Γίνεται συχνά λόγος για το πόσο ανεπαρκής είναι η διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων στο σχολείο. Το ακούγαμε από παλιά, πριν φουντώσει η συζήτηση για την υποβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών. Βλέποντας πώς εξετάζονται τέτοια μαθήματα σ’ ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα, μπορεί κανείς να βγάλει κάποια συμπεράσματα για το πώς διδάσκονται.
Κάποια προκαταρκτικά. Στη Γαλλία, η είσοδος στο λύκειο είναι σημαντική στιγμή. Εκεί γίνεται ένας πρώτος διαχωρισμός ανάμεσα σ’ αυτούς που έγιναν δεκτοί στο Γενικό Λύκειο με την προοπτική να κάνουν πανεπιστημιακές σπουδές, και σ’ όσους προωθήθηκαν στο Επαγγελματικό ή στο Τεχνικό Λύκειο. Υπάρχει κατάταξη των λυκείων με κριτήριο τα ποσοστά επιτυχίας στις τελικές εξετάσεις και, γενικότερα, τα ποσοστά υψηλής βαθμολογίας, αλλά και το κατά πόσο καταφέρνει κάθε λύκειο να βοηθήσει τους πιο αδύναμους μαθητές του να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους από χρονιά σε χρονιά. Δεν μπορεί να αποκτήσει κανείς τον τίτλο «Baccalauréat», το απολυτήριο λυκείου, και να περάσει στο πανεπιστήμιο με μέσο όρο χαμηλότερο από 10/20, και οι βαθμοί δεν δίνονται με ευκολία.
Στα θετικά προσμετρώ το ότι το πρόγραμμα των τριών τάξεων του λυκείου προσφέρει μια γενικότερη παιδεία και δεν αποτελεί προπαρασκευή για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Η έννοια του φροντιστηρίου, όπως την ξέρουμε στην Ελλάδα, δεν υφίσταται, ούτε συνηθίζονται τα ιδιαίτερα μαθήματα. Δεν κάνουν λοιπόν φροντιστήριο οι μαθητές του γυμνασίου για να μπουν σε καλό λύκειο; Κατά κανόνα όχι. Άλλωστε δεν υπάρχει οργανωμένο σύστημα παραπαιδείας. Ακόμη προκηρύσσεται κάθε χρόνο διαγωνισμός πρόσληψης καθηγητών στο δημόσιο (πρόκειται για μια σειρά από γραπτές και προφορικές εξετάσεις), και κάθε χρόνο διορίζονται οι επιτυχόντες, που μονιμοποιούνται εφόσον περάσουν τις επιθεωρήσεις (και είναι κάμποσες) της πρώτης «δοκιμαστικής» χρονιάς. Οι μαθητές γενικά επιλέγουν το λύκειό τους με κριτήρια γεωγραφικά, εκτός κι αν ενδιαφέρονται για κάποιο λύκειο μεγάλου κύρους ή με πρόγραμμα που θα τους επιτρέψει να ενσωματώσουν κάποια από τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα: αθλητισμό, μουσική, δεύτερη μητρική γλώσσα στις διεθνείς τάξεις κ.ά.
