Ζωγραφική: Εδουάρδος Σακαγιάν

Νικόλας Σεβαστάκης

Η πανδημία της κόπωσης

Αυτό τον Σεπτέμβρη κυκλοφόρησε στη Γαλλία το καινούργιο βιβλίο του κοινωνικού επιστήμονα και μελετητή των συναισθημάτων Ζορζ Βιγκαρελλό. Ο τίτλος είναι ενδεικτικός: Ιστορία της κόπωσης. Από τον Μεσαίωνα μέχρι τις μέρες μας [1]. Ένα ακόμα βιβλίο με αυτό το θέμα που έτυχε, ωστόσο, να συμπέσει με τον covid-19 και τον τρόπο με τον οποίο αυτός εισέβαλλε στις κοινωνίες μας. Σύμφωνα με τον Βιγκαρελλό, η κόπωση συνιστά έναν υπαρκτικό τρόπο του καιρού μας ως διάχυτη αδυναμία, σκοτεινό έλλειμμα ικανοποίησης, επίμονη ανεπάρκεια. Οι τρόποι της κόπωσης, οι ποικιλίες της, έχουν φυσικά τη δική τους ιστορία και γι’ αυτό εξάλλου η σχετική ψυχο-φιλοσοφική φιλολογία είναι πληθωρική. Για τον Βιγκαρελλό όπως και για άλλους στοχαστές σαν τον Αlain Ehrenberg [2], η σύγχρονη κόπωση δεν περιορίζεται στο δημοφιλές burn out που κέρδισε εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον των σελίδων υγείας και ευεξίας. Οι ιστορικές μορφές σωματικής καταπόνησης, η εργατική κόπωση, η υπαλληλική εξάντληση, οι ποικίλες σωματικές καταρρεύσεις, αργές ή αιφνίδιες, έρχονται πλέον να συναντήσουν μια καινούργια, ολική μορφή της κόπωσης. Η προσοχή στρέφεται κυρίως στη σχέση της κόπωσης με το αντίθετό της: με την υπερενεργητικότητα και τις υπεραποδόσεις των συστημάτων της σύγχρονης ζωής. Αυτή η έσχατη κόπωση μοιάζει με το αρνητικό των ευφορικών σέλφις που αναρτούνται κατά χιλιάδες και εκατομμύρια στο Instagram. Σαν να είναι η πίσω όψη της «ευτυχιοκρατίας» που απασχολεί τους κριτικούς του πολιτισμού και των μετασχηματισμών του [3]. Με μια έννοια η κόπωση των συγχρόνων προϋπάρχει του κάματου, της ρουτίνας, της ταλαιπωρίας με τις οποίες πλέκεται η συνηθισμένη κούραση της μέρας. Αντί να αναδύεται στο πέρας του ημερήσιου κύκλου, αυτή η διεγερμένη κόπωση διαχέεται στο εικοσιτετράωρο: όχι μόνο στον δύσκολο ξύπνιο μα και στους διακεκομμένους και με ρωγμές ύπνους. Άλλοτε σχεδόν αποκλειστική ιδιότητα των ενήλικων ή γεροντικών κόσμων, η κόπωση εδώ και κάποια χρόνια πολιορκεί τα εφηβικά δωμάτια, τις πανεπιστημιακές αίθουσες, τις «νεαρές ηλικίες». Ενδεχομένως ό,τι συμβαίνει τώρα με τα κρούσματα του ιού, η αύξησή τους στις νεανικές και παραγωγικές ηλικίες, η μείωσή τους στους άνω των εξήντα, φαίνεται να ακολουθεί την κίνηση διασποράς της κόπωσης εκεί όπου, κανονικά, περιμένει κανείς το αντίθετό της. Σε αυτό το σημείο, οι στοχαστές της κόπωσης έχουν αντιληφθεί πως η κόπωση επεκτείνεται και γίνεται μια μορφή ζωής και όχι πια ένα σωματικό γεγονός. Γι’ αυτό και προσεγγίζει διάφορες άλλες εμπειρίες απίσχνασης: την αθυμία, την αδράνεια της σκέψης και κυρίως την παρεμπόδιση της δημιουργικής πράξης [4].

