έξι».

Στο σημείωμά του Υπέρ Τεθνεώτων στο Αφιέρωμα της Νέας Εστίας, ο ευαίσθητος Γιώργος Μαρκόπουλος αναφέρεται μεταξύ άλλων και στον Ιωάννη Λεοντακιανάκο (1954-1974). Νομίζω ότι ο Λεοντακιανάκος είναι ο μόνος ποιητής με τρεις ολοκληρωμένες ποιητικές συλλογές[3]Ιωάννη Λεοντακιανάκου, Οι διάφανες συμφωνίες της πέμπτης, Διογένης, Αθήνα 1972, 1977· Τόξα και Μίμηση Βίων, Διογένης, Αθήνα 1973· Πρόωρο Ηλιοβασίλεμα, Διογένης, Αθήνα 1976 ( μεταθανάτια έκδοση). (εκ των οποίων η τελευταία εκδόθηκε από τους γονείς του μετά τον πρόωρο θάνατό του) που δεν ανθολογήθηκε ποτέ. Ο Κώστας Κουλουφάκος, στη 2η έκδοση της πρώτης συλλογής Οι διάφανες συμφωνίες της πέμπτης [1972], έγραφε: «Δεν ξέρω τι σημαντικό έργο θα μας έδινε αν ζούσε ως την ωριμότητα. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι οι τρεις συλλογές που πρόφτασε να αφήσει, αγαπήθηκαν, συζητήθηκαν, αγοράστηκαν, σε βαθμό που να χρειάζεται κιόλας να επανεκδοθούν. Τώρα είναι η σειρά της επίσημης κριτικής να πει κι αυτή το λόγο της…».

Είδα για πρώτη φορά το όνομα αυτού του προικισμένου, ταλαντούχου, μεγάλης καλλιέργειας άτυχου παιδιού στους Ωτοβλεψίες της εφημερίδας Τα Νέα, αρχές Δεκεμβρίου 1974, με αφορμή την εκδημία του. Απόρησα, αναρωτήθηκα, εντυπωσιάστηκα και όταν λίγο αργότερα ο Πέτρος Κουλουφάκος μού έδωσε τις συλλογές του δικαιολόγησα τον ενθουσιασμό του πατέρα του. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, λυπάμαι για την απογοήτευση που θα ένιωθε ο μεγάλος μου φίλος, βλέποντας το πόσο διαψεύστηκαν οι προσδοκίες του[4]Στο Ημερολόγιο 2012 της Εταιρείας Συγγραφέων με τίτλο Η δική μας Ελλάδα, δημοσιεύτηκε ένα μικρό μου κείμενο με δείγματα της γραφής του Ιωάννη Λεοντακιανάκου.. Η απόλυτη σιωπή που περιβάλλει το όνομα του Ιωάννη Λεοντακιανάκου είναι αδικαιολόγητη και παράλογη –εκτός αν λάβουμε υπόψη το κλίμα που επικρατεί στα τεκταινόμενα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας και ιδιαίτερα της Ποίησης… Τα βιβλία του δεν υπάρχουν πια, και ναι είναι εξαντλημένα εδώ και χρόνια αλλά πιστεύω ότι το καθήκον όσων παρουσιάζουν, αποτιμούν την προσφορά κ.τ.λ. της Γενιάς του ’70 είναι η διαρκής αναζήτηση και η ενδελεχής έρευνα, ιδιαίτερα γύρω από εκείνους που πρώτοι στην περίοδο της Δικτατορίας τόλμησαν να καταγράψουν το κλίμα της εποχής.

Δείγμα της γραφής του:

…Φίλε μικρέ τα χέρια σου τα χαιρετούμε
με τα άσπιλά μας απογεύματα
και με τις υποσχέσεις που οι άνθρωποι
στους ήλιους σέρνουν τις μαρμάρινες ώρες.

Θυμάσαι αλήθεια τις συμβουλές
που κρυφά σού λέγαμε στ’ άνυδρα φεγγαρώματα
τις μικρούλες Κλυταιμνήστρες και κάποια διάφανη Ελένη; …

[«Το μικρό γράμμα», Οι διάφανες συμφωνίες της Πέμπτης, 1972, 1977.]

Το στήθος

Άνθιζε η πολιτεία σαν ένα κόκκινο λουλούδι. Βιαστική η μέρα έστριβε στη γωνιά. ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΘΗΡΙΟ ΣΙΓΟΤΡΩΕΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΜΑΣ. Το στήθος της που φανερώθηκε στον τσακισμένο ύπνο μας στράγγιζε τη βροχή. [..]

