50 χρόνια μετά και 50 χρόνια ζωής
Η τετραετία που πέρασε, αν μη τι άλλο, υπήρξε πλούσια σε επετείους σημαντικές για το νέο ελληνικό κράτος. 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης του 1821, 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ήταν οι δυο πλέον «χτυπητές» και «θορυβώδεις», αν και η πρώτη έπεσε μέσα στην κρίση της πανδημίας, ενώ η δεύτερη, εξακολουθεί να μας φέρνει αμηχανία και ίσως κάποια ενόχληση, αφού λειτούργησε και λειτουργεί μάλλον όπως ο αρχαίος Φρύνιχος, τον οποίο, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο δήμος της Αθήνας καταδίκασε ὡς ἀναμνήσαντα οἰκήια κακὰ, για το έργο του, Μιλήτου άλωσις.
Η τρίτη σημαντική επέτειος, ήρθε τη χρονιά που μόλις μας πέρασε, όπου αφενός πέρασαν 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση, από τη στιγμή δηλαδή που το στρατιωτικό καθεστώς της χούντας παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς, και πιο συγκεκριμένα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος και σχημάτισε πολιτική κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, και αφετέρου, σηματοδοτεί το πέρασμα στη μέση ηλικία, της 50χρονης πλέον Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.[1]
«Είναι αναγκαίος ο διαχωρισμός;», θα αναρωτηθεί κάποιος. Κατά τη δική μου εκτίμηση, σαφώς και είναι. Ας ξεκινήσουμε με το νόημα των ίδιων των λέξεων. Τι θα πει «μεταπολίτευση»; Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως τον όρο χρησιμοποίησε πρώτη η χούντα, προκειμένου να αναφερθεί στο καθεστώς που προέκυψε με τη Συντακτική Πράξη της 1ης Ιουνίου 1973, όταν ο Παπαδόπουλος εγκαθίδρυσε το πολίτευμα της «Προεδρικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» με «προσωρινό» πρόεδρο τον ίδιο, έχοντας προηγουμένως καταργήσει την Αντιβασιλεία. Η πρώτη φορά ωστόσο που τον συναντάμε, είναι πολύ νωρίς στην ιστορία του νέου ελληνικού κράτους· μόλις το 1862, με την έξωση του Όθωνα, έτσι ονομάστηκε η αλλαγή καθεστώτος. Ουσιαστικά, αυτή είναι και η σωστή εννοιολόγηση, όταν δηλαδή έχουμε τη μετάβαση από ένα καθεστώς σε ένα άλλο, έχουμε μεταπολίτευση.[2] Ωστόσο, στην περίπτωση του 1974, επικράτησε μια σύγχυση, για μια σειρά από λόγους που ίσως δεν θα ήταν δόκιμο να αναλυθούν εν προκειμένω, με αποτέλεσμα, ο όρος να χρησιμοποιείται ευρέως στον δημόσιο διάλογο για να δηλώσει όλο το χρονικό διάστημα μέχρι και σήμερα σχεδόν, όπου κάθε φορά αναζητούν δημοσιογράφοι, πολιτικοί επιστήμονες και δημοσιολογούντες «το τέλος της Μεταπολίτευσης», σε διάφορες χρονικές συγκυρίες που, ενδεχομένως αποτέλεσαν και αποτελούν ορόσημα, ωστόσο, δεν επρόκειτο για γεγονότα που επέφεραν αλλαγή καθεστώτος. «Η μεταπολίτευση ολοκληρώθηκε με την ψήφιση και τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975», γράφει χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνούς Πολιτικής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Αντώνης Κλάψης.[3] Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και οι Συρίγος και Χατζηβασιλείου, στο σχετικό πόνημά τους. «Ο ορθός ορισμός της Μεταπολιτεύσεως, επομένως, περιλαμβάνει την περίοδο από τις 23 Ιουλίου 1974 έως τις 11 Ιουνίου 1975, οπότε τέθηκε σε ισχύ το νέο Σύνταγμα της χώρας. Κατ’ εξαίρεση, λόγω της σημαντικής βαρύτητάς τους πολιτικά και θεσμικά, μπορεί στη διαδικασία της Μεταπολιτεύσεως να ενταχθούν και οι δίκες των χουντικών, ιδίως αυτή των πρωταιτίων, που ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1975».[4]
Είναι λοιπόν σαφές πως δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε όλο το διάστημα μέχρι και σήμερα ως «Μεταπολίτευση». Υπάρχει βεβαίως και η άποψη που θέλει τη Μεταπολίτευση να ολοκληρώνεται με την ομαλή μετάβαση από την Κεντροδεξιά (Νέα Δημοκρατία) στην Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ) το 1981, όταν πλέον στην εξουσία έρχεται τμήμα των «ηττημένων του Εμφυλίου». Είναι συζητήσιμο ίσως αλλά και πάλι δεν μιλάμε για αλλαγή καθεστώτος.
