1.
Στον μακρύ χρόνο της νεωτερικής Ευρώπης –για να μείνουμε μόνο στην ήπειρό μας– ένα κύμα αντιδραστικών και υπερσυντηρητικών ιδεών ερχόταν συνήθως εκ παραλλήλου ή μετά από μια περίοδο πυκνών κοινωνικών ανατροπών και μεγάλων πολιτικών αναστατώσεων. Γι’ αυτό άλλωστε επικράτησε για χρόνια η πεποίθηση ότι ο συντηρητισμός ως πολιτική φιλοσοφία και η Αντεπανάσταση ως ένα διακριτό ρεύμα ιδεών και παθών συγκροτήθηκαν πάνω στο σοκ της Γαλλικής Επανάστασης και των ριζοσπαστικών μεταβολών που ακολούθησαν κατά το επεισοδιακό πέρασμα στη νέα μορφή αστικής κοινωνίας[1].
Το σχήμα θα μπορούσε να ισχύει και για την περίπτωση των αντιδραστικών κινημάτων και καθεστώτων της περιόδου του Μεσοπολέμου. Θα έλεγε κανείς πως το τραύμα του Μεγάλου Πολέμου, η ήττα της Γερμανίας και η ρωσική Επανάσταση έδωσαν ώθηση στη μαζικοποίηση του αυταρχικού εθνικισμού. Ιδέες, θεωρίες ή και συναισθήματα που προϋπήρχαν περιορισμένα σε μεμονωμένους διανοούμενους και στενούς κύκλους μαχητών, βρήκαν ευρύτερα ακροατήρια αποκτώντας οργανωτική και πολιτική ισχύ. Ο αριστοκρατικός ριζοσπαστισμός του ύστερου 19ου αιώνα –με τις ελιτίστικες, φυλετικές και ευθέως ολιγαρχικές του φαντασιώσεις– θα αποκτήσει οπαδούς στην υπαλληλική μεσαία τάξη και στα πληβειακά στρώματα μέσα από τις καταστροφές που έφερε ο πόλεμος, ο πληθωρισμός και η κοινωνική αναταραχή των δεκαετιών του 1920 και του 1930.
Συναντούμε άραγε κάτι ανάλογο ή έστω συγγενές στη δική μας εποχή; Είναι η Τζόρτζια Μελόνι, η Μαρίν Λεπέν και ο διάδοχός της, οι Σουηδοί Δημοκράτες ή ο Βίκτορ Όρμπαν τα «προϊόντα» αντίστοιχων διεργασιών;
Οικονομικές κρίσεις και μεγάλες αλλαγές σε αξίες και πολιτισμικές αναφορές φαίνεται να «καθοδηγούν», για άλλη μια φορά, μια τάση προς τον δεξιό ριζοσπαστισμό. Σε έναν βαθμό, λοιπόν, η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Υπάρχει το δίχως άλλο συσχέτιση ανάμεσα στην αύξηση της οικονομικής δυσφορίας, την έντονη πολιτισμική ανασφάλεια ορισμένων στρωμάτων και τα συμπτώματα αποδυνάμωσης κλασικών δυνάμεων δημοκρατικής δεξιάς και μεταρρυθμιστικής αριστεράς προς όφελος πιο ανορθόδοξων «παικτών»[2]. Πολλές αναλύσεις ρίχνουν φυσικά το βάρος τους στη μια ή στην άλλη διάσταση: είτε στην υλική επισφάλεια των εργατικών και μεσοαστικών στρωμάτων, είτε σε αυτές τις πολιτισμικές αγωνίες που αφορούν την υπεράσπιση μιας πολύτιμης υπαρξιακά ταυτότητας. Όταν, για παράδειγμα, η αρχηγός των «Αδελφών της Ιταλίας» Μελόνι δηλώνει πως θέλει να υπερασπιστεί την κλασική κληρονομιά της «ιουδαιοχριστιανικής Ευρώπης» από τις ιδεολογίες της αφύπνισης και την πολιτική ορθότητα (wokeism), μοιάζει να συντονίζεται με αιχμηρούς συλλογισμούς συντηρητικών κοινωνιολόγων όπως ο Καναδός Μathieu Bock-Cöté ή και να διεκδικεί επιρροές από τον Βρετανό