Υπάρχουν τρία μαθήματα «ειδικότητας» με υψηλό συντελεστή στη Β’ λυκείου, και οι υποψήφιοι κρατούν δύο απ’ αυτά στη Γ’ λυκείου. Οι συνδυασμοί είναι ελεύθεροι. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να επιλέξει μαθηματικά, φυσική και αγγλόφωνη λογοτεχνία (έχω αρκετούς τέτοιους μαθητές στην αγγλόφωνη λογοτεχνία στη Β’ λυκείου) και να κρατήσει στην τελευταία τάξη τα μαθηματικά και τη φυσική (ή άλλο συνδυασμό). Ή να συνδυάσει την ιστορία (Ιστορία, Γεωγραφία, Γεωπολιτική και Πολιτικές Επιστήμες, είναι ο τίτλος μακρινάρι) με τις κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες και τα μαθηματικά (κοινά για όλους, με τη δυνατότητα να προσθέσει κανείς πιο εξειδικευμένα μαθηματικά) ή με το μάθημα «βιολογία και γεωλογία». Κάποια λύκεια, όπως το δικό μου, προσφέρουν κι άλλα μαθήματα ειδικότητας, όπως Σινεμά. Για την εισαγωγή στα γαλλικά ΑΕΙ έχει μεγαλύτερη σημασία η συνολική εικόνα (που βασίζεται στη γενική επίδοση κατά τα τελευταία δύο χρόνια και στα «προγνωστικά» που δίνει το λύκειο για τον κάθε μαθητή, όπως και στην κατάταξη του ίδιου του λυκείου) από τους τελικούς βαθμούς στις εξετάσεις του Ιουνίου. Οι μαθητές δεν «περνάνε» σε μία σχολή, αλλά σε πολλές ταυτόχρονα (σε όσες τους δεχτούν), για να επιλέξουν τελικά οι ίδιοι τη μία. Οι σχολές που θα απορρίψει ένας υποψήφιος «ανοίγουν» για τον αμέσως επόμενο στην κατάταξη των υποψηφίων.
Υποχρεωτικά μαθήματα για όλους, με τον ίδιο υψηλό συντελεστή, είναι τα γαλλικά (με γραπτή και προφορική εξέταση στο τέλος της Β’ λυκείου) και η φιλοσοφία (με γραπτή εξέταση στο τέλος της Γ’ λυκείου). Ας σημειωθεί πως τόσο τα λατινικά όσο και τα αρχαία ελληνικά έχουν γίνει μαθήματα επιλογής για λίγους ενδιαφερόμενους, που τα προσθέτουν στα μαθήματα «κορμού». Ωστόσο, το να έχεις επιλέξει ένα τέτοιο μάθημα είναι ένα στοιχείο που θα παίξει θετικό ρόλο όταν ο «φάκελός» σου φτάσει στα χέρια του πανεπιστημιακού διδακτικού προσωπικού που αναλαμβάνει τον τελικό γύρο της κατάταξης των υποψηφίων.
Για την απόκτηση του «Baccalauréat», οι μαθητές θα μελετήσουν ποίηση, πρόζα, θέατρο και δοκίμιο. Κάθε χρόνο προτείνονται τρία (πλήρη) κείμενα για το κάθε είδος, και επιλέγουν οι διδάσκοντες τι θα διδάξουν. Φέτος, για παράδειγμα, στην πεζογραφία κάποιοι μαθητές μελέτησαν έργο του Μπαλζάκ, άλλοι έργα της Colette, ενώ άλλοι πάλι τη Μανόν Λεσκώ. Το ίδιο και στην ποίηση, όπου κάποιοι διδάχθηκαν Ρεμπώ, άλλοι Φρανσίς Πονζ, κι άλλοι πάλι το πρόσφατο ποιητικό έργο Τα δάση μου της σύγχρονης Καναδέζας Ελέν Ντοριόν. Τα ίδια ισχύουν και για το θέατρο (που περιλαμβάνει πάντα ένα έργο του Μολιέρου) και για το δοκίμιο. Ελπίζει κανείς πως κάτι απ’ όλα θα κινήσει την προσοχή των μαθητών, αν όχι η επιλογή στην πεζογραφία, τουλάχιστον η επιλογή στην ποίηση ή στο θέατρο. Αν πάλι σε κάποιους δεν αρέσουν τα κείμενα που επέλεξε ο καθηγητής τους, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό. Έχουν όμως τη δυνατότητα στη γραπτή εξέταση στο τέλος να μην επιλέξουν το δοκίμιο («dissertation», με θέματα που αφορούν τα διδαγμένα κείμενα από ένα λογοτεχνικό είδος) και να κάνουν σχολιασμό («commentaire») αποσπάσματος από άγνωστο κείμενο, που θα συνδέεται ωστόσο με οικεία, «δουλεμένη» θεματική. Για την προφορική εξέταση, οι υποψήφιοι προετοιμάζουν άλλα κείμενα (αυτή τη φορά αποσπάσματα –από είκοσι που ήταν πέρυσι, φέτος έγιναν δεκάξι), και εξετάζονται από έναν μόνο εξεταστή τόσο σε γνωστό απόσπασμα, όσο και σε λογοτεχνικό έργο «εκτός ύλης» που επέλεξαν να διαβάσουν οι ίδιοι, και που καλούνται να το παρουσιάσουν και να το συζητήσουν με την εξετάστρια (ή εξεταστή) που ενδεχομένως δεν το γνωρίζει.