Ως εκ τούτου λοιπόν προκύπτει, με βάση τον συνηθέστερο όρο περιοδολόγησης διεθνώς, πως «η ορθή ορολογία στην ελληνική περίπτωση είναι η περιγραφή της περιόδου από το 1975 (ή έστω από το 1974) ως η εποχή της Γ΄ Δημοκρατίας, θεωρώντας ως Β΄ Δημοκρατία την περίοδο της αβασίλευτης του 1924-35 και ως Α΄ Δημοκρατία την εποχή των Συνταγμάτων της Επαναστάσεως. Αυτή η περιοδολόγηση λαμβάνει ως βάση το Σύνταγμα του 1975, του οποίου οι μετέπειτα αναθεωρήσεις (1986, 2001, 2008 και 2019) αντιμετωπίζονται, ορθά, ως επιμέρους αλλαγές του, και όχι ως στιγμές κατά τις οποίες υιοθετήθηκε ένα διαφορετικό πολιτειακό σύστημα. Υπάρχει δηλαδή στην τελευταία πεντηκονταετία μια πολιτειακή, συνταγματική συνέχεια.
Αυτή είναι και η ασφαλέστερη ερμηνεία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι λάθος από θεωρητική άποψη να αποκαλείται το σύνολο της πεντηκονταετίας 1974-2024 «Μεταπολίτευση». Η τελευταία εντοπίζεται στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή του 1974-75».[5]
Κι αφού λοιπόν ξεκαθαρίσαμε τη διαφορά ανάμεσα στα τραπέζια και στις καρέκλες, με τη σχολαστικότητα που διέκρινε τον Γιάννη Γκιωνάκη στον διάλογο που είχε στη σκηνή του καφενείου με τον Νίκο Σταυρίδη στα Κίτρινα Γάντια (1960), ας πάμε παρακάτω.
Αυτό που κυρίως είδαμε σε διάφορες επετειακές εκδόσεις, κύκλους ομιλιών, συνέδρια, αρθρογραφία και συζητήσεις στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο, αφορούσε κυρίως την πορεία της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας και λιγότερο τη Μεταπολίτευση. Κατ’ αναλογία με το 2021 και τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης, το κεντρικό ερώτημα ήταν περίπου συναφές: τα καταφέραμε τελικά; πώς τα πήγαμε; Μέσα από «τομές και ασυνέχειες», μια έκφραση κλισέ που συνήθως χρησιμοποιούμε οι ιστορικοί και που προσωπικά απεχθάνομαι, είναι θετικό τελικά το πρόσημο; Μας αξίζουν συγχαρητήρια;
Η κύρια προσέγγιση στον δημόσιο διάλογο υπήρξε μάλλον θριαμβική· όχι άδικα. Κυρίως γιατί η οπτική που υπήρξε για τους περισσότερους, περνούσε μέσα από το πρίσμα της σχεδόν δεκαετούς κρίσης των ετών 2009-2019, όταν η χώρα χρεωκόπησε. Το ότι δεν βιώσαμε, πάρα τη σκληρότητα της κρίσης, τις καταστάσεις που βίωσαν άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η άλλοτε πλούσια σε πόρους και σε παραγωγικές πηγές Αργεντινή, οφείλεται καθαρά στο γεγονός ότι η πατρίδα μας είναι πλήρες μέλος της ΕΕ και της ΟΝΕ. Συνεπώς, ήταν και είναι λογικό, το ότι, παρά την κρίση –η οποία, κακά τα ψέματα απείλησε και μάλιστα σοβαρά και το πολίτευμά μας, αρκεί να θυμηθούμε κάποιον αλήστου μνήμης ΥΠΕΘΑ να δηλώνει πως «ο στρατός θα εγγυηθεί την εσωτερική ασφάλεια της χώρας» ή την παρουσία των νεοναζί στα έδρανα του κοινοβουλίου, για να μη μιλήσουμε για τις οχλοκρατίες της άνω και της κάτω Πλατείας– τελικά, ήρθαμε και πάλι στα ίσα μας, αποφύγαμε τα χειρότερα και πορευόμαστε, έστω και με συγκρατημένη αισιοδοξία, κυρίως λόγω της διεθνούς αβεβαιότητας και λιγότερο λόγω των δικών μας προβλημάτων.