φιλόσοφο Roger Scruton. Η απόρριψη του μεταμοντέρνου αριστερού φιλελευθερισμού, η οχύρωση σε κάποιες γηγενείς πλειοψηφικές παραδόσεις, η προάσπιση των κοινοτικών ή των οικογενειακών αξιών δεν συνθέτουν προφανώς έναν πρωτότυπο λόγο. Πολλά από όσα λέγουν ή γράφουν οι επιτελείς και οι spin doctors των νεο-δεξιών πολιτικών δυνάμεων αντλούν από τα προαιώνια οπλοστάσια των συντηρητικών, αντιφιλελεύθερων ρευμάτων που πλαισιώνουν την αστική νεωτερικότητα. Aνατρέχουν, έτσι, σε αυτήν τη δεύτερη «εναλλακτική νεωτερικότητα», κατά τον χαρακτηρισμό του ισραηλινού ιστορικού των ιδεών Ζεέβ Στέρνχελ ο οποίος έχει ανασυνθέσει πολλές από τις διανοητικές παραδόσεις της ριζοσπαστικής δεξιάς και του ιστορικού φασισμού.
2.
Ορισμένα θέματα είναι, παρ’ όλα αυτά, καινούργια. Η μεγάλη έμφαση στη θεωρία του κοινωνικού φύλου (gender theory), η εναντίωση στις ΛΟΑΤΚΙ κοινότητες ή οι αναφορές στη μουσουλμανική απειλή και στη θεωρία της πληθυσμιακής αντικατάστασης[3] είναι σχετικώς πρόσφατες αιχμές. Οι αιχμές και οι αφορμές είναι καινούργιες αλλά το υπόστρωμα είναι παλαιό: μια φιλοσοφία ανάκτησης των ριζών όπου η χριστιανική ταυτότητα επιστρέφει αυτή τη φορά σαν εργαλείο πολιτισμικού πολέμου εναντίον τού δίχως ρίζες κοσμοπολιτισμού ή των ιδεολογιών της παγκοσμιοποίησης. Η νέα Αντίδραση ανατροφοδοτείται από ανησυχίες των παλαιότερων κυμάτων εθνικιστικής δεξιάς, αλλά κινείται και σε ένα νέο πεδίο προσδοκιών και θεματικών. Η συνέχεια των γηγενών παραδόσεων στον χρόνο, η πίστη στους θεμελιώδεις άξονες ενός κατά κανόνα ομοιογενούς εθνικού πολιτισμού και η εγκωμιαστική προσέγγιση στον «απλό άνθρωπο» που τον απειλεί μια κάστα απάτριδων προνομιούχων του πλούτου ή της κουλτούρας, είναι μοτίβα που μάς ταξιδεύουν πίσω στον ιστορικό χρόνο. Αυτές ωστόσο οι οικείες και μάλλον πολυπαιγμένες ιδέες έρχονται να μοχλεύσουν έναν κόσμο που μεταβάλλεται άρδην και σε κατευθύνσεις δίχως ιστορικό προηγούμενο. Η φρενίτιδα των τεχνολογικών μετασχηματισμών, η μόνιμη κρίση (Permacrisis), η οποία μεταγγίζει πλέον ένα αίσθημα δομικής ανασφάλειας, η απομάκρυνση των νεότερων ηλικιών (GenZ) από τους κώδικες των γενεών που μεγάλωσαν σε συνθήκες προστατευμένης ευημερίας, όλα αυτά έχουν καλλιεργήσει καινούργια εδάφη για τις αντιδραστικές ιδέες. Μια πολύμορφη πολιτισμική εξέγερση εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν συντελείται πλέον μετωπικά και βιαίως (εξαιρουμένων κάποιων εξτρεμιστών του τραμπισμού στις ΗΠΑ αλλά και κάποιων βίαιων ακροδεξιών στην Ευρώπη). Είναι μια εξέγερση που εμφανίζει τον εαυτό της ως αντι-αφύπνιση, ως εναλλακτική/ αμυντική αφύπνιση κατά της παρακμής: η δε παρακμή ανάγεται σε ένα σύνολο ιδεών και ευαισθησιών που εκπροσωπούν τον μεταμοντέρνο αριστερό φιλελευθερισμό και ριζοσπαστισμό.
