Για να εξηγηθεί η επιθυμία του προπάππου μου να φύγει από την Ελαία, πρέπει να γυρίσουμε πολλά χρόνια πίσω και να πιάσουμε ένα άλλο νήμα της ιστορίας, με πρωταγωνίστρια τη Λένα την Παφίτισσα. Εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1870, ή στις αρχές της επόμενης, όταν δυνάμει ενός πελώριου μισθωτηρίου οι Άγγλοι λάμβαναν στην κατοχή τους ολόκληρη την Κύπρο, ο Γιαννάκης Λεπενίδης, ένας από τους καλύτερους εκτροφείς μεταξοσκώληκα της Ελαίας, που όμως είχε, όπως έλεγαν, ατυχήσει στην προσωπική του ζωή, έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και εκεί γνώρισε –εύκολο να το καταλάβει κανείς πια– τη Λένα την Παφίτισσα. Ο Γιαννάκης Λεπενίδης ήταν τότε σαράντα πέντε χρονών και η πρώτη του γυναίκα ήταν ένα λεπτεπίλεπτο, ασθενικό πλάσμα, που έπαιζε άρπα στην αυλή έξω από τα εκτροφεία του Γιαννάκη και πέθανε πανεύκολα στην επιδημία διφθερίτιδας του 1865. Επειδή ο Γιαννάκης Λεπενίδης θεωρούσε πως υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να καταστρέψει κανείς τη ζωή του, αποφάσισε να διαλέξει για δεύτερη σύζυγο μια εντελώς διαφορετική γυναίκα. Η Λένα η Παφίτισσα διακρινόταν κι εκείνη για την ομορφιά της, η ιδιοσυγκρασία της όμως ήταν εύθυμη και εξωστρεφής, ενώ έσκαγε από υγεία – λέγεται πως η γνωριμία του ζευγαριού έγινε σε μία ταβέρνα της Πάφου, όπου η Λένα συμμετείχε σε διαγωνισμό οινοποσίας με δέκα από τους άντρες θαμώνες του μαγαζιού, τους οποίους και κατατρόπωσε. Η Λένα ήταν η κόρη του ιδιοκτήτη της ταβέρνας. Το γεγονός ότι είχε περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέσα στα χαχανητά των πελατών που ξεσπούσαν σαν αστραπές ανάμεσα στις θηριώδεις πιρουνιές και τις ασύλληπτες ποσότητες κρασιού που κατέβαζαν, ακούγοντας χοντροκομμένα αστεία για κάθε καινούργια καμπύλη που σχηματιζόταν στο κορμί της υπό τα όμματα αυτού του άξεστου ακροατηρίου, την είχε σπρώξει αθόρυβα στη φωτεινή πλευρά της ύπαρξης. Γελούσε και φώναζε διαρκώς, ενώ τα χαρούμενα τραγούδια της ταξίδευαν κάθε βράδυ πάνω από τις ξύλινες τάβλες που γέμιζαν οι παχύσαρκοι και βρομοπόδαροι φίλοι του πατέρα της. Μόλις τη γνώρισε, ο Γιαννάκης κατάλαβε πως επρόκειτο για τον αντίποδα της πρώτης του γυναίκας – η πληθωρική παρουσία της, η σαρωτική κινητικότητα και ο τρόπος που είχε να γεμίζει τον αέρα γύρω της με ζωηρές χειρονομίες θα τον ανέσυραν από την τρύπα όπου τον είχε εγκλωβίσει, για σχεδόν μιάμιση δεκαετία, ο θάνατος της αγαπημένης του συζύγου.
Ο χρόνος κυλούσε στην Ελαία, με τους μεταξοσκώληκες να εκκολάπτονται, να εκτρέφονται, να κλαδώνονται, να ξεκλαδώνονται και να αποπνίγονται σε επικερδείς για τον Γιαννάκη Λεπενίδη κύκλους, την ίδια ώρα που η Λένα η Παφίτισσα φρόντιζε να εισβάλλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο μεγάλο υποστατικό των εκτροφείων και να απολαμβάνει μαζί του μικρές τονωτικές ενέσεις ηδονής. Αυτό συνέβαινε πολλές φορές και έξω από το υποστατικό, στην όμορφη αυλή όπου κάποτε αντηχούσαν μελαγχολικά αρπίσματα, αλλά τώρα οι μολόχες και οι αγριομαργαρίτες εμφανίζονταν συχνά άτσαλα πατημένες εδώ κι εκεί στο σχήμα του ξαπλωμένου κορμιού της Λένας. Ο γάμος έγινε στην Παναγία τη Χαρδακιώτισσα και στα επόμενα χρόνια ο Γιαννάκης και η Λένα απέκτησαν τέσσερις γιους, μοναδικό κοινό γνώρισμα των οποίων αποτελούσε το γεγονός ότι κανένας δεν έμοιαζε στον Γιαννάκη Λεπενίδη. Ένας έφερνε στον ταχυδρόμο, άλλος ήταν φτυστός ο φούρναρης και πάει λέγοντας. Το κουτσομπολιό, που στη μακρινή μου πατρίδα σχημάτιζε παραδοσιακά ένα δεύτερο, εξίσου κελαρυστό ρυάκι, που κυλούσε αόρατο πλάι στο ρέμα του Κεφαλόβρυσου, πήρε φωτιά, όπως αναμενόταν, και οι γυναίκες του χωριού οργανώθηκαν εναντίον της ξενοφερμένης τσούλας υπό το γενικό σύνθημα: Φυλάχτε τους άντρες σας.
