Η λογοτεχνία για μένα είναι η πιο ευχάριστη εκδοχή της καθιστικής παράδοσης μαζί με τις βεγγέρες που στήνουμε καμιά φορά σε μπαρ και σε καφενεία με φίλους· είναι τρόπος ζωής. Δεν την αντιλαμβάνομαι ως μια στείρα ανάμνηση των αναγνωστικών μου επιδράσεων, αλλά περισσότερο σα μια διαρκή αναζήτηση, έναν επ’ άπειρο πειραματισμό. Κατά τη διάρκεια των νομικών σπουδών μου διαπίστωσα πως η νομική γλώσσα διέπεται από μια αναγκαία για τη δικαιϊκή οργάνωση της κοινωνίας σταθερότητα και μονιμότητα στις ερμηνείες και στα μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης. Τότε συνειδητοποίησα πως ανέκαθεν μου ασκούσε έλξη το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, η λογοτεχνική χρήση της γλώσσας. Με συγκινούσε η σκέψη του Μπάρτ που έλεγε πως η λογοτεχνία από τον Φλωμπέρ και μετά αποτελεί την προβληματική της γλώσσας, το πάθος για τη γλώσσα. Αντίστοιχα, με συγκινούσε και η θεωρία των φορμαλιστών, η άποψή τους πως η λογοτεχνία αποτελεί επί της ουσίας την οργανωμένη βία στη συμβατική γλώσσα και στον τυπικό λόγο.
Κάθε φορά που η συζήτηση στρέφεται γύρω από το περιβόητο γιατί της γραφής, δηλαδή για ποιο λόγο γράφουμε -ειδικά από την στιγμή που τα πάντα έχουν ειπωθεί και το τέλος της λογοτεχνίας είναι προ των πυλών, αφού ο αριθμός των αναγνωστών ολοένα μειώνεται- μου έρχεται στο μυαλό ο ισχυρισμός του Λίχτενμπεργκ πως «πρέπει οπωσδήποτε να γράφω, για να μαθαίνω να εκτιμώ την έκταση του χάους που βασιλεύει μέσα μου». Από αυτήν την άποψη, η γραφή με βοηθά να προσπαθώ, έστω και ματαίως, να υπερβώ τον εαυτό μου. Αυτό προκύπτει, επειδή, μεταξύ άλλων, η λογοτεχνία λειτουργεί και ως οιονεί φιλοσοφία, σε κάνει να βλέπεις τη ζωή με άλλο μάτι, ασκώντας μια έμμεση κριτική στο έλλογο, και θέτοντας μια επερώτηση ως προς το τι σημαίνει να υπάρχεις τελικά, γιατί να υπάρχεις;
Σχετικά με τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή στη χώρα μας, παρατηρώ πως ειδικά ο τομέας της πεζογραφίας παρουσιάζει κάποια πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά τα τελευταία χρόνια. Το ευρύ πεδίο των αναγνωστικών επιδράσεων φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο υπέρ της κατανάλωσης μεταφρασμένης και ξενόγλωσσης λογοτεχνίας παρά εγχώριας. Με απλά λόγια, είναι πιθανότερο ένας νέος συγγραφέας να ισχυρίζεται πως τον έχει επηρεάσει ο Πύντσον, παρά ο Τσίρκας. Στα ελληνικά πεζογραφήματα οι επιρροές από την ξένη λογοτεχνία (κυρίως αμερικανική και αγγλόφωνη) είναι εμφανείς και ενίοτε καλοχωνεμένες. Τα στοιχεία της μοντερνιστικής γραφής συμπλέουν με αυτά της μεταμοντέρνας, καθώς κυριαρχούν, αφενός ο εσωτερικός μονόλογος και η συνειδησιακή ροή, οι διαλείψεις, οι αναστοχασμοί, ο ταυτοχρονισμός, η κατάργηση των αυστηρών χωροχρονικών ορίων, οι αποσπασματικές ενδείξεις και οι συνειρμικές μεταβάσεις, και αφετέρου η έλλειψη διακριτών χαρακτήρων, η δυσκολία να στηθεί μια αυστηρή πλοκή, και η αδυναμία να ειπωθεί μια ιστορία με τον κλασικό τρόπο αφήγησης της αρχής-μέσης-τέλους που διδάσκει η αριστοτελική φιλοσοφία.
