Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Σπύρος Γιανναράς

Η ώρα του λύκου

Λάσζλο Κρασναχορκάι, Herscht 07769, μετάφραση: Μανουέλα Μπέρκι, Πόλις, Αθήνα 2023.

Eίναι απείρως δύσκολο να μιλήσεις για τα πολλαπλώς μεγάλα, τόσο σε όγκο, όσο και σε αξία, βιβλία· ιδιαίτερα δε για τα πολυπλόκαμα μυθιστορήματα του, μεγαλύτερου ίσως πεζογράφου της εποχής μας, Λάσζλο Κρασναχορκάι. Στην εποχή της μετα-αλήθειας, δηλαδή μετά την κατάρρευση του άξονα αναφοράς που συγκροτεί ανθρώπινη συλλογικότητα, στην εποχή όπου οι άπειρες μεταμφιέσεις της α-λήθειας, μάλλον μας βυθίζουν στο σκοτάδι, παρά φωτίζουν οτιδήποτε, ο Ούγγρος συγγραφέας επιμένει να αναστοχάζεται φιλοσοφικά, υπαρξιακά και κυρίως μυθιστορηματικά την ανθρώπινη συνθήκη. Συνεχίζει να διερωτάται, οντολογικά μιλώντας, τι μπορεί να υπάρχει εκεί που κάποτε υπήρχε κάτι, το οποίο έχει πλέον καταρριφθεί, γνωρίζοντας καλά πως τίποτε δεν μπορεί να λειτουργήσει στο κενό.

Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα Η Σεϊόμπο πέρασε από εκεί κάτω, ψηλαφεί έναν κόσμο όπου η έννοια της ομορφιάς, με τη χειροπιαστή και μεταφυσική της σημασία, έχει αντικαταστήσει τον Θεό μετά τον θάνατό του. «Είναι πολύ επικίνδυνο να γράφεις για την ομορφιά», υποστηρίζει, «γιατί τότε μεταφέρεσαι σε μια αχανή απεραντοσύνη, και κοιτάζοντας πέρα από το συγκεκριμένο σύνορο, η εικασία σου ότι πρέπει να υπάρχει κάτι πέρα απ’ αυτό, παύει να είναι μια απλή υπόθεση». Η υπαρξιακή απορία αποτελεί το μεταφυσικό όριο του Λάσζλο Κρασναχορκάι. Καθώς όμως ανακυκλώνει διαρκώς σε κάθε του κείμενο, μελωδικά και σχεδόν σαν ψαλμωδία, το ίδιο ερώτημα περί ορίου, πασχίζει, θα ʼλεγε κανείς, να μετατοπίσει λίγο πιο πέρα, το σημερινό αδιέξοδο· να μετακινήσει, έστω και ελάχιστα εκατοστά, έναν τοίχο: την πεποίθηση, η οποία ταλανίζει και τους ήρωές του, ότι ζουν σ’ έναν αδιέξοδο κόσμο ως νέοι δαιμονισμένοι. «Ο Άγγελός της Ζωής και ο Άγγελος του Πολέμου είναι το ίδιο και το αυτό», υποστηρίζει στην ίδια συνέντευξη με αφορμή το βιβλίο. «Έτσι τους αντιλαμβάνομαι εγώ, αλλά και οι χαρακτήρες μου, ως μία ύπαρξη, ενώ στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για υπάρξεις, αλλά για υπαρκτικές δυνάμεις οι οποίες είναι ταυτόχρονα παρούσες κάθε στιγμή, που σημαίνει τη μοναδική στιγμή που υφίσταται πραγματικά, η οποία όμως υφίσταται μονάχα εάν της ρίξεις μια φευγαλέα ματιά».

