Η Μελουζίνη μου ’δωσε φτερά
και μου τα πήρε.
Μπορεί και να ’ναι τελικά
η πατρίδα, οι έρωτες, τα τραύματα.
Μπορεί και να ’ναι
το ατέλειωτο ταξίδι
στους αιώνες.
Αυτή διαφέντευε στην Εσπερία
δύο πύργους.
Είναι πλανεύτρα,
μάγισσα και ηγήτορας.
Αθώα και άνηβη
τη συναπάντησα τυχαία
στου ποταμού τις όχθες
στις δίχως λογική
περιπλανήσεις μου τις νύχτες.
Σταγόνες τότε
από το αίμα της
εισχώρησαν στις φλέβες μου.
Έκτοτε βαραίνω πιο πολύ
και αυτή από τότε ανασαίνει δίπλα μου.
Κι όταν τα βράδια γδύνομαι
ακούω το θρόισμα των ρούχων της
λες γδύνεται και αυτή μαζί μου.
Φορώ τα ενώτιά μου, καθρεφτίζομαι,
βλέπω ένα χέρι
μου κλέβει ανύποπτα το ένα.
Και ιδού η νεράιδα
εμφανίζεται ξανά
μου το προσφέρει.
Γνωρίζει μαγγανείες,
προφητεύει,
προλέγει τα μελλούμενα.
Πρέπει αναγκαστικά
να πορευτώ μαζί της.
Πρέπει, εάν επιθυμώ
να βλέπω φως
εκεί που οι άλλοι είναι βέβαιοι
πως βασιλεύει το σκοτάδι.
Αν θέλω τέλος
ν’ ακουστεί
από ένα τρίσβαθο πηγάδι
η άπελπις φωνή μου.