Τούτη η αντι-αφύπνιση επιθυμεί τη διαμόρφωση μιας πολιτισμικής δεξιάς που θα αναλάβει τον υπαρξιακό αγώνα εναντίον της πολιτισμικής αριστεράς. Αυτό είναι το νήμα που ενώνει πια ανατολικοευρωπαίους συντηρητικούς λαϊκιστές, Ιταλούς μετα-φασίστες, Γάλλους νεο-λεπενικούς ή Σκανδιναβούς και Ολλανδούς ακτιβιστές κατά της ισλαμοποίησης της Ευρώπης. Είναι ένα νήμα που μπορεί και φέρνει ζηλωτές Καθολικούς με εθνικιστές συντηρητικούς και σφόδρα «αντιπαπικούς» ορθόδοξους Χριστιανούς, μετα-φασίστες που ορκίζονται σε κάποιες δυτικές/ατλαντικές αξίες με οπαδούς της πολιτισμικής προσέγγισης στον ρωσικό κόσμο, «λαϊκιστές» της δεξιάς και οργανώσεις που αυτοαποκαλούνται ταυτοτικές.
Το ερώτημα που νομίζω πως έχει σημασία δεν είναι πλέον αν έχει πράγματι συγκροτηθεί ένας παρόμοιος διεθνικός χώρος ιδεών και παθών. Έχει συμβεί εδώ και κάποια χρόνια και, όπως έχει υποστηριχτεί σοβαρά, τα ρεύματα αυτά κατάφεραν να πολλαπλασιάσουν τη δυναμική τους με το πέρασμα στον ψηφιακό ακτιβισμό και στα social media. Το ερώτημα είναι με ποιους τρόπους μπορεί να αντιμετωπιστεί η στρεβλή χρήση της πολιτισμικής ανασφάλειας και των αποσταθεροποιητικών εμπειριών που σωρεύονται πλέον επικίνδυνα στη ζωή των πολιτών στις καπιταλιστικές δημοκρατικές κοινωνίες. Εδώ μπορεί να πει κανείς πως η πολιτισμική δεξιά επιχειρεί ένα πνευματικό και συναισθηματικό «πραξικόπημα», ένα ιδιότυπο coup. Απορρίπτοντας (τουλάχιστον στο επίπεδο της ρητορικής και των προθέσεων) ορισμένες από τις σκληρές αντιδημοκρατικές και φιλο-αυταρχικές θέσεις του παρελθόντος, συστήνεται ως χώρος προάσπισης των ευρωπαϊκών αξιών, της ελληνοδυτικής ταυτότητας ή και της ιουδαιο-χριστιανικής κληρονομιάς. Η ανάδειξη των κινδύνων από την ισλαμοποίηση έφερε, ας πούμε, πολλά τμήματα των σύγχρονων υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών χώρων σε μία ρητορική υπέρ των δικαιωμάτων της γυναίκας, κατά του σκοταδισμού, υπέρ των «ανοιχτών κοινωνιών» που δεν πρέπει να ανέχονται τη βαρβαρότητα της sharia. Το σοκ από τις αποκρουστικές ισλαμιστικές επιθέσεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης και η ανεπαρκής ή απαράδεκτα στρεψόδικη απάντηση πολλών προοδευτικών στο αυταρχικό πολιτικό Ισλάμ, έδωσαν χώρο στον αφοριστικό και ισοπεδωτικό λόγο των νέων αντιδραστικών «κατά των Μουσουλμάνων». Κλασικές προοδευτικο-διαφωτιστικές αναφορές (δικαιώματα γυναίκας, δικαίωμα στη βλασφημία κ.