Κυκλώνω, κάπως αδέξια, είναι η αλήθεια, το θέμα μου, ψάχνοντας μια ρωγμή για να εισέλθω στο πολυδαίδαλο μυθιστόρημα Herscht 07769. Γιατί τα μυθιστορήματά του Ούγγρου συγγραφέα λειτουργούν ως δίνες, ως ρέοντα ρεύματα λόγου που σε παρασύρουν στον στρόβιλό τους, χωρίς να σου αφήνουν το περιθώριο να πιαστείς από κάπου. Δύσκολα σού παραχωρούν, δηλαδή, και ένα συγκεκριμένο σημείο εισόδου. Αυτή είναι, εν ολίγοις, η ανθρώπινη συνθήκη κατά Κρασναχορκάι: μια αέναη δίνη στην οποία παρασύρεται ο άρριζος κι οντολογικά ανέστιος άνθρωπος του 21ου αιώνα, μην έχοντας καμία βεβαιότητα ή αλήθεια για να πιαστεί. Ο σύγχρονος, μ’ άλλα λόγια, βίος δεν είναι παρά ένα ιλιγγιώδες κι ασταμάτητο Τανγκό του Σατανά. Διόλου τυχαία, λοιπόν, το μότο του μυθιστορήματος, το οποίο θα μπορούσε να κοσμεί ως πλατωνική επιγραφή ολόκληρο το λογοτεχνικό σύμπαν του Κρασναχορκάι, είναι η φράση: «η ελπίδα αποτελεί σφάλμα».

Επιστρέφω στην ομορφιά. Στην ομορφιά, όχι απλώς ως υπαρκτική συνθήκη, αλλά ως τον μοναδικό πιθανό άξονα, τον βράχο απ’ όπου θα μπορούσε δυνητικά, το νεωτερικό νιχιλιστικό υποκείμενο, οι ήρωες δηλαδή του Λάσζλο, να πιαστούν. Το μεταφυσικό κάλλος το ενσαρκώνει στο μυθιστόρημα το μουσικό σύμπαν του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Εξ ου και ο υπότιτλος: «Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ». Ο Φλόριαν αποτελεί μια ακόμη παραλλαγή του αγαπημένου ντοστογιεφσκικού ήρωα του Κρασναχορκάι: του πρίγκιπα Μίσκιν. Ο οποίος με τη σειρά του υπήρξε η πρώτη ενδεχομένως απόπειρα ένταξης ενός ήρωα κατ’ εικόνα του Χριστού στη λογοτεχνία. Ο αλησμόνητος Φλόριαν αποτελεί την προσωποποίηση της ιερής αφέλειας· είναι ένας άνθρωπος άμετρης καλοσύνης, που, όπως συμβαίνει και με τον Μίσκιν, δεν μπορεί να διανοηθεί το κακό. Σε αντίθεση όμως με τον ντοστογιεφσκικό ήρωα, ο Φλόριαν είναι ένας αμνός χωρίς Θεό. Ακριβώς όπως κι η προηγούμενη παραλλαγή του Κρασναχορκάι, ο βαρόνος Βένκχαϊμ του ομώνυμου μυθιστορήματος, οδηγείται στον χαμό του, καθώς εξαιτίας της άμετρης αδυναμίας του να πράξει το κακό – παρά μόνο ανυστερόβουλα και ως «σφάλμα» – δεν έχει υπαρξιακά θέση στον σύγχρονο μετα-αποκαλυπτικό κόσμο. Έναν κόσμο, όχι θεμελιωμένο στο Κακό, αλλά χειρότερα ίσως, έναν κόσμο που αδυνατεί να ξεχωρίσει ή διαχωρίζει με εντελώς αυθαίρετο τρόπο, το Καλό από το Κακό. Έναν κόσμο χωρίς οντολογικά και κατ’ επέκταση ηθικά κριτήρια.