Πέρα από το ότι υποχρεώνεται να διαβάσει μερικά βιβλία, τι μαθαίνει μια μαθήτρια (ή ένας μαθητής) στο γαλλικό Γενικό Λύκειο στα φιλολογικά μαθήματα; Είναι πραγματικά σε θέση να γράψει δοκίμιο με συγκεκριμένες αναφορές στο έργο που μελέτησε, δείχνοντας ότι μπορεί να δομήσει τις σκέψεις της και να εκφραστεί με επάρκεια, όπως και ότι διαθέτει μια ευρύτερη παιδεία; Ή θα παπαγαλίσει σημειώσεις που της έδωσε η καθηγήτριά της ή, ακόμα χειρότερα, κάποιο «πασπαρτού» κείμενο που συνέθεσε το ChatGPT; Υποθέτω ότι τα γραπτά καλύπτουν μια ευρεία γκάμα, ξεκινώντας από αυθεντικά εντυπωσιακά δοκίμια και καταλήγοντας σε απαντήσεις που βασίστηκαν σε αποστήθιση και παπαγαλία. Θέλω να πιστεύω πως και οι βαθμοί αντανακλούν με αρκετή ακρίβεια την ποιότητα των γραπτών.
Οι φιλόλογοι είναι κι εδώ απαισιόδοξοι, αν και το μάθημα της λογοτεχνίας δεν έχει απαξιωθεί. Οι «παλιοί» λένε πως το επίπεδο έχει πέσει πολύ, άλλωστε γίνονται πλέον δεκτά στην ανώτατη εκπαίδευση μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού απ’ ό,τι παλαιότερα. Όμως ένα σημαντικό μέρος των εισαγομένων δεν θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, όπως θα δούμε παρακάτω. Πολλά «στραβά» υπάρχουν στο σύστημα. Πέρα από το ότι το επάγγελμα του καθηγητή έχει χάσει το κύρος που είχε για τις προηγούμενες γενιές (κυρίως γιατί μισθολογικά δεν αμείβεται όπως θα έπρεπε), οι συνθήκες δεν είναι εύκολες, ακόμα και για τους τυχερούς που διδάσκουν στα μεγάλα λύκεια. Στη δημόσια εκπαίδευση, ένας φιλόλογος συχνά δουλεύει με τάξεις 35+ μαθητών και έχει στη διάθεσή του πέντε διδακτικές ώρες τη βδομάδα, εκ των οποίων μόνο τη μία θα βρεθεί με μικρό γκρουπ (με χωρισμένη την τάξη σε δυο ομάδες). Κι εδώ τα παιδιά δυσκολεύονται να γίνουν αναγνώστες και κατά τα φαινόμενα διαβάζουν πολύ λιγότερο απ’ όσο οι προηγούμενες γενιές.