λπ.) ενσωματώνονται κατά το δοκούν στην πολιτισμική αντεπίθεση κατά του Ισλάμ ή των πολυπολιτισμικών φιλελεύθερων. Φυσικά, ο χώρος των ριζοσπαστικών δεξιών κοινών δεν ιδιοποιείται τον παλαιότερο φεμινισμό ή τη φιλελεύθερη υπεράσπιση του δικαιώματος κριτικής στη θρησκεία, παρά από τη στενή και αποκλειστική πλευρά ενός αντι-μουσουλμανικού ή ευρύτερου αντιμεταναστευτικού λόγου. Με την πρώτη ευκαιρία και ιδίως στον γαλαξία των social media, το κοινό αυτής της ακραίας ή αντισυμβατικής δεξιάς επιστρέφει στον εδραίο αντιφεμινισμό, στο εγκώμιο των πατριαρχικών ηθών και γενικότερα σε στάσεις πολιτισμικής παραδοσιαρχίας[4].
Η ιδιοποίηση της συμβατικής δυτικο-διαφωτιστικής οπτικής έφτασε μέχρι την απόπειρα των νεο-λεπενικών δυνάμεων στη Γαλλία να προβληθούν ως συνεπείς δυνάμεις της République που δεν εγκλωβίζονται στο παρωχημένο δίπολο της δεξιάς και της αριστεράς. Θέματα που είχαν αναπτυχτεί παλιότερα και προσφάτως στο πολιτικό κέντρο ή σε συνηθισμένα χριστιανοδημοκρατικά συντηρητικά μορφώματα, ενσωματώνονται πλέον στη ρητορική της νέας Αντίδρασης.
Ο περίπλοκος και ασφαλώς πολύ πιο ευφυής χειρισμός διαφόρων ιδεολογικών και πολιτισμικών συμβόλων, δυσκολεύει τον «αντίπαλο λόγο». Στους χώρους της αριστεράς, για παράδειγμα, η εμμονή σε έναν αντιφασισμό παλαιάς κοπής και η παρουσίαση όλων των συντηρητικών φωνών ως περίπου φασιστικών, μπορεί να συσπειρώνει ένα ακροατήριο αναμνήσεων και αριστερών στρατεύσεων ή να αγγίζει ένα κομμάτι των νέων στη βάση της εναντίωσης στην αστυνομία, δεν έχει εμποδίσει όμως τη διάχυση των αντιδραστικών ιδεών και συναισθημάτων σε μεγαλύτερα ακροατήρια. Για παράδειγμα, ο διχασμός ή μετεωρισμός των αριστερών φωνών μεταξύ της άρνησης των εθνικών συνόρων και των εκκλήσεων για μία ανεξάρτητη (σχεδόν αυτάρκη) εθνική πορεία, δημιουργεί συγχύσεις και ανασφάλεια σε εκείνα τα τμήματα των λαϊκών τάξεων που θέλουν την προστασία των εισοδημάτων και της αγοραστικής τους δύναμης αλλά ανησυχούν και για τις άτακτες μεταναστευτικές ροές. Αυτή η σύγχυση όπως και τα αισθήματα κόπωσης και εκνευρισμού από τη συμπεριφορά των παραδοσιακών ηγετικών στρωμάτων και ελίτ, ενισχύουν τη θέση των νέων αντιδραστικών σχηματισμών. Και εκεί που αυτές οι δυνάμεις δεν υπάρχουν ακόμα ως συγκροτημένη πολιτική, δρουν και παράγουν σκέψεις και συναισθήματα στη σφαίρα της επικοινωνίας και στο επίπεδο των ιδεολογικών επιδράσεων.
3.
