Λεωνίδας Παπαλαμπρόπουλος

Η ομπρέλα

Η κατασκευή της παράδοσης

Η συζήτηση για τη σχέση παράδοσης και αρχιτεκτονικής παρουσιάζει μεγάλο βαθμό πολυπλοκότητας και απαιτεί συναισθηματική ουδετερότητα για να μπορέσει κανείς να παρακολουθήσει με κριτικό τρόπο τη σχέση των δύο όρων. Η προβληματική σχετικά με τον ορισμό της έγκειται στη διαπλοκή των όρων παράδοση και κατασκευασμένη παράδοση και τις σχέσεις εξάρτησης που εμπεριέχουν αυτές οι δύο έννοιες. Αν η παράδοση ορίζεται ως το σύνολο των πολιτισμικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια ευρύτερη κοινωνική ομάδα και συνδέονται μέσω μιας κοινής συμβολικής γλώσσας η οποία μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, η κατασκευασμένη παράδοση αποτελεί την ερμηνεία της ως μια νέα κατασκευή ενεργοποίησης του συλλογικού φαντασιακού. Πολλές φορές τα όρια ανάμεσα στις δύο έννοιες είναι δυσδιάκριτα, ο ένας όρος σχηματίζει ή συμπληρώνει τον άλλο, ενώ την ίδια στιγμή και οι δύο απαιτούν τη λανθάνουσα λειτουργία τους στο συλλογικό ασυνείδητο.

Το ζήτημα επικεντρώνεται στον ελλαδικό χώρο κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, στη σχέση της κατασκευασμένης παράδοσης ως κληροδότημα της γενιάς του ʼ30 και την επανεγγραφή του στο σύγχρονο περιβάλλον και ειδικότερα στον σχηματισμό μιας νέας αρχιτεκτονικής της σχόλης, η οποία και προσπαθεί να ερμηνεύσει την ελληνική ύπαιθρο. Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο τάσεις, οι οποίες παρουσιάζουν όμως κοινές αντιφάσεις ως προς τις αρχικές παραδοχές τους.

Η μία έχει ως αφετηρία τη λόγια αρχιτεκτονική και την εξιδανίκευση του άνυδρου ασκητικού ελληνικού τοπίου και κατά προέκταση μιας ασκητικής αρχιτεκτονικής του μόχθου, έτσι όπως αυτή κορυφώνεται στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική του μοντέρνου. Η αγροικία ως μια κατασκευή αρχικά σχετιζόμενη με την εργασία επαν-εγγράφεται αυτή τη φορά σε ένα πλαίσιο άμεσα σχετιζόμενo με τη σχόλη. Η τυπολογική επίλυση μιας νέας αρχιτεκτονικής των διακοπών και κατά προέκταση η μετατροπή της αγροικίας σε παραθεριστική κατοικία απαιτεί τη «μοναξιά» των κατασκευών στο τοπίο, αγνοώντας την απαίτηση του πλήθους για διακοπές. Οι κατασκευές συνομιλούν με την «κατασκευή» της παράδοσης μέσω μιας νέας «ασκητικής» και, κατά προέκταση, διεκδικούν τη μοναδικότητά τους μέσω του υψηλού στην ελληνική ύπαιθρο.

Η δεύτερη συγκρότηση αφορά τη μη λόγια θεσμοθέτηση της παράδοσης ως ένα σύνολο νομικών διατάξεων που προσπαθούν να γεφυρώσουν το πρόβλημα της πρότερης παραδοσιακής ασκητικής αρχιτεκτονικής του μόχθου, την κατασκευή της εθνικής ταυτότητας ως τουριστικού προϊόντος και τη διευθέτηση της αυξημένης ανάγκης για παραθεριστική κατοικία. Στην περίπτωση αυτή ο θεσμοθετημένος «παραδοσιακός χαρακτήρας» λειτουργεί ως ένα ένδυμα απόκρυψης των συλλογικών ενορμήσεων, ένα είδος λογοκρισίας του συλλογικού φαντασιακού ώστε αυτό να μπορέσει να συνεχίσει με λανθάνοντα τρόπο τη λειτουργία του. Το νέο τοπίο συγκροτείται αυτή τη φορά ως ένα μεταμφιεσμένο προαστιακό περιβάλλον.

