Αφορμή για να ξεκινήσω να καταγράφω -αρχικά εντυπωσιακά βαρετές βιωματικές ιστορίες κι ύστερα, σταδιακά, περισσότερο μυθοπλαστικές- ήταν η καθηγήτρια σεναρίου στην Σταυράκου -και παράλληλα συγγραφέας- η Κάλλια Παπαδάκη. Σε ένα από τα διαλείμματα, στο μάθημα του σεναρίου, με είχε ρωτήσει αν έχω σκεφτεί να προσπαθήσω κάτι πιο λογοτεχνικό. Της απάντησα «φυσικά και όχι». Τότε με παρότρυνε να δοκιμάσω να γράψω ένα διήγημα και να της το στείλω. Το έκανα. Ύστερα από αυτό με παρότρυνε να γράψω περισσότερα και να τα στείλω εκ νέου. Κι έτσι, από το επόμενο email, προέκυψε και η νουβέλα.
Μετέπειτα παρακολούθησα μαθήματα δημιουργικής γραφής και συγκεκριμένα τον κύκλο διηγήματος με τον Μισέλ Φάις. Πολύτιμη, όμορφη και εποικοδομητική εμπειρία, που συστήνω ανεπιφύλακτα σε όποιον αναζητά μια πρώτη επαφή( και όχι μόνο). Μ΄ έφερε σε δημιουργική επαφή με σημαντική βιβλιογραφία που δεν γνώριζα, αλλά και με τα ποιοτικά κείμενα των ομοτράπεζων.
Από λογοτεχνικές επιρροές θα ήθελα να έχω επηρεαστεί από τον Σαμ Σέπαρντ, τον Ρ. Καρβερ και τον Τζον Μπάνβιλ. Θα ήθελα.
Όμως, νομίζω το πρώτο βιβλίο που μου άλλαξε την οπτική προς την λογοτεχνία ήταν το μυθιστόρημα Η πόλη και η σιωπή του Κ. Τζαμιώτη. Υπήρχαν αλλά αναγνώσματα προηγουμένως, κυρίως αμερικάνικης λογοτεχνίας, που με είχαν ενθουσιάσει και τα είχα θαυμάσει περισσότερο, αλλά νομίζω αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που μου έδειξε πως η λογοτεχνία δεν είναι αναγκαστικά κάτι απόμακρο και μακρινό, πως δεν καταφτάνει μονάχα από μακρινές ηπείρους και σπάνιους χαρακτήρες. Μπορεί να υπάρξει και στην Συγγρού, στην Πατησίων και να ακολουθεί την καθημερινότητα ενός ταξιτζή. Με βοήθησε να αντιληφθώ την λογοτεχνία σαν κάτι απτό και κοντινό, να δω ότι μπορεί να προκύψει από χαρακτήρες που συνυπάρχουμε στο ίδιο βαγόνι του μετρό.
Όσον αφορά την έκδοση του βιβλίου, δεν μπορώ να πω ότι συνάντησα ιδιαίτερες δυσκολίες. Μίλησα μόνο με τον εκδοτικό, απ’ όπου και τελικώς κυκλοφόρησε το βιβλίο, η επικοινωνία και η συνεργασία ήταν εξαιρετικά ομαλή κι εύκολη, όποτε όχι, δεν μπορώ να πω ότι συνάντησα δυσκολίες. Είμαι ικανοποιημένος από την πορεία του βιβλίου, αν και συνειδητοποιώ ότι το τακτικό, αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα είναι αρκετά περιορισμένο. Αρκετοί φίλοι που το αγόρασαν μου παραδέχθηκαν πως έχουν χρόνια να διαβάσουν -πόσο μάλλον να αγοράσουν οι ίδιοι- κάποιο βιβλίο. Οπότε, προσωπικά, δεν με προβληματίζει ότι το Patriot δεν πούλησε 20 χιλιάδες αντίτυπα, αλλά ότι δεν παρατηρώ άλλα αξιόλογα, ελληνικά βιβλία να συγκεντρώνουν τέτοιο αριθμό αναγνωστών. Αν υπάρχουν αναγνώστες εκεί έξω, εσύ καλείσαι να τους προσεγγίσεις και αυτό σε κινητοποιεί, σε βελτιώνει. Αν δεν υπάρχουν;
Νομίζω ότι λόγω έλλειψης πείρας και γνώσεων δεν έχω την ικανότητα να κάνω καμία αποτίμηση στην λειτουργικότητα της κριτικής στην Ελλάδα. Πρόσφατα άρχισα να παρακολουθώ και να διαβάζω συστηματικά μερικούς Έλληνες κριτικούς. Σαν γενικότερη εντύπωση το μόνο που μπορώ να πω είναι πως δεν περίμενα τόσο μεγάλο αριθμό και ούτε ανάλογη ενέργεια και πρόθεση κατανόησης και ερμηνείας, είτε από πιο παραδοσιακά μέσα, όπως ο Τύπος, είτε από περισσότερο ερασιτεχνικά, όπως διάφορα blogs.
Αυτόν τον καιρό -σχεδόν εδώ και ένα χρόνο- προσπαθώ μια ιστορία μεγάλης φόρμας, που προέκυψε πολύ μεγάλης φόρμας, λόγω της φλυαρίας μου. Όποτε έχει αρκετό δρόμο μπροστά της, πολλές ώρες στο γραφείο και αρκετούς φρέντο. Ακόμη, επειδή καταπιάνεται με ένα θέμα της επικαιρότητας -αν και μάλλον συνιστά διαχρονικά επίκαιρο ως φαινόμενο- υπάρχει πάντα ο κίνδυνος και η προσπάθεια αποφυγής ενός κειμένου ρεπορταζιακού χαρακτήρα, αλλά και η ηχηρή υπενθύμιση ότι η πραγματικότητα καμιά φορά μπορεί να υπερβαίνει την μυθοπλασία.