Η νέα Αντίδραση εμφανίζεται ενίοτε ως ρηχή, επικοινωνιακή εκδοχή ενός δεξιού λαϊκισμού με πολιτικές φιλοδοξίες και συμβατικές τακτικές. Αν και υπάρχουν λόγιες και θεωρητικές αναφορές (κάποιοι Καθολικοί συντηρητικοί διανοούμενοι, παλιότερες και νεότερες φιγούρες της alt right ρητορικής, περιπτώσεις δημόσιων διανοουμένων στο στιλ του Ερίκ Ζεμούρ στη Γαλλία), η φιλοσοφία των νέων αντιδραστικών χώρων είναι ένας εκλεκτικισμός από ποικίλες αφηγήσεις της κρίσης και της δυτικής πτώσης. Μπορεί να συναντήσει κανείς από μια, σχεδόν φυλετική, αγωνία για την τύχη του λευκού Ευρωπαίου ανθρώπου μέχρι τα κλασικά συναγερμικά θέματα για την κρίση του πολιτισμού, τη διάλυση της πυρηνικής οικογένειας, την αποδόμηση του σχολείου με ευθύνη των παιδαγωγών και δασκάλων της αριστεράς.
Όλα αυτά τα μοτίβα φύονται παράλληλα σε διαφορετικά εθνικά πλαίσια, από τη Σουηδία μέχρι τη χώρα μας, κι από τη Γαλλία μέχρι τις ΗΠΑ. Και συχνά η απάντηση σε αυτές τις απόψεις, παίρνει τη μορφή της άρνησης κάποιων φαινομένων. Λ.χ. εφόσον οι νέοι Αντιδραστικοί τονίζουν την έξαρση της ανομίας και της εγκληματικότητας, κάποιοι σπεύδουν να ισχυριστούν πως αυτά τα προβλήματα είναι κατασκευάσματα ενός αντιδραστικού «ηθικού πανικού» ή ψευδείς υπερβολές μιας ακροδεξιάς φαντασίας. Υπάρχει εξάλλου ο φόβος ότι αν κάποιοι από άλλους πολιτικούς χώρους αποδεχτούν ζητήματα που έχει θέσει η «ατζέντα των αντιδραστικών», θα προσφέρουν ηθική και κοινωνική νομιμοποίηση σε αυτήν ακριβώς την ιεράρχηση των ζητημάτων και στις αντίστοιχες λύσεις (λχ. περισσότερη αστυνομία, περισσότερη αυστηρότητα στις ποινές κ.λπ.).
Είναι ένα σοβαρό αλλά όχι πάντα έγκυρο στις προβλέψεις του επιχείρημα. Γιατί μπορεί να σκεφτεί κανείς πως μια λογική συστηματικής υποτίμησης πραγματικών δεινών οδηγεί σε μορφές αυτολογοκρισίας, σε κοινωνιολογικές κοινοτοπίες ή στην περιφρόνηση της ίδιας της κοινωνικής εμπειρίας. Από την άλλη, έχουν υπάρξει προτάσεις και επεξεργασίες που αντιλαμβάνονται πως το πρόβλημα της νέας Αντίδρασης δεν μπορεί να διαχωρίζεται από τις εκτροπές της γενικότερης πολιτικής των ταυτοτήτων. Στη Γαλλία έχει παρουσιαστεί η ενδιαφέρουσα θεωρητική υπόθεση της «ταυτοτικής τανάλιας» (tenaille identitaire), σύμφωνα με την οποία η μετατόπιση προς το θέμα της φυλής ευνοεί τα δύο άκρα, είτε μία εθνοτικο-φυλετική αντίληψη της Πολιτείας [Republique], είτε τους ριζοσπαστικούς ισλαμιστές κι εκείνους που χρησιμοποιούν τη φυλή ως βασικό αυτοπροσδιορισμό και μαχητική ταυτότητα[5].