Αν εντέλει αυτή η κόπωση, όπως την αποθησαυρίζει η καθημερινή εμπειρία και οι ερμηνείες των κοινωνικών επιστημόνων, αποτελεί σοβαρό ζήτημα, πώς μπορούμε να σταθούμε πολιτικά και πνευματικά απέναντί της; Στην περίπτωση πως ισχύουν οι όροι των περιγραφών του Βιγκαρελλό και τόσων άλλων, η εμπειρία της εξελισσόμενης πανδημίας πρέπει να ωθεί τα πράγματα σε ένα ακόμα πιο επικίνδυνο σημείο. Τι παρατηρούμε εδώ και εφτά μήνες; Με την παρουσία του covid-19 όλες οι ποικιλίες της κόπωσης συγχωνεύονται. Όπως και ο ίδιος ο ιός, γίνονται μέρα-τη μέρα πιο μεταδοτικές. Αυτό σημαίνει ότι δέχονται επίθεση όλες οι περιοχές του βιώματος: η βιολογική ζωή, οι πολιτισμικές μας πρακτικές, οι κοινωνικοί δεσμοί. Η κόπωση, πέρα από το ότι περιγράφεται στη βασική συμπτωματολογία της μόλυνσης από τον ιό, λειτουργεί πια ως αυτοδύναμος μολυσματικός παράγοντας στις κοινωνικές σχέσεις.

Τι μπορεί να αντιτάξει κανείς σε αυτή την πρόκληση; Ήδη ξεχωρίζουν κάποιες στάσεις εν είδη αποκρίσεων στην απειλή.

 Η πρώτη και η περισσότερη προβληματική απάντηση είναι η άρνηση ή η απώθηση της κόπωσης με την καταφυγή σε διάφορα ενεργειακά ελιξίρια και υποκατάστατα του χαμένου σφρίγους. Το βλέπουμε σε διαφορετικά περιβάλλοντα, είτε στους ποικίλους αρνητές της ύπαρξης του ιού –και όσους αναπτύσσουν την εκδοχή περί μιας συνηθισμένης «γρίππης»– είτε σε όσους θεωρούν πως η κοινωνία, η οικονομία και οι συμπεριφορές μπορεί ανά πάσα στιγμή να επανεκκινήσουν χωρίς διόρθωση πορείας.

Μια άλλη στάση στρέφεται αντιθέτως στην προσδοκία μιας μεγάλης τομής στα πολιτισμικά και οικονομικά πρότυπα θεωρώντας ότι η κόπωση παράγεται ακατάπαυστα από την πολιτική οικονομία του νέου επικοινωνιακού και «κατασκοπευτικού» καπιταλισμού [5]. Βλέποντας, ας πούμε, το πρόσφατο ντοκιμαντέρ social dilemma στο Netflix, είναι προφανές πως ο θεατής ωθείται σε έναν προβληματισμό για μια αλλαγή παραδείγματος σε σχέση με τις αλλοιώσεις του κόσμου της ζωής και τις μορφές εξουθένωσης που εγκαθιστούν.

Μπορούμε να πούμε πως η πρώτη στάση είναι αυτή ενός «συνεχίζουμε σαν να μη συμβαίνει κάτι» και η δεύτερη ανατρέχει εκ νέου στην ιδέα μιας ριζοσπαστικής, oιονεί ανθρωπολογικής, στροφής. Χωρίς να αποκλείουμε εκ των προτέρων το ενδεχόμενο μεγάλων αναπροσανατολισμών, δοκιμάζουμε να υπαινιχτούμε μια τρίτη απάντηση. Η αφετηρία αυτής της απάντησης είναι η επίγνωση πως μπορούμε να παρέμβουμε στους μηχανισμούς που κάνουν την κόπωση πιο διαλυτική για τον κοινωνικό ιστό και την ατομικότητα. Πολιτικά, αυτό μπορεί να είναι ο κλήρος ενός κράτους αληθινών παροχών και προστασίας που αντιλαμβάνεται ότι το άτομο δεν μπορεί να αντέξει μόνο του το βάρος των απαιτήσεων που έχει η αξιοπρεπής κοινωνική αναπαραγωγή του. Μέσα στην πανδημία, το κράτος σπεύδει να αντισταθμίσει δηλαδή με θετικές ενέργειες τις ανεπάρκειες της κοινωνίας και την αποδυνάμωση των ατόμων. Αυτή όμως η καινούργια επιβεβαίωση του κράτους δεν μπορεί να ταυτίζεται με μια ρηχή και ανέμπνευστη πολιτική «απαλλαγής» της κοινωνίας και των ατόμων από κάθε ευθύνη, με έναν παθητικό και λαϊκιστικό νεο-κρατισμό. Αν υπάρχει όντως μια «νεοφιλελεύθερη» έννοια της ατομικής ευθύνης που την βλέπει σαν μοναχικό αγώνα επιβίωσης ή εσωτερίκευση δυσλειτουργιών που έχουν πολιτική προέλευση, αυτό δεν σημαίνει πως το κράτος και οι συλλογικές δομές αλληλεγγύης πρέπει να απαλλάσσουν τον πολίτη από το φορτίο κάθε προσωπικής ηθικής ευθύνης. Μια πολιτική κατά της συλλογικής/ ατομικής κόπωσης χρειάζεται να ενθαρρύνει τις δημιουργικές εμπειρίες μέσα στην κρίση. Για παράδειγμα, εφόσον οι ιδιαίτερες απαιτήσεις των υγειονομικών πρωτοκόλλων έχουν πλήξει σε μεγάλο βαθμό την καλλιτεχνική και δημόσια πολιτιστική ζωή, το κράτος δεν μπορεί να παραμένει είτε αμέτοχο, είτε δίχως να κινητοποιεί όλα τα εργαλεία του για μια εξισορρόπηση της κατάστασης.