Τώρα πια δεν είναι εύκολο να πει κανείς κατά πόσο ο Γιαννάκης Λεπενίδης έβλεπε αυτό που έβλεπαν όλοι οι υπόλοιποι, ή, αν το έβλεπε, κατά πόσο τον ενδιέφερε. Ο Γιαννάκης Λεπενίδης ήταν κλειστός άνθρωπος και κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς συνέβαινε μέσα του. Το σίγουρο είναι πως ο γάμος του με τη Λένα την Παφίτισσα είχε επιφέρει σοβαρές, ευδιάκριτες αλλαγές στη ζωή του, για τις οποίες ο ίδιος ήταν ευγνώμων. Κατ’ αρχάς, υπήρχαν οι ποικιλόμορφες σεξουαλικές απολαύσεις στις οποίες τον μυούσε. Έπειτα, όλα αυτά τα χρόνια που ζούσε με τη Λένα, ο Γιαννάκης Λεπενίδης είχε πάρει είκοσι κιλά. Η πρώτη του γυναίκα –τα μέλη της οποίας, σύμφωνα με τον τοπικό θρύλο, ήταν φτιαγμένα από το ίδιο το μετάξι που παρήγαν οι μεταξοσκώληκες του άντρα της– τον είχε εθίσει σε μια λιτή, σχεδόν ασκητική δίαιτα, την οποία δεν εγκατέλειψε ούτε μετά τον θάνατό της. Έτσι όταν ο σαρανταπεντάχρονος σηροτρόφος γνώρισε τη Λένα, το δέρμα του τσίτωνε τόσο πολύ πάνω στα προτεταμένα οστά του προσώπου του, ώστε με κάθε του έκφραση έδινε την εντύπωση πως κινδύνευε να σκιστεί. Όμως η Λένα η Παφίτισσα είχε μεγαλώσει σε ταβέρνα. Εκτός αυτού είχε μεγαλώσει και στην Πάφο. Τα φαγητά της, μαγειρεμένα πάντα με τις πιο σπάταλες και λιπαρές συνταγές, περιχυμένα με βαριές κόκκινες σάλτσες και στουμπωμένες με πιπέρια και μυρωδικά, αφού πρώτα φούσκωσαν τα μάγουλα του Γιαννάκη Λεπενίδη, στη συνέχεια του έδωσαν αυτή τη μόνιμη έκφραση μακαριότητας που επικάθισε πάνω στο παλιό του πρόσωπο σαν μάσκα. Έτσι, παρόλο που κανείς δεν μπορεί να πει αν αυτός ο γάμος έκανε τον Γιαννάκη Λεπενίδη εξυπνότερο, το σίγουρο είναι πως τον έκανε ευτυχέστερο. Η ευτυχία του μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν του αρκούσε πλέον να την κρατάει για τον εαυτό του – όφειλε να ξεφορτωθεί ένα μέρος της για να μπορέσει να αναπνεύσει. Παρότι παλιότερα είχε τη φήμη του τσιγκούνη, τώρα πια ενδιαφερόταν για τα δημόσια πράγματα και διέθεσε ένα κομμάτι της αποθησαυρισμένης περιουσίας του για να συμβάλει στην ανέγερση του Δημοτικού Σχολείου Ελαίας. Το γεγονός τον έβαλε σε μια λίστα με ευεργέτες που σώζεται μέχρι σήμερα, αυτό όμως ήταν το λιγότερο. Παροιμιώδης ήταν η γενναιοδωρία και η αγάπη που έδειχνε ο Γιαννάκης Λεπενίδης στη Λένα την Παφίτισσα, καθώς και στα παιδιά του – όλοι στο χωριό, ακόμα και οι γυναίκες που τη μισούσαν, δεν μπορούσαν παρά να το δεχτούν: Αυτή η γυναίκα είχε μεταμορφώσει τον Γιαννάκη. Αυτή η γυναίκα ήξερε να κάνει τους άντρες χαρούμενους.