Υπήρξαν όμως και πιο σκεπτικιστικές φωνές, όπως η άκρως ενδιαφέρουσα ανάγνωση των πεπραγμένων της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας αυτά τα 50 χρόνια που έκανε ο Καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής Ανάλυσης του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και παλιός μου δάσκαλος, Γεράσιμος Μοσχονάς.[6]
«Το 1974, τρεις οικογένειες με εισόδημα ίσο με τον εθνικό μέσο όρο των χωρών τους –μία στην Αθήνα, η δεύτερη στο Δουβλίνο και η τρίτη στη Λισαβόνα– απέκτησαν από ένα παιδί. Τα τρία παιδιά μεγάλωσαν, σπούδασαν, μπήκαν στην αγορά και έκαναν τις δικές τους οικογένειες. Σήμερα είναι μεσήλικες και καλά στην υγεία τους, ζουν πάντα στις πόλεις όπου γεννήθηκαν, με εισόδημα που συμπορεύεται με τον εθνικό μέσο όρο των χωρών τους. Ωστόσο, αν και οι τρεις απολαμβάνουν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από εκείνο των γονιών τους, τα μεταξύ τους επίπεδα ζωής διαφέρουν σημαντικά. Ο Ιρλανδός ζει 3, 4 φορές καλύτερα από τους γονείς του το ʼ74 και ο Πορτογάλος ζει 2, 3 φορές καλύτερα από τους δικούς του γονείς. Το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα, όμως, είναι μόλις 1, 2 φορές υψηλότερο από εκείνο των γονιών του πριν από μισό αιώνα. Πού οφείλεται η μακροχρόνια υστέρηση της Ελλάδας σε σχέση με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, επίσης χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας; Τι έκαναν εκείνες καλύτερα από εμάς; Και ποια χρήσιμα μαθήματα αντλούμε από την εμπειρία τους;»
Αυτή είναι η προβληματική που αναπτύσσει στη συγκριτική του μελέτη ο διακεκριμένος πολιτικός επιστήμονας Τάκης Παπάς, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του,[7] όπου ναι μεν επισημαίνει και αναγνωρίζει την πρόοδο που συντελέστηκε μέσα σε αυτά τα 50 χρόνια αλλά, παράλληλα, καταδεικνύει και τις αποτυχίες, τα λάθη, τις αβελτηρίες μας, που δεν επέτρεψαν στην πατρίδα μας να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, χώρες με κοινά χαρακτηριστικά με την Ελλάδα.
Κατά τη δική μου ταπεινή γνώμη, υπάρχει ένα πολύ σαφές παράδειγμα που μας δίνει η Μεταπολίτευση –είπαμε, στις καρέκλες, δεν κάθονται στα τραπέζια οι άνθρωποι– και που οι πολιτικές ηγεσίες μας έκτοτε δεν έδειξαν να του δίνουν την προσήκουσα σημασία. Εξηγούμαι.