Μυθολογία Β΄

[]

Έχουμε ανοιχτά τούτα τα μάτια – Εγώ τείχος και μαστοί μου πύργοι [5]Στίχος από το Άσμα Ασμάτων – Υποσημείωση του Ι.Λ.– Έχουμε μπαλώσει τα ρούχα μας με τούτη ‘δω την νύχτα. Κι η λέξη σου μας βασανίζει ακόμα. Ώ Rivus! Για τ’ ανοιχτά μας στήθη – CHE. Σου χαρίζουμε το σύννεφο του φτωχού Θεόφιλου.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙΝΕ ΤΗΝ ΧΛΟΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥΣ…

Εσύ CHE. Το βλέμμα σου θα ’χει γίνει χέρι στο πέλαγο. Ήρεμος θα ονειρεύεσαι τον κήπο σου και το κρεββάτι σου.

[Τόξα και Μίμηση βίων, 1973.]

Και από την μεταθανάτια:

Έσκυψα πολύ πάνω στο χειρουργημένο αιώνα.. Κείνα τα χέρια πριν περάσω απ’ την πύλη κρατούσαν πέτρες για το κορμί μου. ΝΑΙ./ Τους αγγέλους που στείλατε/ τους γύμνωσε η ποίηση

[Πρόωρο ηλιοβασίλεμα, 1976.]

Η περίπτωση του Λεοντακιανάκου απαιτεί προσοχή, εμβάθυνση, αποκρυπτογράφηση θα έλεγα, όχι μόνο γιατί είναι μια ποίηση μυστική, αλλά και για να εννοήσει ο αναγνώστης την αδιαπραγμάτευτη θέση του ως ποιητή και την απόλυτη ταύτιση με το ρεμπαλντικό πρότυπο-Είδωλο. Τόσα χρόνια μετά, τα ποιήματά του, ακόμη και τα σπαράγματα που δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει, δεν αποτελούν απλώς ένα δείγμα γραφής μιας «περίπτωσης» αλλά το έργο, έστω μικρό σε έκταση, ενός Ποιητή που η μοίρα θέλησε να μείνει μέχρι τώρα άγνωστος.

Όμως σ’ αυτή την Κρυφή Γενιά υπάρχουν κι άλλοι που δεν ευτύχησαν να εκτιμηθούν όσο το άξιζαν. Συγχαίρω την Μορφία Μάλλη για το πλήρες και διαφωτιστικό άρθρο της στο Αφιέρωμα της Νέας Εστίας «Η ποίηση των beat και η Γενιά του ’70»[6]Βλ. παραπάνω υπ. 1, Νέα Εστία, ό.π., σ. 915-930. –η ακούραστη μελετήτρια αναφέρεται μεταξύ άλλων, σ’ έναν ποιητή που αγάπησα επίσης πολύ, τον Σπύρο Μεïμάρη (1942): «Ο Σπύρος Μεïμάρης, αν και θεωρείται (λόγω της παρουσίας του στο Σαν Φρανσίσκο το 1959-1960 και της φιλίας του με τους beat) ο πρώτος Έλληνας beat ποιητής από τα μέλη του κοσμοπολίτικου Πάλι και ηλικιακά εντάσσεται στη Γενιά του ’70, εντούτοις δεν συμπεριλαμβάνεται στις ανθολογίες της γενιάς. Οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στις περιπλανήσεις του… στην απογοήτευσή του από την κυριαρχία του ελληνοκεντρικού μοντερνισμού…. στην «υπόγεια» εκδοτική του παρουσία και στην ποιητική σιωπή είκοσι χρονών…».[7]Βλ. παραπάνω υποσημείωση, σ. 916-917. Υπάρχει όμως πλέον μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Η μεταμόρφωση του τοπίου. Ποιήματα 1961-2014, [Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, Αθήνα 2016], ένα «αυτοβιογραφικό ποιητικό ημερολόγιο», στο οποίο ο ποιητής παραμένει πιστός στα δόγματα του Κέρουακ και του Γκίνσμπεργκ, όπως αναφέρει η Μορφία Μάλλη. Προσωπικά, πιστεύω ότι στα Όνειρα πραγματικότητας [1975], που πρωτοδιάβασα όταν κυκλοφόρησε από την Panderma του Λεωνίδα Χρηστάκη (στο εξώφυλλο της απλής αυτής έκδοσης αναφέρεται ότι «η πρώτη του συλλογή βγήκε από τον Κούρο το 1974 –αρνάκι άσπρο και παχύ»), ο Μεïμάρης μέσα από λίγα αριστουργηματικά ποιήματα εκφράζει με μια γραφή λυρική, ορμητική ένα πηγαίο συναίσθημα, που απέχοντας –ευτυχώς!– από τον ελληνοκεντρικό μοντερνισμό της εποχής, αποτελεί ένα μοναδικό δείγμα Μοντέρνας Ποίησης.