Ένα βράδυ, ο Γιαννάκης Λεπενίδης κάθισε στο καφενείο του Κεφαλόβρυσου και πάνω σε μια συζήτηση για το κεφαλαιώδες εκείνη την εποχή ζήτημα του καθαρισμού των υδάτων από τις σβουνιές των αγελάδων, διαφώνησε με κάποιον. Ο Γιαννάκης αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσαν να συνεχίσουν να δίνουν στα παιδιά τους νερό που είχε μέσα σκατά. Το επιχείρημά του φάνηκε λογικό στην ομήγυρη, οπότε ο άλλος, για να τον πικάρει, του υπενθύμισε πως δεν θα ʼπρεπε να είναι τόσο σίγουρος ότι τα παιδιά του ήταν δικά του. Η ολοκληρωτική απουσία έκπληξης από το πρόσωπο του Γιαννάκη Λεπενίδη έκανε τους πάντες να καταλάβουν πως όλο αυτό τον καιρό είχε υπόψη του τις φήμες. Μια πρόσκαιρη σκιά εμφανίστηκε στο χαμόγελό του, ύστερα όμως ο Γιαννάκης Λεπενίδης έδωσε την εξής θρυλική απάντηση: «Φίλε, είναι δικά μου. Μήπως εγώ δεν τα μεγαλώνω;». Λίγες μέρες αργότερα, ο Γιαννάκης Λεπενίδης βρέθηκε νεκρός μέσα στο εκτροφείο του, με το μούτρο του πεσμένο πάνω στα κουκούλια, καλυμμένο με ένα λεπτό στρώμα μεταξιού. Η Λένα η Παφίτισσα, με δάκρυα στα μάτια, αφαίρεσε αυτό το πρώιμο σάβανο από το πρόσωπό του, ενώ λίγες ώρες αργότερα οι κουτσομπόλες του χωριού την εκδικήθηκαν διαδίδοντας ότι η μύτη του Γιαννάκη Λεπενίδη ήταν ήδη μισοφαγωμένη από τους μεταξοσκώληκες όταν τον βρήκε. Ο γιατρός διέψευσε αυτές τις τερατολογίες και ταυτόχρονα έδωσε και την επίσημη αιτία του θανάτου: Έμφραγμα. Η καρδιά του Γιαννάκη Λεπενίδη δεν είχε αντέξει την ευωχία της παφίτικης κουζίνας ή δεν είχε αντέξει την ευτυχία του, ή ίσως δεν είχε αντέξει τη δυστυχία και τις αμφιβολίες του, αφού ο Γιαννάκης Λεπενίδης ήταν κλειστός άνθρωπος και κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά τι ακριβώς συνέβαινε μέσα του.
Ο θάνατός του άφησε τη Λένα την Παφίτισσα να τα βγάλει πέρα μόνη της στο ζοφερό τοπίο που διαμόρφωνε η εκπληκτική ομοιότητα των παιδιών της με διάφορους κατοίκους της Ελαίας. Άλλο ένα πρόβλημα ήταν το μένος με το οποίο την αντιμετώπιζαν τα μεγάλα κεφάλια του τοπικού κουτσομπολιού. Λέγεται πως στην κηδεία, την ώρα που οι τέσσερις γιοι του Γιαννάκη Λεπενίδη έκλαιγαν πάνω από το κλειστό φέρετρο εκείνου που θεωρούσαν πατέρα τους, η Ελλού Χατζηγιώργη, μια πραγματική λαϊκή βιρτουόζος της ειρωνείας, πλησίασε τα ορφανά, χάιδεψε τα κεφάλια τους και χρησιμοποίησε τα εξής λόγια για να τα παρηγορήσει: «Μην κλαίτε, παιδάκια μου. Εδώ είναι ο πατέρας σας, δεν πέθανε. Ζει ο πατέρας σας». Και μπορεί το δεύτερο επίπεδο του σχολίου να μην έγινε αντιληπτό από τα συγκλονισμένα ορφανά –που ήταν τότε από τριών έως δεκατεσσάρων ετών–, δεν συνέβη όμως το ίδιο και με το υπόλοιπο χωριό. Τέσσερα πολύ συγκεκριμένα αντρικά κεφάλια γύρισαν από την άλλη πλευρά, προσπαθώντας να αποκρύψουν έστω και στιγμιαία τα χαρακτηριστικά τους, ενώ οι κάτοχοί τους αναλογίζονταν πιθανότατα τους βασανιστικότερους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να δολοφονήσουν την Ελλού Χατζηγιώργη. Όλοι οι υπόλοιποι όμως ήταν με το μέρος της και σκέφτονταν: Να αγιάσει το στόμα της.