Συγχωρέστε μου, μια πρώτη παρέκβαση. Ο Λάσζλο Κρασναχορκάι γράφει μια σύγχρονη μετα-αποκαλυπτική λογοτεχνία. Σε αντίθεση όμως με τις σταθερές του λογοτεχνικού αυτού είδους, δεν περιγράφει έναν ολοσχερώς κατεστραμμένο κόσμο, από πυρηνική ή άλλη ανθρώπινη καταστροφή. Ούτε βέβαια εισβάλλει στα ιδιαίτερα χωράφια της επιστημονικής φαντασίας, ζυμώνοντας την φιλοσοφική και οντολογική έννοια του Κακού με εξω-ανθρώπινες μορφές ζωής ή σκοτεινές δυνάμεις. Για τον Ούγγρο η αποκάλυψη έχει συντελεστεί χωρίς να αλλάξει η εξωτερική συνθήκη της ζωής. «Η αποκάλυψη είναι ο τωρινός τρόπος της ύπαρξης. Η αποκάλυψη είναι το αδιάλειπτο παρόν, το οποίο είναι αδύνατον να αποτραπεί. Πώς είναι δυνατόν ν’ αποτραπεί το παρόν;», αναρωτιέται στην ίδια συνέντευξη. Αποκάλυψη με την έννοια, ταυτόχρονα, της καταστροφής, όσο και της ανάδειξης ή ανάδυσης ενός νέου τύπου υποκειμένου, και εν τέλει μιας νέας απορίας, όσον αφορά τον τρόπο ύπαρξής του εν λόγω υποκειμένου.

Ο Φλόριαν και οι περισσότεροι κεντρικοί ήρωες των έργων του Κρασναχορκάι λειτουργούν ως λύδιες λίθοι ή ως καταλύτες για τη βυθομέτρηση της αποκαλυπτικής πραγματικότητας· τον κόσμο μετά το τέλος κάθε νοήματος. Το τέλος του Θεού, της Ηθικής και της Αλήθειας —όλα κεφαλαία. «Το κλειδί αυτού του αινίγματος ήταν ένας νεαρός ονόματι Φλόριαν Χερστ, αλλά θα μπορούσε να τον πει και τρελό του Χωριού». Ενώ οι μέχρι τώρα παραλλαγές του Μίσκιν υπέκυπταν, αδυνατώντας να επιβιώσουν σ’ έναν κόσμο δέσμιο του Κακού καθ’ οδόν προς την καταστροφή, ο Φλόριαν, ένα τέρας μυϊκής δύναμης και αφελούς, ντροπαλής καλοσύνης, αρνείται να αποδεχθεί μοιρολατρικά τη δεδομένη συνθήκη. Ο Φλόριαν μ’ άλλα λόγια δεν είναι εν τέλει καταλύτης, δεν βγαίνει αναλλοίωτος από την υπαρξιακή εξίσωση που στήνει τη φορά αυτή ο Κρασναχορκάι. Παραμένει οντολογικά ανοιχτός στην βιωμένη πραγματικότητα.

Ο ανοιχτός οντολογικά Φλόριαν έρχεται σταδιακά σε επαφή – από σπόντα ή με το λεξιλόγιο του συγγραφέα, από «σφάλμα» – μυείται δηλαδή υπαρξιακά στο μουσικό σύμπαν του Μπαχ. Ανακαλύπτει την Αποκάλυψη που σοβεί αέναα στο παρόν. Κι η σύγκρουση αυτή με το εγγενώς ανοίκειο, την εξοστρακισμένη δηλαδή Ομορφιά, βιώνεται όπως κάθε άλλη κοσμολογική ή πυρηνική σύγκρουση: εκρηκτικά. Κάνει κομμάτια την ως τότε αντίληψή του Φλόριαν για τον κόσμο. Εδώ πρέπει να τονίσω, έχοντας βρει έναν μπούσουλα γραφής, ότι άξονας μου, όπως και για τον Κρασναχορκάι, είναι ο ήρωάς του βιβλίου. Γιατί η λογοτεχνία ως προ-νεωτερική κατασκευή – σε αντίθεση με το φιλοσοφικό πλαίσιο του βιβλίου – λειτουργεί μονάχα με άξονες, συνήθως τους χαρακτήρες που συνθέτει και ξεδιπλώνει. Κεντρικός λοιπόν άξονας του μυθιστορήματος είναι ο Φλόριαν. Λέω μυθιστορήματος, κι αναφέρομαι στο ξετύλιγμα μιας μοναδικής φράσης σε βάθος 419 σελίδων. Ο Ούγγρος δεξιοτέχνης λειτουργώντας διαρκώς αντιστικτικά, χτίζει μια σειρά μουσικών παραλλαγών (contrapunto) πάνω στο προσφιλές του θέμα, την οντολογία του παρόντος, κατ’ εικόνα των έργων του Μπαχ. Η ανέλπιστη σχέση του Φλόριαν με τον Μπαχ αποτελεί συνεπώς μια παραλλαγή στο αρχικό θέμα του βιβλίου, την Αποκάλυψη μιας άλλης πραγματικότητας. Ο Φλόριαν έχει την πρώτη του μεταφυσική εμπειρία, την εμπειρία του μουσικού Κάλλους. Βρίσκει μια πρώτη κοσμολογική απάντηση σ’ έναν κόσμο δίχως υπαρξιακές ερωταποκρίσεις.