Κίτρινο χρώμα

στον Ο.V. De Milocsz

Όχι να μη δω ποτέ το πρόσωπό μου στον καθρέφτη
Όχι να μη χαθώ ποτέ πια από απ’ την ποδιά της ειρήνης, απεριόριστη κρίση –
βήματα στον κήπο και χρήματα στο πολύχρωμο τραπεζομάντηλο
μελαγχολία μυστηριώδης νόσος πόνος
σιγά-σιγά η μουσική και η υπηρέτρια θα χαθούν θα
χαθούν.. Έγειρα ακούω την αγορά..
Εγώ θα τσουγγρίσω τη μαγική αγκαλιά του φθινοπώρου της καρδιάς της
στην κλινική της ζωής μου η σοδειά της απεριόριστης ειρήνης ναι
τραπέζια και μαστόρια που διασκεδάζουν τον πόνο τους θα χαθώ θα χαθώ..
μάγια, χόρτα της γης στο μεγάλο στόμα.
Ο απεριόριστος μάγος της σκοπιάς της ειρήνης στη γη.
Και της νεκρής αγκαλιάς μου sniper Spyros…
[…]

 Ιούνιος 1973 Νάξος

Πώς κουνιούνται οι τέντες στον άνεμο;
Θύελλες στου αιώνιου καιρού της ηλικίας μας
καθρεφτίζεται σ’ αυτές
και η θάλασσα και η γυναίκα λειχήνα στο στρώμα της
δύσκολης εφηβείας – ο ιδρώτας τής γεσθημανής –
ο γλόμπος –γυμνά της φυλακής τα λημέρια φωτίζει,
μεσαιωνικά σκηνικά, κωμικοτραγικά….
[…]

Ο περιορισμένος χώρος ενός σημειώματος δεν επιτρέπει να επεκταθώ περισσότερο για να εκφράσω τον θαυμασμό μου –αμετακίνητο μες στον χρόνο– για έναν ποιητή, που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα βρισκόταν ανάμεσα στους κορυφαίους της γενιάς μας.

Εγκαταλείπω προς το παρόν, με την ελπίδα να τον συναντήσω κάποτε και να αντλήσω μέσα από τη διά ζώσης γνωριμία μας περισσότερα στοιχεία για το έργο του.

Συνεχίζοντας, θα σταθώ στον μοναδικό από τη λίστα των κρυφών ποιητών, που γνωρίζω προσωπικά από τις αρχές του ’70: τον Τρύφωνα Ζαχαριάδη (1953). Αν και δεν απέχουμε και πολύ ηλικιακά, ο διαφορετικός τρόπος ζωής μάς χώρισε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Όμως, πριν ακόμη από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Παλαιά Βιογραφία (Εκδόσεις Αρμός 201)], συνομιλώντας με αρκετούς εκπροσώπους του λογοτεχνικού χώρου, είχα επισημάνει ότι η παρουσία του άξιζε ιδιαίτερης προσοχής. Όχι μόνο για την ευαισθησία και την αμεσότητά της, αλλά και λόγω της εμφάνισης του ποιητή το 1970 με μια σημαντική ποιητική συλλογή, τις Λύπες. Λυπάμαι λοιπόν που θα παραπέμψω και πάλι στο παραπάνω απόσπασμα του Κάφκα· λυπάμαι διπλά που ένας ποιητής σαν τον Τρύφωνα Ζαχαριάδη παραμένει σ’ ένα «δυσανάγνωστο» περιθώριο. Ίσως, γιατί όταν η καθημερινότητα δεν περιλαμβάνει φιλικές σχέσεις, οι οποίες συμμετέχουν ενεργά στο λογοτεχνικό… παζάρι, η τύχη των ποιητικών βιβλίων είναι αυστηρά προδιαγεγραμμένη: περνά στην απόλυτη σιωπή.