Προφανώς η πολιτική και άμεση πνευματική απάντηση στην κόπωση κινείται αναπόφευκτα στο οντικό και όχι στο οντολογικό επίπεδο, για να δανειστούμε τη γνωστή διάκριση του Heidegger. Αυτό σημαίνει πως επί του παρόντος ή μεσοπρόθεσμα και μέσα στον χρόνο του επείγοντος, η πολιτική δεν μπορεί να θίξει τις κοσμοϊστορικές, πλανητικές διαστάσεις των προβλημάτων. Στο επίπεδο όμως όπου οι εθνικές εξουσίες έχουν περισσότερο λόγο, η πρόκληση της πανδημίας χρειάζεται την ανταπόκριση σε συνθήκες όπου αυξάνεται απότομα η τρωτότητα του πληθυσμού και επιμέρους κοινωνικές οδύνες ζητούν γρήγορη ανακούφιση. Υπάρχει όμως ένα παράδοξο με την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στις χώρες μας: η κινητήρια αρχή τους είναι η ιδέα της ακαταπόνητη πορείας προς τα εμπρός, η αντίληψη που βλέπει στην κόπωση είτε ένα εκφυλιστικό σύμπτωμα είτε ένα λειτουργικό σφάλμα των δυναμικών κοινωνικών συστημάτων. Ως προς αυτό το σημείο δεν μπορούμε πια να αποφύγουμε μια τομή ή μια στροφή: πρέπει να παραδεχτούμε πως η εμπειρία στην οποία έχουμε βρεθεί εδώ και μήνες, μας υποχρεώνει να δούμε στην κόπωση όχι μια λειτουργική ανεπάρκεια ή κάποιο προσωρινό ατύχημα αλλά την επιφάνεια της ίδιας μας της τρωτότητας. Βρισκόμαστε ριγμένοι σε έναν κόσμο τεχνολογικών ερεθισμάτων, πυκνότητας εμπειριών και δημόσιων προβλημάτων τέτοιας έκτασης και έντασης που αποκλείεται να «απαλλαγούμε» από την κόπωση. Το ζητούμενο έτσι γίνεται η δημιουργική της ιδιοποίηση και όχι η παραγνώριση, ούτε η μια και άλλη ψευδο-υπέρβασή της. Και εκείνη η σκέψη που αντιμετώπιζε το τρωτό ως αποτυχημένο, δυσλειτουργικό και μη παραγωγικό, μας φαίνεται ξαφνικά μέρος μιας αντιδραστικής κληρονομιάς, μια ανυπόφορη πλέον ‘παράσταση’. Αν, για παράδειγμα, η στάση του Ντόναλντ Τραμπ τούτες τις μέρες προκάλεσε τόσες αποδοκιμασίες και οργή, είναι, μεταξύ άλλων, γιατί έδειξε ελάχιστο σεβασμό στην τρωτότητα ενός ασθενούς. Ακόμα και αν ο ασθενής ήταν η αφεντιά του, τον παρουσίασε ως «τέλειο άνθρωπο», ως έναν ελάχιστα ευάλωτο άνθρωπο– κι αυτή η παραληρηματική οίηση εισπράττεται από πολλούς (και δικαίως) ως μια εκδοχή κοινωνικής αναισθησίας. Απέναντι στη σκηνοθεσία της ακάματης ισχύος και στη συγκάλυψη της ίδιας της ασθενικότητας, προτιμούμε πια την αλήθεια των ευάλωτων. Αυτό, με μια έννοια, συνιστά μια συγκεκριμένη ηθική πρόοδο και ας έχει γίνει συνείδηση πως όλες οι πρόοδοι έχουν εύθραυστο και προσωρινό χαρακτήρα. Το αίσθημα της ομοιότητας που για τον Τοκβίλ αποτελεί ουσιαστικό γνώρισμα των δημοκρατικών καιρών, μεταφράζεται πια στην αναγνώριση του άλλου ως εξίσου ή ομοίως τρωτού, ανεξάρτητα από το αν οι ανισότητες πλούτου, δύναμης και δυνατοτήτων έχουν μεγεθυνθεί. Αυτό το αίσθημα της ομοιότητας δεν συγχωρεί πλέον όποιον/α επιμένει στην επίδειξη ατομικής παντοδυναμίας, στην αυτοεξαίρεση από τον κανόνα του κοινού πάσχειν, στην επιβεβαίωση κάποιου «αδάμαστου» ανδρισμού ή μιας ανεύθυνης αφοβίας. Είμαστε τρωτοί επειδή ο φόβος υπάρχει και μας κατοικεί: δεν προσποιούμαστε πως βρισκόμαστε κάπου αλλού, κάπου μακριά από τον φόβο, αλλά ακριβώς επειδή συγκατοικούμε μαζί του, δεν χάνουμε και την ελπίδα.