Η διεκδίκηση της υπαίθρου από το πλήθος, καθώς και η προβληματική χωρική και τυπολογική άρθρωση των λογοκριτικών μηχανισμών συγκρότησης της αρχιτεκτονικής, σε συνδυασμό με το έντονο φαινόμενο της διάχυσης (sprawl), απαιτούν την επανεξέταση του αιτήματος για τη συγκρότηση μιας νέας αρχιτεκτονικής των διακοπών.

Προς μια Νέα Αρχιτεκτονική των Διακοπών

Στην ταινία Η Ομπρέλα (L’ Ombrellone) ο πρωταγωνιστής εγκαταλείπει την πόλη της Ρώμης για να συναντήσει τη γυναίκα του Giuliana, η οποία παραθερίζει στις ακτές της Αδριατικής στην περιοχή Riccione, κοντά στην πόλη του Rimini. Αρχικά η κάμερα παρακολουθεί την ομαλή πορεία του αυτοκινήτου να αφήνει το έρημο από κόσμο περιβάλλον της πόλης. Το ήρεμο τράβελινγκ της κάμερας διακόπτεται βίαια από σκηνές πλήθους κατά μήκος της παραλίας, καθώς τα σώματα των λουόμενων καλύπτουν πλήρως την ατελείωτη αμμουδιά της ακτογραμμής. Το τράβελιγκ της κάμερας συνεχίζεται αυτή τη φορά παρακολουθώντας τη δίχως όρια γραμμική ανάπτυξη τουριστικών υποδομών κατά μήκος της ακτογραμμής, η ήρεμη μουσική της αρχής και η σιωπή της έρημης πόλης αντικαθίστανται από τη βοή του πλήθους και το έντονα εύθυμο τραγούδι που συνοδεύει την πορεία της κάμερας κατά μήκος της ακτής. Ο πρωταγωνιστής βρίσκεται πλέον εντός ενός συμπλέγματος σωμάτων, κτιρίων και υποδομών, όπου τα όρια είναι δυσδιάκριτα. Η άμεση αντιπαράθεση των δύο πλάνων εκθέτει τη μητροπολιτική συνθήκη που διέπει την πόλη τόσο ως εργασία όσο και ως σχόλη, αντιπαραβάλλοντας ένα σύμπλεγμα δημόσιων χώρων σε άμεση συσχέτιση με το συλλογικό φαντασιακό.

Το «Συνεχές Μνημείο» σωμάτων, ομπρελών, αποδυτηρίων και στεγάστρων προσπαθεί να διατυπώσει μια αρχιτεκτονική των διακοπών τοποθετώντας στο επίκεντρό της την παράμετρο του πλήθους και κατά προέκταση τη μετεγγραφή της μητροπολιτικής συνθήκης στη μεσογειακή ύπαιθρο. Αν το «συνεχές μνημείο» αποτελεί το χωρικό ανάλογο μιας basilica και η ακτογραμμή ένα νέο forum, θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει ευρήματα για τη συγκρότηση ενός αρχιτεκτονικού λεξιλογίου ικανού να εντάξει τις σύγχρονες προκλήσεις δίχως να επαναπαύεται στην λειτουργία των λογοκριτικών μηχανισμών ή στην εξιδανικευμένη θεώρηση ενός παρελθόντος που δεν μπορεί να επανέλθει.

⸙⸙⸙

[Ο Λεωνίδας Παπαλαμπρόπουλος είναι Αρχιτέκτονας, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών (papalampropoulos/syriopoulou architecture bureau).]

Κύλιση στην κορυφή