Πώς όμως διδάσκεται η λογοτεχνία στο Γενικό Λύκειο; Ένα από τα μαθήματα ειδικότητας που μπορούν να επιλέξουν οι μαθητές στο τέλος της Α’ Λυκείου επιγράφεται Γλώσσα, Λογοτεχνία και Πολιτισμός (πρόκειται για τη λεγόμενη αγγλόφωνη λογοτεχνία). (Μα μιλάνε οι Γάλλοι αγγλικά; θα ρωτήσουν κάποιοι. Οι νέοι Γάλλοι, ναι, και τα μαθαίνουν στο σχολείο ή πάντως όχι στο φροντιστήριο –θετικό ρόλο έχει παίξει σίγουρα και το Netflix. Εδώ και αρκετά χρόνια λειτουργούν και οι λεγόμενες ευρωπαϊκές τάξεις. Προσφέρουν τέσσερις ώρες αγγλικών την εβδομάδα, μία από τις οποίες αφιερώνεται στη διδασκαλία κάποιων κεφαλαίων της ιστορίας στα αγγλικά.) Το πρόγραμμα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας περιλαμβάνει δύο (ή τρία) πλήρη κείμενα (επιλογή του καθηγητή από τις προτάσεις του υπουργείου, φέτος για παράδειγμα, Edgar Allan Poe, Margaret Atwood, Paul Auster, Hanif Kureishi, Arundhati Roy) και μία κλασική ταινία (για παράδειγμα, Stanley Kubrick, Sidney Lumet). Οι καθηγητές μπορούν να καταρτίσουν μόνοι τους την υπόλοιπη ύλη, που πρέπει όμως να κινείται γύρω από καθορισμένες θεματικές, όπως «Έκφραση και Οικοδόμηση του Εαυτού» ή «Ταξίδια, Εδάφη, Σύνορα». Οι μαθητές μαθαίνουν να εντοπίζουν ιδέες και θέματα σε κείμενα και σε άλλου είδους ντοκουμέντα, και να τα σχολιάζουν προφορικά και γραπτά. Στον γραπτό λόγο μαθαίνουν να συνδυάζουν διακριτά θέματα σ’ ένα μικρό «σώμα» κειμένων και εικονογραφικού υλικού και να συνθέτουν ένα συνεκτικό όλο. Κι εδώ υπάρχει προφορική και γραπτή εξέταση στο τέλος.
Για να μάθει κανείς να γράφει, όχι δοκίμιο, αλλά ακόμα και τις ίδιες του τις σκέψεις, για να είναι σε θέση να εκφραστεί προφορικά, πρέπει να διαθέσει χρόνο και να ασκηθεί σ’ αυτό. Πρέπει το εκπαιδευτικό σύστημα να αφιερώσει από τα πρώτα σχολικά χρόνια πολλές ώρες για τέτοιου είδους δουλειά. Η ευχέρεια λόγου είναι κάτι που κατακτιέται σιγά σιγά. Σίγουρα δεν μπορεί να διδαχθεί σ’ ένα σύστημα που απαξιώνει τους τομείς που δεν είναι στυγνά τεχνοκρατικοί, που απαξιώνει και τον καθηγητή, θεωρώντας τον άχρηστο και χαραμοφάη. Δεν αρκεί λοιπόν ένα μάθημα, το μάθημα των γαλλικών στη Γαλλία, για να μπορέσουν τα παιδιά να μυηθούν στη χαρά της ανάγνωσης και να γίνουν αναγνώστες. Πρέπει κι άλλα μαθήματα υποχρεωτικά και επιλογής να στηρίξουν τη δουλειά που μπορεί να γίνει στη μητρική γλώσσα και στην εντόπια λογοτεχνία.
Το λεγόμενο «grand oral» είναι μια υποχρεωτική προφορική εξέταση στο τέλος της Γ’ λυκείου, με θέμα που θεωρητικά επιλέγει ο ίδιος ο υποψήφιος και που πρέπει να σχετίζεται με τα μαθήματα ειδικότητας. Με τη βοήθεια των καθηγητών του προετοιμάζει δύο θέματα εκτός ύλης και αρκετά εξειδικευμένα, από τα οποία οι εξεταστές θα επιλέξουν το ένα και θα του ζητήσουν να το αναπτύξει. Το «grand oral» περιλαμβάνει παρουσίαση από τον υποψήφιο, ενώ ακολουθούν ερωτήσεις από τους εξεταστές. Εννοείται ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους μαθητές των καλύτερων λυκείων κι εκείνους όσων βρίσκονται χαμηλά στην κατάταξη, όπως για παράδειγμα τα εξαιρετικά προβληματικά σχολεία κάποιων Παρισινών προαστίων. Κανονικά, τα τελευταία έχουν πιο ολιγάριθμα τμήματα, για να γίνεται κάποια δουλειά, όμως η κατεύθυνση που φαίνεται να έχουν πάρει τα πράγματα –λιγότεροι καθηγητές για διαρκώς μεγαλύτερες τάξεις– είναι αποθαρρυντική.