Υπό όρους λοιπόν η συνθήκη αυτής της καινούργιας κόπωσης μπορεί να γονιμοποιήσει την αφύπνιση για όλες τις μορφές ύβρεως, κρατικής και ιδιωτικής ασωτίας και περιφρόνησης των ορίων. Υπάρχει βέβαια πάντα το ρίσκο να δούμε μικρές επιδημίες βίας και ξεσπάσματα αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών με την εξέγερση τμημάτων του πληθυσμού εναντίον της «καταπιεστικής» σύνεσης, των αρχών της προφύλαξης και της υπευθυνότητας. Ευτυχώς όμως αποκτά ορατότητα και αυτή η νέα ευαισθησία που δεν σπεύδει να επιλύσει το πρόβλημα της κόπωσης με τη βία, με τον μηδενιστικό κυνισμό ή με διάφορες ιδέες περί αναλώσιμων ηλικιωμένων για να «επιβιώσουν οι πολλοί». Αυτή η ευαισθησία πρέπει να προστατευτεί και να καλλιεργηθεί με πολιτική συνέπεια για να μην ατονήσει ως απλό συναίσθημα της έκτακτης περίστασης και εφήμερη διαίσθηση του τρωτού μας κόσμου.

⸙ ⸙ ⸙

Σημειώσεις

  1. Georges Vigarello, Histoire de la fatigue. Du Moyen Âge à nos jours, Seuil, 2020.
  2. Alain Ehrenberg, Η κούραση να είσαι ο εαυτός σου. Κατάθλιψη και κοινωνία, μτφρ.: Βασιλική Δημουλά, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2013.
  3. Εdgar Cabanas, Eva Illouz, Eυτυχιοκρατία. Πως η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας, μτφρ.: Βασιλική Πέτσα, Πόλις, Αθήνα 2020.
  4. Παρά το ότι οι «προβοκατόρικες» υπερβολές έβλαψαν την αποτίμηση της προσφοράς του (μαζί με την ετικέτα του ακραίου μεταμοντέρνου), ο Jean Baudrillard είχε περιγράψει με εξαιρετικό τρόπο τη φαινομενολογία της σύγχρονης κόπωσης μιλώντας για μια καινούργια κούραση που είναι «χωρίς αιτία» παράλληλα με μια βία που παρουσιάζεται δίχως αντικείμενο.
  5. Το επιτυχημένο εκδοτικά βιβλίο της Σοσάνα Ζούμποφ, Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού. Ο αγώνας για ένα ανθρώπινο μέλλον στο μεταίχμιο της νέας εξουσίας (μτφρ.: Γιώργος Μπέτσος, Καστανιώτης, Αθήνα 2020), ενσωματώνει και επαναδιατυπώνει τις περισσότερες αιτιάσεις της ριζοσπαστικής θεωρίας των Media και της εξουσίας τους, προσαρμόζοντάς τες στο πεδίο των social media και των εταιρικών κολοσσών του διαδικτύου.
Κύλιση στην κορυφή