Τα ποιήματα του Ζαχαριάδη αποδεικνύουν ότι ο ποιητής ακολουθεί μια πορεία που διέκοψε ο χρόνος (Λύπες [1970], Μετά ή 29η [1982], Παλαιά Βιογραφία [2015]) αλλά επανένωσε το πηγαίο συναίσθημα και ο αγώνας για μια γραφή που εμπεριέχει βίωμα, ευρηματικότητα, φαντασία. Άλλωστε, η συγκεντρωτική έκδοση περιλαμβάνει ενότητες με ποιήματα που γράφτηκαν από το 1983 μέχρι το 2008· δείγμα αυστηρότητας, εσωτερικού ψαξίματος, έρευνας του Λόγου.

Διαμαρτυρία

Τα τέρατα πληθαίνουν ολημερίς.
Οι εργάτες πήραν τα κασκέτα
Διέλυσαν την πρωινή πάχνη.
Γραφτά βασανίζω άχρωμα δάκρυα.
Το μικρό μαγαζάκι, στενόχωρα παγκάκια.
Σκυθρωπή η καλόγρια διαβαίνει το πάρκο.
Οι φήμες παθιασμένα στοιβάζονται
την άκουσα να τραγουδά.
Κι η πομπή απ’ τις οικογένειες
μουντζώνει τα δέντρα, σφαλάει τις πηγές
τραβάει ως τα πέρα μια ατέλειωτη
κηδεία..
Κύττα ξένε
Ρούφα τη θλίψη
Η ασχήμια μου ’λειψε.

1967
[Λύπες, 1970.]

 Μετά ή 29η

[…]
Τα μάτια μου ζαρώθηκαν στον λαιμό σου.
Ρούχο σκισμένο στο μηρό.
Μυτερή υποψία
το ελάφι να παιδεύει το δέρμα.
Γελάς, πουτάνα
εν πάση περιπτώσει
η ράχη μου επιβάλλεται
στην ξενητειά.

Στην ουλή των ποδιών στάζει Απουσία.

Διδάσκω την φυγή γδυτός
παραδίδω μαθήματα
διπλωμένος στις εσοχές.
Μου παίρνεις την πληροφορία,
το αντικείμενο
κι είσαι Άκυρη.
[…]

[Μετά ή 29η, 1982.]

Αν εμφανιστεί κάποιο απ’ τα σημάδια
με απατηλή πεποίθηση
χωρίς συνοχή,
θα στηρίξει
την ανίκανη ζωή μου
στην υπεροχή του θανάτου σου.
Οργή τρομαχτική
όταν διαπραγματεύομαι
ν’ αγοράσω την εύνοια
εν ονόματι της ελευθερίας
και του φόβου
μητέρα.

[Δίχως τίτλο]

Αντηχεί η σιωπή ειδώλων
που εγκαταστάθηκαν χρόνια
στον κήπο μου.
Τα πηγαίνω καλά μαζί τους,
παρακολουθώ τις αρβύλες τους
με καρφωτές σόλες
σαν ορεινούς όγκους
να καλύπτουν το τοπίο.[…]
Έτσι απλά
συντάσσομαι με τους ύποπτους
τους άπιστους
και διασταυρώνομαι με ημερομηνίες τραυμάτων.

 [ Δίχως τίτλο]

 [Παλαιά βιογραφία, 2015.]

Θα μπορούσα να συνεχίσω· πολλοί οι κρυφοί ποιητές της γενιάς του ’70.

Κάποιοι εξέδωσαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 αν και άρχισαν να γράφουν και να δημοσιεύουν από το 1970: χαρακτηριστική η περίπτωση του ασυμβίβαστου και τόσο σημαντικού Χάρη Μεγαλυνού, με πλήθος φανατικών αναγνωστών του έργου του, που επηρέασε (πρώτη εμένα!) και σημάδεψε τη γενιά «μας». Με αφορμή λοιπόν τον χειμαρρώδη Χάρη, θα μοιραστώ μια ανάμνηση: στο δώμα της οδού Θάλου, στην Πλάκα, στο εργαστήρι του ζωγράφου Μιχάλη Γεωργά, ο οποίος ακόμη και σήμερα με λίγους μπορεί να συγκριθεί, κάποιο απόγευμα του 1973 (ή του 1972), ο Γιώργος Σαββίδης, συμφωνώντας με τα σχόλιά μου για τον φίλο μου, εννοείται απόντα, στρέφεται στη συνοδό του: «Ποιητής, προικισμένο… πολύ προικισμένο παιδί!».

Ας σιωπήσω. Ας αμφισβητήσω και πάλι την αμφισβήτηση.

___________________________________

Ακολούθησα την ορθογραφία των ποιητών από τις πρώτες εκδόσεις των έργων τους.

 


Υποσημειώσεις[+]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή