Ξαναδιάβασα πρόσφατα το Αναρχία, κράτος και ουτοπία του αναρχικού, φιλοσόφου και καθηγητή στο Χάρβαντ Ρόμπερτ Νόζικ. Εκεί ο Νόζικ αναφέρει την περιβόητη «μηχανή εμπειριών»[1], μια μηχανή που μπορεί να σου χαρίζει επ’ άπειρον οποιαδήποτε εμπειρία επιθυμείς, με την προϋπόθεση να παραμείνεις συνδεδεμένος μαζί της με μια σειρά καλωδίων απέχοντας προφανώς από την πραγματική ζωή.[2] Το κέρδος είναι φυσικά μια ατελείωτη σειρά ασύλληπτα ευχάριστων βιωμάτων, μια συνεχής ευφορία –ποιος θα μπορούσε εύκολα να αντισταθεί σε αυτό;–, και η ζημιά πως όλα αυτά δεν θα είναι πραγματικά, η πραγματική ζωή θα είναι απούσα –με την προϋπόθεση πως μετά από λίγο θα συνεχίσεις να θυμάσαι, ή θα θέλεις να θυμάσαι, τι είναι αυτό που λέμε «πραγματική ζωή». Και με αφορμή την μηχανή εμπειριών του Νόζικ σκέφτομαι πως το βασικό πρόβλημα της σημερινής ελληνικής μουσικής πραγματικότητας είναι ακριβώς αυτό: πως δηλαδή μεμονωμένοι καλλιτέχνες, φορείς και «θεσμοί» είναι ήδη εκούσια συνδεδεμένοι με μια παρόμοια μηχανή δικής τους κατασκευής, μέσω της οποίας βιώνουν μια ατελείωτη σειρά επιβεβαιώσεων, επιτυχιών, επιδοκιμασιών και επιβραβεύσεων. Αναπόσπαστη φυσικά λειτουργία της «μηχανής» είναι και η «παραγωγή» «θετικών» δημοσίων σχολίων και «κριτικών» σε έντυπα και ιστότοπους κάθε είδους. Έτσι, ο εξωτερικός παρατηρητής, το αφελές «κοινό», ανάλογα και με την κατεύθυνση προς την οποία έχει στρέψει το βλέμμα του, άλλο δεν «βλέπει» από μια συνταρακτική σειρά κορυφαίων μουσικών επιτευγμάτων και εκστασιασμένων σχολιαστών της καλλιτεχνικής «πραγματικότητας».
Γιατί πρέπει όλες οι συναυλίες να είναι «ανυπέρβλητες», όλες οι ερμηνείες «κορυφαίες», όλες οι φωνές «αψεγάδιαστες» «συγκλονιστικές» ή «θεϊκές», όλα τα έργα να «κόβουν την ανάσα» ή να είναι «πρωτοποριακά» (με όλες τις συνδηλώσεις επαρχιωτισμού που μπορεί πλέον να εκπορεύονται από αυτό); Σε μια εποχή που σχεδόν όλοι έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε δωρεάν μουσικές πλατφόρμες και μπορούν ανά πάσα στιγμή να ακούσουν και να δουν θρύλους της μουσικής (και άπειρα σκουπίδια φυσικά), είναι αστείο, αμήχανο ή και τραγικό να επιμένει κανείς σε μια ναρκισσιστική μουσική αυτοεικόνα «τελειότητας» –τελειότητας όμως σίγουρα προς κάτι, επομένως τελειότητας σε σχέση με τι ή σε σχέση με ποιον; Μάλλον σε σχέση με αυτό που περιμένουμε ή που θα περιμέναμε ή με αυτό που θα θέλαμε να πείσουμε τους άλλους πως θα έπρεπε να περιμένουν –«τελειότητα» υποστηριζόμενη από διθυραμβικά σχόλια συγγενών, συναδέλφων, υφισταμένων, συνεργατών, «οφειλετών»!
Όποιος νομίζει πως η Ελλάδα κινείται –και ως προς τα μουσικά/καλλιτεχνικά πράγματα– με τους ρυθμούς που κινούνται τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, ή έστω οι βόρειοι ή οι ανατολικοί μας γείτονες, πλανάται εκούσια ή ακούσια (αν πάμε πιο πέρα, στα της Αμερικής, της Αυστραλίας ή της Κίνας και της Ιαπωνίας θα μελαγχολήσουμε βαθιά…). Δεν είναι φυσικά μόνο η τεράστια άβυσσος που μας χωρίζει ως προς το κομμάτι των υποδομών και το επίπεδο παιδείας και εκπαίδευσης, αλλά, κυρίως, η επιθυμία μας να μην αλλάξει εδώ ουσιαστικά τίποτα. Και για να μην αλλάξει ουσιαστικά τίποτα, πέρα από το να μη γίνεται ουσιαστικά στην πράξη τίποτα προς την κατεύθυνση της αλλαγής/βελτίωσης, χρειάζεται να λέγεται σε όλους τους τόνους πως αυτά που «γίνονται» είναι «σημαντικά», «ανεπανάληπτα», «συγκλονιστικά». Καμιά συναυλία δεν είναι άνευρη, καμιά ερμηνεία δεν είναι κακή, καμιά ορχήστρα δεν είναι μέτρια. Αυτή η «όμορφή» όμως εικόνα βρίσκεται διαρκώς σε σύγκρουση με την πραγματικότητα, κάτι που δεν αντιλαμβάνεται το κοινό που ως επί το πλείστον ζει από τη μια σε βαθιά άγνοια κι από την άλλη –χάρην εξισορρόπησης– εγκωμιάζεται από τους καλλιτέχνες για την οξυδέρκειά του, την αισθητική του, το αλάνθαστο κριτήριό του κ.τ.λ. Κι έτσι η «μηχανή εμπειριών» συνεχίζει να παράγει ιδανικές κι αγαπημένες «εικόνες/εμπειρίες» για τους καλλιτέχνες και το κοινό συνεχίζει να δέχεται αυτές τις «προβολές» σαν πραγματικές.
Δεν γνωρίζουν άραγε οι «χρήστες» της μηχανής πως όλο αυτό το κουκλοθέατρο κάποια στιγμή θα χαθεί; Πως όλη αυτή η «εικονική» πραγματικότητα που σερβίρεται διαρκώς και που δημιουργεί έναν κόσμο χαρισματικών καλλιτεχνών και εκστασιασμένων θεατών θα χρειαστεί να συγκριθεί με τον πραγματικό κόσμο που εκτείνεται πέρα από τον περιφραγμένο μικρόκοσμο που διαφεντεύουν 5-10 μικροπαρέες;
Η πραγματική οπισθοδρόμηση –γιατί περί αυτού πρόκειται, παρότι σχεδόν όλοι, τουλάχιστον αυτοί που εκφράζονται δημοσίως, ισχυρίζονται σε κάθε ευκαιρία πως ποθούν διακαώς και παλεύουν δονκιχωτικά για το αντίθετο– συντηρεί και συντηρείται από μια απέραντη μετριότητα, από θύλακες και παρέες από μουσικούς προύχοντες και κοτζαμπάσηδες που διαφεντεύουν ο καθένας τους το κεφαλοχώρι του μέσα σε μια ρημαγμένη υποβαλκάνια μεταοθωμανική επαρχία με όλα τα προβλήματα του ραγιαδισμού που κουβαλάμε μέσα μας.
Ίσως κάποιος θεωρήσει πως η συντήρηση αυτής της κατάστασης είναι τουλάχιστον κάτι, κάτι παραπάνω από το τίποτα, και πως έστω με αυτό το «κάτι» σαν αφετηρία θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στα επόμενα βήματα –τα οποία όμως με κάποιον μαγικό τρόπο δεν γίνονται ποτέ. Ακόμα όμως κι έτσι, ακόμα κι αν επιλέξουμε να δούμε «θετικά» την όποια διατήρηση μιας κατάστασης, αυτή δεν είναι παρά καταστροφική οπισθοδρόμηση όταν όλοι οι άλλοι προχωρούν προς τα εμπρός –όχι κι αυτοί βέβαια χωρίς προβλήματα και κλυδωνισμούς, αλλά τουλάχιστον κάπως προχωρούν– την ώρα που εμείς νομίζουμε πως θα επιβιώσουμε κρατώντας με νύχια και με δόντια ζωντανό ένα Matrix καλλιτεχνικού μεγαλείου, πασπαλισμένο με χρυσόσκονη που αφήνει άφωνους τους ιθαγενείς, οι οποίοι έχουν συνηθίσει να στέκονται εκστασιασμένοι μπροστά σε χάντρες και καθρεφτάκια.