Αν και η Μεταπολίτευση ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1975, θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως, κατά τη λαϊκή ρήση, «τον γάιδαρο τον φάγαμε» από τον Ιούλιο του 1974 μέχρι τον Δεκέμβριο. Μέσα σε ένα διάστημα λιγότερο των τεσσάρων μηνών, ο Καραμανλής κατορθώνει να επιστρέψει ο στρατός στους στρατώνες, να λήξει τον Εμφύλιο με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, να κάνει εκλογές και, λίγο αργότερα, να λήξει και το Πολιτειακό διεξάγοντας ένα άψογο δημοψήφισμα, στις 8 Δεκεμβρίου 1974.[8] Ζητήματα που όποτε άλλοτε τέθηκαν στον ελληνικό πολιτικό βίο, σηματοδοτούσαν στρατιωτικά κινήματα, διχασμούς, εμφυλίους και, κυρίως πολύ πολύ αίμα, λύθηκαν με απίστευτη ταχύτητα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Ο Καραμανλής κατανόησε πλήρως πως για να πετύχει το όλο εγχείρημα, εγχείρημα απίστευτης δυσκολίας, έπρεπε να δράσει με τέτοια ταχύτητα ώστε να αιφνιδιάσει εχθρούς και φίλους, πράγμα που τελικά πέτυχε. Στα πολλά what if? που κατά καιρούς έχουν αναπτυχθεί σε σχέση με το τι θα συνέβαινε αν αντί του Καραμανλή τη μετάβαση υλοποιούσαν οι Κανελλόπουλος και Μαύρος, όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί, το μόνο που μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς είναι πως οι δύο πεπειραμένοι πολιτικοί, πέραν του ότι δεν διέθεταν το αναγκαίο authority για να επιβάλλουν τέτοιες αλλαγές, σίγουρα δεν θα ήταν και σε θέση να κινηθούν και με την απαραίτητη ταχύτητα που απαιτείτο (φάνηκε αυτό και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στη σύσκεψη υπό τον Φ. Γκιζίκη).
Παρόλο λοιπόν που το παράδειγμα ήταν ξεκάθαρο, ο ιστορικός και ο πολιτικός επιστήμονας διαπιστώνουν πως ουδέποτε επαναλήφθηκε στο κομμάτι εκείνο που ο Τάκης Παππάς θεωρεί αναγκαίο στη μελέτη του, προκειμένου η Ελλάδα να προοδεύσει σε ανάλογα επίπεδα με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, δηλαδή στις μεταρρυθμίσεις.
Ατολμία απέναντι στο «σύστημα ΠΑΣΟΚ» αποδίδουν οι πλέον καλόπιστοι υποστηρικτές του έργου και της πολιτικής του άρτι εκλιπόντος Κώστα Σημίτη, κατά την περίοδο 1996-2004, με τον πρώην πρωθυπουργό να δαπανά χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο για ένα ασήμαντο ζήτημα, όπως αυτό των ταυτοτήτων (επιλογή που έγινε για πολύ συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους) και όχι για την απαραίτητη μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό.
Γνωστό επίσης το σύνθημα του διαδόχου του, Κώστα Καραμανλή, περί «ήπιας προσαρμογής», σε μια συγκυρία που ο ανιψιός του ηγέτη της Μεταπολίτευσης διέθετε τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο και μια κοινωνία, σε μεγάλο βαθμό έτοιμη για μεταρρυθμίσεις. Όταν κάποιες από αυτές επιχειρήθηκε να περάσουν ήταν ήδη αργά και το πολιτικό κλίμα είχε αλλάξει.
Αντίστοιχα, ακόμη και σήμερα χρεώνεται από φίλους και μη ο Γιώργος Παπανδρέου την ατολμία των πρώτων μηνών της κυβέρνησής του, μετά τις εκλογές του 2009, μια ατολμία και ολιγωρία που, αν και σαφώς δεν υπήρξε ο κύριος λόγος κατάρρευσης της χώρας, ωστόσο λειτούργησε ως επιταχυντής των εξελίξεων για τη χρεοκοπία.
Δεν χρειάζεται καν να αναφερθεί κανείς στο πρώτο εξάμηνο της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και τον υπερπολύτιμο χρόνο που χάθηκε.