Αν και η θεωρία της «ταυτοτικής τανάλιας» έχει πολλούς επικριτές στην νέα πολιτισμική αριστερά, μαρτυρά τη δυσφορία ενός τμήματος της κριτικής και δημοκρατικής διανόησης για την αναγωγή των αγώνων ισότητας και δικαιοσύνης σε πολέμους γύρω από τους φυλετικούς καθορισμούς ή τις σεξουαλικές ταυτότητες. Προφανώς, η νέα αντιδραστική δεξιά τείνει πάντα να απλοποιεί, να χειραγωγεί, να παρουσιάζει τα πράγματα με όρους είτε-είτε. Το χαρακτηριστικό της είναι η όξυνση κάποιων αντιθέσεων που συνήθως δεν έχουν έλλογα νοητή ή πολιτικά δημοκρατική λύση. Αυτό που προσπαθεί δε εδώ και κάποιο καιρό είναι να απομακρυνθεί από τα «άκρα» και να απορροφήσει τους παραδοσιακούς χώρους της Δεξιάς, ενώ την ίδια στιγμή ενσωματώνει αγωνίες και ρητορικές με προέλευση την παλαιά, κοινωνιοκεντρική Αριστερά.
Ως προς αυτό, μπορούμε να πούμε πως η νέα Αντίδραση, είτε ως μεταφασισμός είτε σε άλλες πιο ιδιαίτερες μορφές, ανακαλεί τον εκλεκτικό υβριδισμό του πρωταρχικού φασισμού. Και εκείνος, τουλάχιστον στις λατινογενείς, ιταλικές ή γαλλικές του εκδοχές, στηριζόταν σε αφομοίωση ιδεών από διαφορετικές ιδεολογικές οικογένειες[6]. Η Αντίδραση που σχηματίζεται τα τελευταία χρόνια υπόσχεται τάξη και κανονικότητα στη ζωή των ανθρώπων της ύστερης νεωτερικότητας, την ίδια στιγμή όμως υποστηρίζει και τις εξεγέρσεις, την ανυπακοή και μια ρητορική οιονεί ελευθεριακή. Στην πανδημία υπήρξε ο κατεξοχήν χώρος που ενθάρρυνε την άρνηση σε μέτρα και την αντιεμβολιαστική κινητοποίηση. Σε διάφορες μάχες μπορεί και «κατεβαίνει στον δρόμο» και συντονίζεται με λαϊκά κινήματα, όπως πριν από κάποιον καιρό με τα Κίτρινα Γιλέκα. Η νέα Αντίδραση έρχεται να καλύψει το κενό αντιπροσώπευσης τμημάτων του λαού που βλέπουν πως οι συνθήκες ζωής και οι κυρίαρχες αξίες αλλάζουν άρδην και αισθάνονται πως αυτές οι μεταβολές δεν τους συμπεριλαμβάνουν. Θα έλεγε κανείς πως είναι μια έκφραση της ηχηρής εναντίωσης στις πολιτισμικές, σεξουαλικές και ηθικές επιλογές που τείνουν να γίνουν κυρίαρχες ή έστω να εισακούονται περισσότερο. Αυτό μετατρέπει τη νέα Αντίδραση σε ένα είδος αντικουλτούρας των φιλελεύθερων δημοκρατιών του 21ου αιώνα.
Ο ριζοσπαστικός συντηρητισμός μπορεί να ιδωθεί σαν μια μορφή απόκρισης στο σοκ της κουλτούρας αλλά και σε τραύματα που έχουν να κάνουν με τις υλικές ευκαιρίες και τα γενικότερα κοινωνικά προβλήματα των μεσαίων και κατώτερων τάξεων. Αν και η αιχμή της νέας Αντίδρασης είναι θέματα τρόπων ζωής και αξιών, οι νέες οικονομικές και ενεργειακές κρίσεις ευνοούν τη διπλή ατζέντα, έναν δεξιό ριζοσπαστισμό στα θέματα αξιών και έναν κοινωνιοκεντρικό ή προστατευτικό λαϊκισμό στα θέματα της υλικής και οικονομικής ασφάλειας.