«άρχισε ν’ ακούει Μπαχ […] και απορούσε με τον εαυτό του, για ποιο λόγο δεν είχε ακούσει τον Μπόση απ’ την αρχή ότι στον Γιόχαν Σεμπάστιαν περιέχονται όλα τα μυστικά της ζωής». Και παρακάτω: «ο Φλόριαν είχε την άποψη ότι ο Μπαχ μιλούσε ακόμα κι όταν κανείς δεν τον άκουγε». Κι ακόμα: «πρόσφατα ανακάλυψε τη μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, κι ένιωσε ότι σε τούτη την ανακάλυψη ενυπήρχε μια οδηγία σε περίπτωση καταστροφής, αλλά την ένιωθε μόνο, δεν ήξερε τι περιείχε αυτή η οδηγία». Και τέλος: «αλλά δεν είναι μονάχα η ομορφιά, έγραψε, αλλά και ότι στον Μπαχ, όπως πιστεύει, μπορεί να ενυπάρχει η πρόταση για το τι θα πρέπει να κάνουμε την ώρα της καταστροφής του κόσμου». Η εμπειρία του Μπαχ τού καλλιεργεί υποσυνείδητα την υποψία για την άχρονη ύπαρξη μιας Αλήθειας, που μιλάει ακόμα κι όταν κανείς δεν ακούει. Εφόσον η υποψία αυτή αληθεύει, τότε έχουμε στα χέρια μας μια, έστω και προσώρας άγνωστη, απάντηση να ορθώσουμε ενάντια στην καταστροφή. Ενάντια στο σφάλμα: το Κακό, την απουσία ελπίδας, το οντολογικό κενό.

Η ενδεχόμενη απάντηση έρχεται να φωτίσει πρωτίστως τον αναγνώστη και δευτερευόντως (δηλαδή χωρίς ο ίδιος να μπορεί να την αντιληφθεί πλήρως) την δραματική αγωνία του Φλόριαν, με την οποία τίθεται σε κίνηση το βιβλίο, και η οποία εν συνεχεία το τροφοδοτεί υπόγεια ως αμετάκλητο ερώτημα. Ο Φλόριαν Χερστ αποστέλλει σειρά επιστολών στην καγκελάριο Μέρκελ θέλοντας να την προειδοποιήσει για την επικείμενη καταστροφή του κόσμου. Άλλη μια «μουσική» παραλλαγή του θέματος της Αποκάλυψης. Έχοντας ξεκινήσει να παρακολουθεί τα μαθήματα κβαντικής φυσικής του φυσικού κ. Κόλερ, έρχεται αντιμέτωπος με μια πρώτη – προ Μπαχ – συνειδητοποίηση: «ότι στο απόλυτο κενό διαδραματίζονται γεγονότα». Ταυτόχρονα ο αναγνώστης έρχεται με τη σειρά του αντιμέτωπος με ορισμένα παράδοξα, τα οποία στο σύμπαν του Κρασναχορκάι θα ονομάζαμε, και πάλι, σφάλματα. Κατ’ αρχάς, πρώτο παράδοξο ή παράλογο, ο τρελός του χωριού, ο πλέον αδαής, ο τελευταίος στην κλίμακα της γνώσης και της αντίληψης, εμφανίζεται να έχει μια δίψα για την κβαντική φυσική και την προέλευση του σύμπαντος. Όπως όμως συνήθως συμβαίνει με τους ήρωες του Ούγγρου, οι οποίοι σχολιάζουν την σχέση μας με το παρόν και κατά συνέπεια με τον ιστορικό χρόνο, ο Φλόριαν αντιλαμβάνεται με λανθασμένο τρόπο το επιστημονικό αυτό δεδομένο. Σε έναν κόσμο μετα-αλήθειας ή εντελώς σχετικοποιημένης αλήθειας, ακόμα και τα επιστημονικά δεδομένα είναι εκτεθειμένα σε κάθε δυνατή παρερμηνεία. Το ερώτημα όμως που αιωρείται επιτακτικό πάνω από το μυθιστόρημα είναι εάν και κατά πόσο η «παρερμηνεία» ή το με άλλα λόγια «σφάλμα» του Φλόριαν, μπορεί να συνιστά μια άλλη, πάντα αποσπασματική αλήθεια.