Αντίθετα, υπήρξε μία και μοναδική ίσως μεταρρύθμιση που υλοποιήθηκε άμεσα, με απίστευτη ταχύτητα και απολύτως επιτυχώς, από την πρώτη κύβερνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, και μάλιστα ενώ είχαν προηγηθεί επανειλημμένως άκαρπες προσπάθειες στο παρελθόν: η κατάργηση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Ναι, υποθέτω πως αρκετοί θα φέρουν ως παράδειγμα χώρους που ο νόμος δεν τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια ακριβώς, ακόμη και σήμερα, ωστόσο, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως, σε γενικές γραμμές, είναι ένας νόμος που εφαρμόζεται. Κανείς δεν διανοείται, π.χ. σε ένα εστιατόριο, να ανάψει το τσιγαράκι του μετά το φαγητό, εφόσον πρόκειται για κλειστό χώρο. Γιατί; Γιατί η ταχύτητα δηλώνει και αποφασιστικότητα. Η κοινωνία «πείστηκε» πως η κυβέρνηση εννοεί σοβαρά τις εξαγγελίες της. Άλλωστε, όπως διαπίστωνε ο καθένας, ούτε ιδιαίτεροι έλεγχοι υπήρξαν, ούτε ιδιαίτερα πρόστιμα επιβλήθηκαν, όπως δηλαδή έχουμε συνηθίσει να συμβαίνει στη χώρα μας.
Αν λοιπόν η Μεταπολίτευση μπορεί να δώσει ένα και μόνο μάθημα προς τους εκάστοτε κυβερνώντες, είναι να κινούνται με ταχύτητα, ιδίως στο κομμάτι εκείνο των μεταρρυθμίσεων που είναι αναγκαίες μεν αλλά ίσως δυσάρεστες και, κάποτε, επώδυνες για κάποιους. Κι αν φαίνεται επουσιώδες το ζήτημα αυτό, ας αναλογιστούμε ή ας μελετήσουμε τα όσα έγιναν στο σύντομο εκείνο διάστημα των λίγων μηνών από τον Ιούλιο ως τον Δεκέμβριο του 1974. Και δεν χρειάζεται να προηγηθεί καμία χούντα.
[1] Ασφαλώς, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τη χρονιά που μας πέρασε, ήταν και η επέτειος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και ταυτόχρονα η συμπλήρωση 50 χρόνων παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων στη Μεγαλόνησο, με την παράνομη κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού να συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, δεν θα αναφερθούμε στα της Κύπρου στο παρόν κείμενο, κυρίως για λόγους οικονομίας.
[2] Άγγελος Συρίγος-Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Μεταπολίτευση 1974-1975. 50 ερωτήματα και απαντήσεις, Πατάκης, Αθήνα 2024, σ. 19.
[3] Αντώνης Κλάψης, 1974, Μεταπολίτευση, Μεταίχμιο, Αθήνα 2020, σ. 271.
[4] Συρίγος-Χατζηβασιλείου, ό.π., σ. 19-20.
[5] Συρίγος-Χατζηβασιλείου, ό.π., σ. 20-21.
[6]https://www.kathimerini.gr/society/563394511/i-skoteini-opsi-tis-metapoliteysis/?fbclid=IwY2xjawHyT79leHRuA2FlbQIxMAABHal77_AVu760FiGXeivjloEmAR7rHXOjAjdYHBOpTlVlX3_rqdSPzNfd-g_aem_-pxK0WEMGQzHgaDKK0bnVg
[7] Τάκης Παππάς, Παράδοξη Χώρα. Γιατί η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτές;, Πατάκης, Αθήνα 2024.
[8] Σχετικά με το δημοψήφισμα, βλ και Βαγγέλης Κούμπουλης, «Το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974», στο Β. Παναγιωτόπουλος – Γ. Βούλγαρης – Σ. Ριζάς, Νέα Δημοκρατία 1974-2024. Η Κεντροδεξιά της Μεταπολίτευσης, στη σειρά Βήμα στην Ιστορία, τ. 9, Βήμα, Αθήνα 2024.