Από το πώς θα απαντήσουν σε αυτά τα δύο σκέλη άλλες δυνάμεις και πολιτικά υποκείμενα, θα εξαρτηθεί το εάν ο χώρος της ριζοσπαστικής Αντίδρασης θα ενισχύσει τον λόγο και την παρουσία του στην ευρωπαϊκή και διεθνή ζωή. Θα εξαρτηθεί εντέλει το αν θα αποκτήσει περισσότερα ερείσματα στη νεότερη γενιά όπου, ως προς αξίες και πολιτικές ευαισθησίες, φαίνεται να έχει ισχυρότερη επίδραση μια πολιτισμική, φιλελεύθερη αριστερά.
[1] Παναγιώτης Κονδύλης, Αντίδραση-Παλινόρθωση, Αθήνα, Ίνδικτος, 2001. Και φυσικά το οpus magnus Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου, ΠΕΚ, 2015.
[2] Φυσικά η διάκριση ανάμεσα σε συμβατικούς (mainstream) χώρους και ριζοσπαστικούς ή ακραίους, μπορεί να θεωρηθεί «ενδεχομενική και κατασκευασμένη ιδεολογικά», αν και περιγράφει πραγματικές τάσεις. Βλ. Katy Brown, Aurelien Mondon και Aaron Winter, “The far-right, the mainstream and mainstreaming: towards a heuristic framework”, Journal of Political Ideologies, DOI: 10.1080/13569317.2021.1949829. Για μια προδρομική μελέτη που επηρέασε όλο το σχετικό πεδίο Βλ. Paul Hainsworth, The politics of the extreme right: from the margins to the mainstream London and New York: Pinter, 2000.
[3] H θεωρία της μεγάλης αντικατάστασης χρεώνεται κυρίως στον ακροδεξιό διανοούμενο Renaud Camus (Le Grand Remplacement, Neuilly-sur-Seine, εκδόσεις David Reinharc, 2011), αλλά προφανώς απηχεί ποικίλες εκδοχές του φόβου για αντικατάσταση των γηγενών πληθυσμών της Ευρώπης από μια πλημμυρίδα ξένων μεταναστών.
[4] Βλ. Mike Fielitz και Nick Thurston N. (επιμέλεια), Post-digital cultures of the far right: Online actions and offline consequences in Europe and the US, transcript Publishing, 2018.
[5] H θεωρία της «ταυτοτικής τανάλιας» αναπτύχθηκε κυρίως από τον κοινωνιολόγο Laurent Bouvet που εισηγήθηκε, εκτός των άλλων, και μια άλλη έννοια η οποία προκάλεσε διαμάχες, την έννοια της πολιτισμικής ανασφάλειας. Βλ. ενδεικτικά Laurent Bouvet, Le péril identitaire, Editions de l’ Observatoire, 2019.
[6] Παρά τις ενστάσεις σημαντικών διανοουμένων κα στοχαστών (όπως ο Raymond Aron, o Μichel Winnock, o David Assouline και άλλοι), το έργο του ισραηλινού ιστορικού των ιδεών Ζeev Sternhell, Ni Droite, Ni Gauche. L’ idéologie fasciste en France, Brussels, Complexe, 1987 (1983), τεκμηριώνει επί της ουσίας την υβριδική κατασκευή του φασισμού από αριστερές και δεξιές πηγές. Ο Στερνχέλ μιλάει βεβαίως για «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», ενώ ορθότερο θα ήταν το «και δεξιά και αριστερά». Η ταυτόχρονη εγγραφή δεξιών-αριστερών στοιχείων χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της ριζοσπαστικής δεξιάς και του φασισμού ήδη από την γέννησή τους στις αρχές του 20ού αιώνα. Για τον ιδεολογικό υβριδισμό της νέας δεξιάς βλ. Taguieff, Sur la nouvelle droite: jalons d’une analyse critique. Paris: Descartes & Cia, 1994.