Μαθαίνοντας ο Φλοριάν ότι το σύμπαν γεννήθηκε εξαιτίας ενός σφάλματος, πανικοβάλλεται: «ολόκληρο το σύμπαν βασίζεται στο ανεξήγητο γεγονός ότι μέσα σε ένα περίκλειστο κενό δίπλα σε κάθε 1 δισεκατομμύριο μόρια ύλης δημιουργούνται πάντα 1 δισεκατομμύριο μόρια αντιύλης, και όταν συναντιούνται, τα μεν εξαλείφουν τα δε, αλλά ύστερα, αιφνίδια, ένας Θεός ξέρει πώς, μετά το 1 δισεκατομμυριοστό + ένα μόριο ύλης δεν παρουσιάζεται το 1 δισεκατομμυριοστό + ένα μόριο αντιύλης, κι έτσι αυτό το ένα μόριο ύλης παραμένει εκεί στην ύπαρξη, ή ενδεχομένως αυτό το ίδιο δημιουργεί την ύπαρξη ως αφθονία, ως περίσσευμα, ως πλεόνασμα, ως σφάλμα, και ως εκ τούτου, αποκλειστικά εκ τούτου και λόγω αυτού υπάρχει ολόκληρο το σύμπαν». Αυτό που πανικοβάλλει τον Φλόριαν είναι το ενδεχόμενο της επανάληψης του πρωταρχικού σφάλματος, που τη φορά αυτή θα κατέστρεφε τον κόσμο.

Όπως και ο ήρωας του αριστουργήματος του Κρασναχορκάι Πόλεμος και Πόλεμος, ο αρχειοθέτης Γκιόργκι Κορίμ, έτσι και ο Φλόριαν Χερστ φλέγονται να μεταδώσουν σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα το μήνυμά τους· αυτό που τυχαία τους αποκαλύφθηκε. Ο πρώτος την αποκαλυπτική αλήθεια του χειρογράφου που ανακάλυψε, κι ο δεύτερος, το ενδεχόμενο ενός αποκαλυπτικού τέλους του σύμπαντος. Πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος ή με τα λόγια του Ούγγρου συγγραφέα για τη διπλή ταυτόσημη εκδοχή του Αγγέλου της Ζωής και του Αγγέλου του Πολέμου. Το Καλό είναι το πλεόνασμα του μηδενός, ένα αγαπητικό, θα έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, σφάλμα στην καρδιά του κενού. Και το Κακό, μια λανθασμένη παρεκτροπή του προσφερόμενου πλεονάσματος. Κι αυτός είναι ο τρόπος λειτουργίας του φυσικού κόσμου. Η λογική συνέπεια ή μάλλον το λογικό σφάλμα ή σφάλμα της λογικής, ενός αδιέξοδου κόσμου. Ενός κόσμου όπου η αντιύλη εξουδετερώνει τυφλά στους αιώνες των αιώνων κάθε μόριο ύλης, χωρίς καμία δυνατότητα υπέρβασης του μέγιστου φυσικού σφάλματος: του οριστικού και αμετάκλητου θανάτου των πάντων. Υπ’ αυτό, νομίζω, το πρίσμα μπορούμε να καταλάβουμε τον ισχυρισμό του Ούγγρου συγγραφέα, ότι δεν γράφει ιστορίες, αλλά καταγράφει ανθρώπινες συνθήκες.