Η Λένα η Παφίτισσα συνειδητοποίησε πως τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα στην Ελαία χωρίς τον Γιαννάκη Λεπενίδη. Προς στιγμήν σκέφτηκε να τα παρατήσει – να πάρει τα παιδιά της και να επιστρέψει στον πατέρα της, που την περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Στη συνέχεια όμως, το περίφημο παφίτικο πείσμα της πήρε ξανά τα ηνία και η Λένα η Παφίτισσα αποφάσισε να μείνει – δεν θα άφηνε ένα μάτσο χωριάτισσες με λιπόσαρκα πόδια και τσιγκελωτό μουστάκι να τη νικήσουν. Οι τακτικές της δεν ήταν πάντα ορθόδοξες. Άρχισε να υιοθετεί περίεργα κουρέματα και ιδιόρρυθμες ενδυματολογικές επιλογές για τους γιους της, με σκοπό να τραβάει την προσοχή από την ομοιότητά τους με συγκεκριμένους κατοίκους του χωριού. Πούλησε το σηροτροφείο και δαπάνησε μέρος του αντιτίμου προκειμένου να ανοίξει στον δρόμο προς το διπλανό χωριό μια ταβέρνα στα πρότυπα αυτής στην οποία είχε μεγαλώσει. Οι ευωδιαστοί καπνοί από τα οφτά και τα καπνισμένα κρέατα που στροβιλίζονταν κάθε απόγευμα πάνω από το πετρόχτιστο οίκημα απηύθυναν ένα ανοιχτό κάλεσμα προς τους κατοίκους των γύρω χωριών, αλλά και προς τους περαστικούς, που όλο και συχνότερα σταματούσαν για ένα χορταστικό γεύμα στης Παφίτισσας. Η φήμη της έφτασε μέχρι τα περίχωρα της Λευκωσίας και πολύ σύντομα οι άντρες της περιοχής άρχισαν να αψηφούν τις απειλές των γυναικών τους και να κατακλύζουν το ξυλεπένδυτο εσωτερικό της ταβέρνας, παρόλο που η Λένα η Παφίτισσα ήταν τώρα πια πολύ πιο επιφυλακτική στις συναναστροφές μαζί τους – αν φυσικά μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε αξιοπιστία στις σχετικές μαρτυρίες. Ώσπου, δύο χρόνια αργότερα, η Λένα ερωτεύτηκε ξανά. Ερωτεύτηκε έναν άντρα έξι χρόνια νεότερό της – η Λένα ήταν τότε τριάντα τρία, αλλά οι περαστικοί που κάθονταν στην ταβέρνα της για ένα ποτηράκι τη διαβεβαίωναν ότι δεν έδειχνε πάνω από είκοσι. Ο νεαρός λεγόταν Τάσος και δούλευε εργάτης στις σήραγγες που έσκαβαν οι Άγγλοι στον Πενταδάχτυλο, ελπίζοντας ακόμα εκείνη την εποχή ότι θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τους υποτιθέμενους υδροφόρους ορίζοντες κάτω απ’ τον ασβεστόλιθο του Πενταδάχτυλου. Φυσικά τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά, ενώ τα έργα διακόπτονταν κάθε τόσο λόγω δυσκολιών στη χρηματοδότηση. Κάθε βράδυ ο Τάσος, μετά από δουλειά δώδεκα ωρών, κατέληγε στην ταβέρνα της Λένας –όπου πολλά βράδια κοιμόταν κιόλας– και μερικές φορές τον συνόδευε και ο Άγγλος εργοδηγός του, με τον οποίο πολύ σύντομα έγιναν φίλοι. Όταν ο τελευταίος αποφάσισε να φύγει για να επιτηρήσει αντίστοιχα, αλλά πολύ μεγαλύτερης κλίμακας έργα στην Αίγυπτο, πρότεινε στον Τάσο να τον ακολουθήσει και εκείνος δέχτηκε. Ο γάμος της Λένας και του Τάσου έγινε στο ξωκκλήσι του Αγίου Φανουρίου στην Πιτιλιά και επειδή οι συνθήκες άκρας μυστικότητας ήταν κάτι που δεν υπήρχε εκείνη την εποχή στη μακρινή μου πατρίδα, το γεγονός μαθεύτηκε γρήγορα και σχολιάστηκε από την Ελλού Χατζηγιώργη ως εξής: «Τι της βρήκε, τι της βρήκε – χρυσό μουνί της βρήκε. Κρίμα το παιδάκι». Όμως η γνώμη αυτών των γυναικών πολύ λίγο ενδιέφερε πλέον τη Λένα την Παφίτισσα, που μερικές εβδομάδες αργότερα έφυγε θριαμβευτικά από την Ελαία μαζί με τον Τάσο και τα παιδιά της, πρώτα για την Αίγυπτο, και τρία χρόνια αργότερα για την Αμερική – όπως μέσα από ένα περίπλοκο δίκτυο πληροφόρησης έγινε γνωστό στο χωριό.
⸙⸙⸙
[Απόσπασμα από αδημοσίευτη νουβέλα.]