«Αριστουργήματα» Ελλήνων συνθετών του παρελθόντος ξεθάβονται ευκλεώς με τον ενθουσιασμό του αρχαιολόγου που βρήκε επιστολή γραμμένη από το χέρι του Μωυσή, έργα του standard ρεπερτορίου (από Μπετόβεν και Ραβέλ μέχρι Πουτσίνι και Μπάρμπερ) παρουσιάζονται μπροστά σ’ ένα κοινό που ζητωκραυγάζει από ενθουσιασμό –χωρίς να καταλαβαίνει σχεδόν πάντα απολύτως τίποτα– και «κριτικοί» (δηλαδή ένας χυλός από δημοσιογράφους του «πολιτιστικού» ρεπορτάζ, αυτόκλητους πολιτιστικούς αρθρογράφους, μουσικόφιλους που είχαν ανέκαθεν το απωθημένο να γίνουν «κριτικοί»/παράγοντες της μουσικής ζωής και άλλους εκπροσώπους διάφορων συνομοταξιών που λυμαίνονται έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα «ποικίλης ύλης») που δίνουν κατευθύνσεις στο κοινό, αενάως κατάπληκτοι κι αυτοί από τα απίστευτα μουσικά θαύματα που βλέπουν να συντελούνται μπροστά στα μάτια τους. Κι αν κάποια στιγμή –τι ατυχία!– κάνει την εμφάνισή της κάποια αρνητική ή έστω αρνητικών αποχρώσεων κριτική, τότε, ή απλά αγνοείται ή –ακόμα καλύτερα– λοιδορείται από τις αντίστοιχες παρέες και τους «αντικειμενικούς και αυτόκλητους» μαχητικούς υπερασπιστές/γενίτσαρους που κάθε παρέα που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να διατηρεί πρωτίστως στα Μ.Κ.Δ.
Όλοι μας κάναμε το λάθος να πιστέψουμε σε ανύποπτο χρόνο πως μπορεί όντως οι παρέες να γράφουν ιστορία –και το κάνουν ευτυχώς κάποιες φορές, αλλά σπάνια και συγκυριακά–, βιαστήκαμε όμως και δεν συνειδητοποιήσαμε πως είναι ακριβώς οι «παρέες» που, εκτός από το να γράφουν γενικά και αόριστα ιστορία, αναθεωρούν επίσης την ιστορία κατά το δοκούν, εν ανάγκη την ξαναγράφουν από την αρχή, διατηρούν ζωντανές όλες τις κακοδαιμονίες που τις γέννησαν –παρότι είναι σημαντικό να δηλώνουν προς όλους πως μάχονται για να αλλάξουν τα πράγματα–, δημιουργούν και διατηρούν σχέσεις, δίκτυα και συμπαγείς μηχανισμούς καθεστωτικής χροιάς, με κύριο στόχο την επιβίωσή τη δική τους και των μελών τους μέσα σε αυτό το «ολόγραμμα» που τους τρέφει και τους αναδεικνύει, και καμιά μα καμιά διάθεση δεν έχουν να αλλάξουν το ελεγχόμενο περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, συντηρούνται και αναπτύσσονται σαν καρκινώματα.
[1] Robert Nozick Anarchy, State and Utopia Blackwell Publishers, Oxford, UK, 1974, σ.42: «Ας υποθέσουμε πως υπήρχε μια μηχανή παραγωγής εμπειριών που μπορούσε να σου χαρίσει οποιαδήποτε εμπειρία επιθυμείς. Ικανότατοι νευροψυχολόγοι θα μπορούσαν να διεγείρουν τον εγκέφαλό σου έτσι ώστε να νομίζεις και να νιώθεις για παράδειγμα πως γράφεις ένα σπουδαίο μυθιστόρημα ή γίνεσαι φίλος με κάποιον άγνωστο ή διαβάζεις ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Όλη αυτή την ώρα εσύ απλώς θα βρισκόσουν μέσα σε μια δεξαμενή, με ηλεκτρόδια προσαρτημένα στον εγκέφαλό σου. Θα παρέμενες συνδεδεμένος σ’ αυτό το μηχάνημα για πάντα, προγραμματίζοντας τις εμπειρίες όλης της ζωής σου;» (Μ.τ.Σ).
[2] Πρόκειται προφανώς για τη βασική ιδέα του Matrix (1999), την οποία όμως είχε ήδη συλλάβει πρώτος ο L.P. Davies στα 1969, στο μυθιστόρημά του The white Room.