Η ομορφιά διαθέτει επίσης μιαν άλλη όψη, κι αυτή είναι ο όλεθρος. Το μοτίβο του ολέθρου παρουσιάζεται επίσης με πλήθος αντιστικτικών παραλλαγών στο μυθιστόρημα: ως βία, ως κυνική αδιαφορία ή μικροαστική επιθυμία διατήρησης της κοινωνικής ευταξίας, αυτό που ο Ντοστογιέφσκι θα απέδιδε ως επιθυμία «να μην χαλάσω τη ζαχαρένια μου». Μια καίρια παραλλαγή του ολέθρου ενσαρκώνει εξ αρχής η δράκα των νεο-ναζιστών που επωάζει στον κόρφο της η μικρή πόλη της Κάνα στη Θουριγγία, όπου και εξελίσσεται το μυθιστόρημα. Οι νεοναζί αποτελούν συνάμα και το δραματουργικό γρανάζι που θέτει ανά τακτά διαστήματα σε κίνηση, με τις ποικίλες εκφάνσεις ή παραλλαγές του, την μυθιστορηματική αφήγηση. Ο Φλοριάν, ο γιγαντόσωμος κολοσσός – ένα πλεόνασμα ή σφάλμα της φύσης – εμφανίζεται ως άβουλο υποχείριο του βάναυσου αρχηγού της τοπικής ομάδας. Τυπικά ανήκει στους ναζί, χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτής της εκούσιας έστω συμμετοχής, καθώς δεν έχει καμία γνώση ή επίγνωση της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι, μεταφορικά μιλώντας, ο σκύλος που ο Μπόσης των ναζί, εξημέρωσε και κρατάει δεμένο από την αλυσίδα του.

Προσπαθώντας να περιγράψει το λογοτεχνικό εγχείρημα του Λάσζλο Κρασναχορκάι η κριτική έκανε λόγο για μια λογοτεχνική οντολογία του Κακού. Την απάντηση, μέσω της λογοτεχνίας, στο ερώτημα για την αιτία και τον σκοπό του. Νομίζω πως όλο του το πεζογραφικό έργο μπορεί να διαβαστεί υπό αυτό το φιλοσοφικό πρίσμα. Η εκάστοτε λογοτεχνική οντολογία του Κακού (λ.χ. η ανατομία του μηδενισμού στην οποία προέβη ο Ντοστογιέφσκι) φωτίζει το εκάστοτε παρόν. Και μια ενδεχόμενη έποψη του παρόντος στην εποχή της μετα-αλήθειας, στην περίπτωση του Ούγγρου. Το Κακό εμφανίζεται απρόσκλητο ή μάλλον καλύτερα ως εγγενές εντός ενός κόσμου, ο οποίος διέπεται από την περιώνυμη ενόρμηση θανάτου. Στο Χερστ 07769 το Κακό κάνει την εμφάνιση του με την πυρπόληση του ΑΡΑΛ από τους νεοναζί, του αγαπημένου πρατηρίου του Φλόριαν. Αλλά και μέσω της αναπάντεχης εμφάνισης λύκων στην πόλη, οι οποίοι μάλιστα επιτίθενται και τραυματίζουν σοβαρά το ζεύγος Ρίνγκερ, τη βιβλιοθηκάριο και τον εβραίο σύζυγό της. Οι λύκοι, που όπως λένε έντρομοι οι κάτοικοι της πόλης, είχαν να φανούν από το καιρό των πατεράδων τους. Και ο νοών νοείτω, όσον αφορά το σχόλιο για τη σύγχρονη Γερμανία.