Όλα αυτά τα δυνατά και αδύναμα σημεία της εγχώριας πεζογραφίας, δεν μπορούν να ιδωθούν έξω από το κοινωνικό πεδίο, διότι οι συγγραφείς ζουν και δημιουργούν σε έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενο, όπου υπονομεύονται οι απόπειρες ταυτοτικών συγκροτήσεων, με αποτέλεσμα αυτή η ρευστότητα να διαποτίζει αναπόφευκτα και τα έργα. Οι συγγραφείς δεν δυσκολεύονται μόνο να αυτοπροσδιοριστούν ως τέτοιοι, αλλά και ως μέλη μιας κοινότητας με συγκεκριμένη (πολιτική) ταυτότητα και προσανατολισμό. Αυτή η συνθήκη μπορεί να είναι απελευθερωτική ή/και να οδηγεί σε έναν ανυπόφορο δημιουργικό αυτοεκγλωβισμό. Για αυτό πολλοί λογοτέχνες με αξιόλογες πρώτες εκδόσεις, υποχωρούν στα επόμενα εκδοτικά βήματα ή εγκαταλείπουν την ενασχόληση με τη συγγραφή. Δεν είναι εύκολο να μιλήσουν ούτε για τον εαυτό τους ούτε για την εποχή τους.
Φυσικά αυτό για να γίνει θέλει μεγάλη μαεστρία. Δεν μπορείς να πεις θα γράψω κάτι που να μιλάει για την εποχή μου ή για μια οποιαδήποτε εποχή και το οποίο να παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και ως μορφή και ως ύφος. Στον εκδοτικό χώρο, νομίζω μια τέτοια σημαντική κατάκτηση υπήρξε το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Από εκεί και πέρα, η διαρκής απογοήτευση για τα κοινά, ως ακόμη ένα χαρακτηριστικό της εποχής, οδηγεί στην αναδίπλωση του ατόμου στην ιδιωτική ζωή, με αποτέλεσμα να ανθεί μια λογοτεχνία αφόρητα κλεισμένη σε έναν εντελώς αδιάφορο μικρόκοσμο, στα όρια του κουτσομπολιού και της ακαλαισθησίας. Ένα αδιανόητα ελεεινό επίπεδο καλλιτεχνικού εγωισμού σημαδεύει πολλούς συγγραφείς, με συνέπεια την απουσία ειλικρινών συναισθημάτων απέναντι στη συγγραφική δραστηριότητα, και την υιοθέτηση μιας εσωστρεφούς ταυτότητας, αντίστοιχης με αυτή που με (μια ακόμη) αφορμή, την εξάπλωση του covid, κυριαρχεί στους πολίτες των περισσότερων κρατών ανά τον κόσμο.
Πρόκειται για μια ταυτότητα στηριγμένη σε ρατσιστικά και ξενοφοβικά συναισθήματα. Υπάρχουν δημιουργοί που αντιστέκονται σε αυτήν την τάση και μέσα από τη λογοτεχνία, αλλά και μέσα από άλλες πολύ ενδιαφέρουσες μορφές τέχνης, όπως για παράδειγμα το χιπ χοπ που στη χώρα μας έχει χαράξει μια εξαιρετική πορεία. Από την άλλη πλευρά, είναι ενδεικτικό ότι την ίδια στιγμή που ισχυριζόμαστε πως το σημαντικότερο λογοτεχνικό γεγονός των τελευταίων ετών στην Ελλάδα είναι η άνθιση της πεζογραφίας, αδυνατούμε να φέρουμε στο μυαλό μας παραπάνω από τρία ή πέντε μυθιστορήματα που θα μπορούσαν να σταθούν στον εκδοτικό χώρο ως αντιπροσωπευτικά του όρου ‘μητροπολιτικό μυθιστόρημα’. Ενδεικτικά παραδείγματα νομίζω πως αποτελούν η Μοναδική οικογένεια του Λευτέρη Καλοσπύρου, και η Καινούργια Μέρα του Νίκου Χρυσού.
Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από το ακατάσχετο name dropping καλών βιβλίων στην Ελλάδα, νομίζω πως η σύγχρονη πεζογραφία φωτογραφίζει την εποχή της, ακόμη και αν δεν ασχολείται καθόλου με αυτήν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια συνέντευξη του Θοδωρή Αγγελόπουλου για το περιοδικό «Αίτιον» το 2008 όπου αναφέρει πως
«νομίζω ότι το βλέμμα μου είναι ελληνικό. Ίσως για αυτό να είναι και παγκόσμιο. Όταν μιλάει κανείς για μια χώρα με έναν τρόπο που δεν είναι αποκλειστικός, μιλάει για κάτι περισσότερο από μία χώρα. Ο Όμηρος για παράδειγμα, μιλά για μια ιστορία που αφορά την Ελλάδα, αλλά στην πραγματικότητα φτιάχνει μια ιστορία του κόσμου»
και σκέφτομαι πως αυτό ίσως αποτελεί την πιο ουσιαστική πρόκληση για τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.