Το μάθημα των γαλλικών, η φιλοσοφία, μαθήματα ειδικότητας όπως το «Γλώσσα, Λογοτεχνία και Πολιτισμός» (και οι ελεύθεροι συνδυασμοί αυτών των μαθημάτων), η Ιστορία-Γεωγραφία (που παραμένει μάθημα «κορμού» και στο λύκειο), το «grand oral», είναι όλα τους μαθήματα που θα στηρίξουν τη διδασκαλία της γραπτής και της προφορικής έκφρασης στα γαλλικά, και για ένα ποσοστό των μαθητών στα αγγλικά. Για μια μειονότητα, και σε άλλες γλώσσες: σε κάποια λύκεια (δημόσια και ιδιωτικά) υπάρχουν επιλεκτικά δίγλωσσα τμήματα, όπου τα παιδιά παρακολουθούν επιπλέον και για πολλές τη βδομάδα δύο θεωρητικά μαθήματα (λογοτεχνία και ιστορία) σε μια ξένη γλώσσα, και στο τέλος εξετάζονται και σε αυτά, για να αποκτήσουν τον τίτλο του διεθνούς γαλλικού «Baccalauréat» (Baccalauréat Français International).
Μια πρόσφατη καινοτομία επίσης βοηθητική είναι το λεγόμενο «πολιτιστικό πάσο» που επιτρέπει, όχι μόνο στον φιλόλογο, αλλά και σε καθηγητές άλλων μαθημάτων, να συνοδεύσουν την τάξη τους σε εκθέσεις και θεατρικές παραστάσεις, χωρίς οικονομική επιβάρυνση για τους μαθητές.
Η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα του γαλλικού συστήματος είναι ίσως ότι οι περισσότεροι μαθητές του Γενικού Λυκείου θα καταλήξουν σε κάποια σχολή, άλλο αν υπάρχει μεγάλη διαβάθμιση: οι σχολές χωρίζονται σε Πανεπιστήμια και στις πολύ επιλεκτικές Ειδικευμένες Σχολές (Grandes Ecoles) που δέχονται πολύ λιγότερους φοιτητές σε σχέση με τα Πανεπιστήμια. Ένας τελειόφοιτος του Γαλλικού Λυκείου δεν υποβάλλεται λοιπόν στο άγχος που θα τυραννήσει τον υποψήφιο του ελληνικού συστήματος εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση, ούτε και η οικογένειά του θα υποβληθεί στα έξοδα που επιβαρύνουν την ελληνική οικογένεια για να σπουδάσει τα παιδιά της. Όμως τα ποσοστά επιτυχίας στα γαλλικά ΑΕΙ δεν αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα το ποσοστό του πληθυσμού που αποκτά πανεπιστημιακή μόρφωση και πρώτο πτυχίο. Γύρω στο πενήντα τοις εκατό των πρωτοετών στις Ανθρωπιστικές Σπουδές και μόνο το δέκα τοις εκατό των πρωτοετών στην Ιατρική θα προαχθούν στο δεύτερο έτος και θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Δίνεται δηλαδή μια ευκαιρία στους περισσότερους απόφοιτους του Γενικού Λυκείου να σπουδάσουν σε πανεπιστημιακό ίδρυμα, αλλά πολλοί θα τα εγκαταλείψουν πολύ νωρίς.
Παρά τα προβλήματα και τις ελλείψεις του, το γαλλικό Γενικό Λύκειο στέκεται ακόμη σε γερά θεμέλια. Ας ελπίσουμε ότι η πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται και στη Γαλλία, ειδικά στον δημόσιο τομέα, δεν θα τα κλονίσει. Έχουμε νιώσει κι εδώ ως καθηγητές (και όχι μόνο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) την απαξίωση της ηγεσίας, μαζί και μιας ολόκληρης κοινωνίας για τα θεωρητικά και φιλολογικά μαθήματα. Όμως χωρίς την ανθρωπιστική παιδεία θα μας χειραγωγούν ακόμα ευκολότερα. Χωρίς λογοτεχνία και χωρίς κουλτούρα θα είναι η ζωή των νεότερων γενιών πιο φτωχή σε συγκινήσεις.