Συνειδητοποιώντας ο Φλόριαν τη δράση των νεοναζί, μετατοπίζεται και πάλι οντολογικά, για να συναντήσει ή μάλλον για να ικανοποιήσει τελικά τη φυσική φονική του κλίση. Από σωματικό τέρας χωρίς συνείδηση Καλού και Κακού, μετατρέπεται σε φυσικό τέρας, δηλαδή σε λύκο. Επιδίδεται σ’ ένα ανελέητο τυφλό φονικό κυνήγι των πρώην συντρόφων του, τους οποίους εξοντώνει έναν έναν με θηριώδη τρόπο. ξεκινώντας από τον πρώην αφέντη του, για τον οποίο έτρεφε έναν απόλυτο κι άκριτο θαυμασμό, ο Φλοριάν γίνεται από πιστό σκυλί, απόκληρος λύκος: αποκόβεται πλήρως από την κοινωνία, ξεθάβει και τρώει ωμές πατάτες, κινούμενος στη σκιά, μέχρι την ολοκλήρωση του αιματηρού του στόχου. Με τον δικό του θάνατο επιβεβαιώνει πλήρως το λατινικό ρηθέν, Homo homini lupus.

Ο Φλόριαν Χερστ βίωσε δυο φορές την Αποκάλυψη, ή τις δυο πλευρές της Αποκάλυψης: την Ομορφιά και τον Όλεθρο. Μην έχοντας, φαίνεται να μας λέει ο Κρασναχορκάι, τις προϋποθέσεις να κατανοήσει πλήρως την Ομορφιά, ο Χερστ είναι σχεδόν καταδικασμένος να κατρακυλήσει προς τον Όλεθρο. Όπως όλοι όσοι δεν καλλιέργησαν το άλλοτε θεϊκό δώρο της γνώσης· όπως όλοι όσοι παραμένουν ξένοι στο Καλό και στο Κάλλος, το οποίο μοιάζει να μην τους αφορά καν. Τον όλεθρο ενσαρκώνουν με την ολοένα αυξανόμενη αδιαφορία τους για την πραγματικότητα και οι κάτοικοι της Κάνα: από πρέπουσα κοινωνική συμπεριφορά και προϋπόθεση ευταξίας, η αποστασιοποιημένη αδιαφορία για τον Άλλο, επικυρώνει την εγωτικά παροξυνόμενη εξαιτίας του φόβου, φονική συνθήκη. Την ολοκληρωτική επικράτηση του Αγγέλου του Πολέμου. Ο Πόλεμος μοιάζει εν τέλει να είναι ο τρόπος ύπαρξης του κόσμου. «Η καταστροφή», λέει στη συνέντευξή του ο Κρασναχορκάι «είναι η γλώσσα της πραγματικότητας».

Θνήσκων ο Φλόριαν, βρίσκει καταφύγιο πλάι στους τυφλωμένους λύκους, τα μοναδικά πλέον όντα ικανά για συμπόνοια. Άραγε το συγκεκριμένο τέλος αποτελεί κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη, αφήνοντας ανοιχτό ένα ελάχιστο ενδεχόμενο αντίστασης στην κτηνωδία, μέσα από ένα σφάλμα του λογιζόμενου ως κτήνος; Υπάρχει άραγε η δυνατότητα, έστω και για ένα κλείσιμο του ματιού, η κωμόπολη της Κάνα, να γίνει, Κανά; Υπάρχει τελικά κάποιο ψήγμα ελπίδας να γίνει το νερό κρασί και ο κόσμος γαμήλια γιορτή; Κατά τον Λάσζλο, μάλλον όχι. Αν και όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά· ακόμα και τον τοίχο κάποιοι κάποτε τον ρίχνουν.

Κύλιση στην κορυφή